Ετικέτες

,

Της  Αγγελικής Τζαμακλή –Χατζηγιάννη

Εκείνα τα Χριστούγεννα, ούτε καν θυμάμαι πως τα περάσαμαν… τι φάγαμαν… κι αν είχαμαν γλυκό… Για τα Χριστού γέννα του ’43… 1943 δηλαδή… να μην αλζμουνάμε πως αλλάξαμαν και αιώνα!..
Τα τελευταία κατοχικά Χριστούγεννα ήταν αυτά… Την Πρωτοχρονιά όμως… το κάψαμαν!..

Μόδα, είχαν γένει, στην Κατοχή… τα πάρτι του αίσχους. Κάπως, έπρεπε, να ξεδώσει, ο πεινασμένος και φοβισμένος άνθρωπος, εκείνου του καιρού.
Μπορεί νάτρωγε, λαχανίδες με το τσιουβάλι… μπορεί να μην είχε ούτε μπομπότα κι ούτε κόμπο λάδι… αλλά πάρτι, κούρτιζε, με την ψυχή του… και ξέχναγε την πείνα του. Οι καλεσμένοι στα πάρτι αυτά (αλήθεια, τι σκατά θα πει πάρτι;) κουβάλαγαν και τα γλεντηστικά τους, που λένε. Πολύ πέραση είχαν οι κεφτέδες από ζιουπλιασμένα ρεβίθια… με πουρέ από ρεβίθια, εννοώ…
Αν δε είχαν μια χούφτα αλεύρι, έκαναν ένα ξουτκό λαχανόψωμο! Ένα καταδίκ’ λάχανα πασπαλισμένα με το αλευράκι… κι ένα κόμπο λάδι, να λαδωθεί το ταψί… κι αν υπήρχε και λίγο βαρεμένο τυρί από κάποιο χωριό… είμασταν οι καλύτεροι του χωριού!..

Οι Ιταλοί, είχαν φύγει από τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς. Στα σπίτια μας είχαν βάλει Γερμανούς αξιωματικούς. Στα μεγάλα σπίτια, τα Εβραίικα, είχαν βάλει λόχους ολόκληρους!..
Που να φανταζόμουν, τότε, εκείνη την παραμονή Πρωτοχρονιάς… του 1944, πως ύστερα από πολλά χρόνια, θα τα θυμώμουν, σαν νάταν τώρα-γιας… και να μην θυμάμαι τι είχαμαν φάει τα Χριστούγεννα εκείνα!.. Πως είναι δυνατόν να ξεχαστεί εκείνη η τρομάρα… κι ας πέρασε μια ζωή! Απ’ λέτε, σε συγγενικό μας σπίτι, θα γένονταν το πάρτι της Πρωτοχρονιάς. (Ως τότε, αυτή η λεξούλα, ήταν άγνωστη τοις πάσι). Ήρθε ο ξάδερφος μου και μας κάλεσε. Μας είπε πως θάταν κι ο τάδε κι ο δείνα, οικογενειακώς και οι Γερμανοί συγκάτοικοι τους… και κάλεσε και τους δικούς μας συγκάτοικους, που ήταν Αυστριακοί… τάχα, ψια καλύτεροι… Ήταν το πρώτο μου πάρτι και φευ, το πάρτι του τρόμου!.. Ήρθε κι ο πατέρας μας, από το κοντό… για να τα ψάλει στην ξαδέρφη του… που επέτρεπε τέτοια σιατουρλίκια!..

Μη κρεν’ς -τούλεγε, εκείνη- υπάρχ’ λόγος… θα ιδείς!.. Κ τι λόγος -επέμενε, εκείνος- διν’ς καμιά τσιούπρα; θα ιδείς… θα ιδείς, τον καθησύχαζε η τατά η καψαρή. Εκείνος δεν πήρε χαμπέρ τίποτα… κι εγώ που πήρα, πήγα να κατρουθώ απ’ το φόβο μ’… όταν πήγα στην τουαλέτα -που λέμε τώρα- τον χαλέ, τραντάφλα μπρουστά σας… γ Εγώ ήξερα τον χαλέ της τατάς… θηρίον!.. Μεγάλον ντε!..
Μπαίνω, απ’ λέτε… και νόμισα πως μπήκα σε ξένο χαλέ! Είχε απομείνει μια σταλιά χαλές… κοίταζα και δεν καταλάβαινα πως και γιατί είχε καταντήσει έτσι αυτό το μέρος… (οι πιο ευγενικοί έλεγαν μέρος, το χαλέ).
Βγαίνοντας, έπεσα πάνω σε μια από τις ξαδέρφες. Κι εκεί που πήγαινα να χαλέψω το λόγο που κουτσιούρεψαν έτσι το μέρος τους… με πρόλαβε η ξαδέρφη και μου είπε ευγενικά «σκάσε… μη βγάλ’ς άχνα… θα σ’πω»! Όταν μου είπε… έβαλα τις φωνές στα μουλωχτά… «Τι στο διάολο δε μ’ λέγαταν πριν κατ’βώ»… «για, δεν προλάβαμαν να το πούμε σ’ όλους τς δ’κούς μας»… θ’κοί μας ήταν όσοι είχαν μυηθεί στην Αντίσταση, γαμώτη. Ναι… αλλά… έτσ’για, θα βγάζαμαν τα μάτια μας… Θάπαιρναν βίζιο οι Γερμανοί για το τι και πως μίκραινε ο χαλές.
Έκατσαν -έμαθα- τα έξυπνα τα μυημένα ξαδέρφια μου… και έκαναν εγκατάσταση… πολυγράφου… στο μεγάλο εκείνο χώρο… κι άφησαν μόνο ένα επί ένα γύρω από την τρύπα! Τον χώρισαν με μπένταβρα… κι η μία πλευρά ήταν συρταρωτή… κι όταν χτυπούσες συνθηματικά… υποχωρούσε εκείνη η μπάντα… κι έμπαινες στην Αντίσταση!.
Έπρεπε, εκείνο το μέρος… να φρουρείται συνεχώς… ν’ανεβοκατεβαίνουμε με σχολαστική σειρά… οι μυημένοι όλοι, κι όταν έρχονταν κάνας Γερμανός, προς νερού του -που λέγαμαν- να τραβάμε ένα σπάγκο… πίσω απ’ τον ντενεκέ που ρίχναμαν τα κομμάτια, από τις εφημερίδες που ήταν περασμένα σ’ ένα καρφί, και καθόλου δεν ομοίαζαν με τα ρολά τα τρυφερά που κρεμάμε τώρα!.. Να τραβάμε -λέω- το σπάγκο και να βαράει ένα κουδουνάκι προβάτου χαϊδεμένου… δίπλα σ’ αυτούς π’όπαιζαν με τον άτιμο πολύγραφο που-φάγε κόσμο και ντουνιά, αλλά πάλεψε και γερά ο δόλιος, αιωνία τ’ η μνήμη…!

Και περάσαμαν εκείνη την αξέχαστη βραδιά… ανεβοκατεβαίνοντας τις σκάλες και προσέχοντας μη μας πάρουν χαμπέρ’ οι Γερμανοί, που είχαν καταπιαστεί με την παρασκευή του χριστουγεννιάτικου ποντς!..
Σ’ ένα καζανόπλο, πάνω σ’ ένα τραπέζι είχαν βάλει κρασί κόκκινο… και έριξαν μήλα κομμάτια… και με μια κουτάλα… σερβίριζαν κρασί σ’ όποιον τολμούσε να το δοκιμάσει!
Και θυμάμαι και μια κοπελάρα… σύνδεσμο, απ’ αλλού, που έκανε διαρκώς προπόσεις όλο γέλια και χαρές… και να λούζει τους μαύρους τους εχθρούς μας, που ήταν λόχος μεταφορών, σκέτος… μ’ ό,τι κατάρα της κατέβαινε..
Ανάσα πήρα, όταν είδα τα παιδιά του πολύγραφου, να παρουσιάζονται στο πάρτι. Η δουλειά είχε βγει. Οι προκηρύξεις για την άλλη μέρα -την Πρωτοχρονιά του 44- είχαν φύγει με τον σύνδεσμο!

Κι από τότε, πέρασαν πολλές Πρωτοχρονιές, λογιών – λογιών. Οι Γιαννιώτες, σιγά μα σταθερά, αφήναμαν τα Γιάννινα που ξέραμαν και φέρναμαν την πρόοδο, κακή μας ημέρα και μια τι να μας κάνει…
Κάνουμε πάρτι και τα παλιά μαζώγματα τα κάνουν ακόμα οι παλιοί… και νοσταλγούν… μέχρι και την Τουρκιά.
Και κέντρα υποφερτά, ακόμα, δεν υπάρχουν. Και μεγαλώνοντας η πόλη κι εμείς, αλλάζει κι η ζωή μας.
Τώρα κλείνουμε κέντρα, για να γιορτάσουμε την Πρωτοχρονιά. Τώρα θέλουμε θερινές διακοπές! Μόδες είναι όλα…
Τώρα, οι πρώτες τολμηρές γυναίκες, βρήκαν πως τα παιδιά θέλουν θάλασσα… για τις άτιμες τις αμυγδαλές τους… και κλείνουν θέσεις στις καλές μοδίστρες της πόλης μας για να ‘τοιμάσουν την γκαρνταρόμπα τους για την πλαζ!.. Και κάναμαν και πλαζ γλυκών υδάτων… στη Λιμνοπούλα… με μαγιώ και με μπανιστήρι!..
Και τον Μάτσικα τον σνομπάρουμε… Τον καψαρό τον Μάτσικα που πρωτοδέχτηκε τα πρώτα μας ξεβρακώματα!..
Και τραβάμε για τις μακρινές θάλαττες… της Πρέβεζας και της Γουμενίτσας… σα λυσσιασμένες… τάχα για τα παιδιά μας… για τα παιδιά μας, ρε γαμώτο!..
Κι όσο πολιτιζούμιστι, τόσο ανακαλύπτουμε και μακρύτερους τόπους ξεβρακώματος…
Και καλά, οι θερινές φυγές… υπάρχει κι η ρόδα τώρα βλέπετε… και πρέπει να ξεκουραστούμε, που όλο το χρόνο βγάζαμαν τα σκ’λιά απ’ τν’ αγγαρεία. Και καλά οι θερινές διακοπές λέω και ματαλέω… τις χειμερινές όμως τι τις θέλαμαν;
Χρονιάρες μέρες με κρύα… και μ’ αρρώστιες να σέρνονται… αφήνουμε τα πατροπαράδοτα μας και κοσιεύουμε να προλάβουμε τα προγράμματα τα διεθνή του κιαρατά… τάχα μας να ξεκουραστούμε!..
Ξεκούραση λέγεται το ξεποδάριασμα σε τόπους αλλόθρησκους κι αλλόγλωσσους; Το ξεποδάριασμα μας σαν κοπάδι γαλοπούλες; Τέτοιες χρονιάρες μέρες, είναι για την φαμίλια! Είναι να μαζωχτούμε γύρω από το τζιάκι -τι το φκιάκαμαν άλλωστε- και να μπαχλατίσουμε… και να μολοήσουμε για όλο το ντουνιά… και να πούμε μασκαρλίκια και σιακάδες… και να ψήσουμε κάστανα και γλυκό κρασί να πιούμε, απ’ τ’ αμπέλια τς Σαντοβίτσας!..
Για γιόμα, να πονιάσουμε τα γιαπράκια μας και την μούλα τη γιουμ’στή και τ’ άντερα, πλεγμένα κόσες… στο ταψί με Καρολίνα Λαψίστας παρακαλώ… κατανόστμ’…
Και για βράδυ, να φάμε ψια πρόβειο… με λιπαρά πολλά, καλοπηγμένο γιαούρτι… με κάμποσες κομμάτες με κόθρα… από κάποια πίτα της αρεσιάς μας!..
Τα χ’στούιννα ήταν σπιτίσια γιορτή. Ήταν της φαμίλιας και ξεκούρασης των αντρών, στο σπίτι τους!.. Κι η γυναίκα, ήταν δούλα και κυρά!..
Πως γίνκι έτσι ο ντουνιάς, μωρ’ μάνα μ’; Που σκαπετάν οι άνθρωποι… για να ξεκουραστούν;
Τι παραδοδ’λειές είναι αυτές; Να φτάνεις σ’ άλλες γαίες σ’ άλλα μέρη… μακριά από την μια κάποια, σιγουριά του τόπου σου… για να ξεκουραστείς και να κολυμπήσεις χριστουγεννιάτ’κα; Να… το καλοκαίρι, σε λίγο… έρχεται!..
Υπάρχει ομορφότερος τόπος απ’ τον δικό μας; Αν θέλουμε ντομουζντό ταξίδι, ας πάμε στα καψαρά τα χωριά μας, τα κρεμασμένα στα βουνά, να δούνε άνθρωπο κι εκείνοι οι άνθρωποι!

Αναδημοσίευση από το βιβλίο της Α. Τζαμακλή-Χατζιγιάννη «Στα Γιάννινα σας γκιζερώ… του περασμένου αιώνα».

Advertisements