Ετικέτες

, , , , ,

Του Συμεών Κριθαρά

«Ω λίμνη αχ πλάι σου τα παλιά
ζωντανεμένα
Μα όταν γρικώ νεκρά τα περασμένα
Πως νιώθω να δακρύζει
Ω, λίμνη ωιμένα της φαντασίας
το βλέμμα εκστατικό»

Γιοσέφ Ελιγιά «Παμβώτιδα»

Τη δεκαετία του ’50 όταν το υδροσύστημα, ο βιότοπος και γενικότερα το περιβάλλον της λίμνης δεν είχαν τραυματισθεί θανάσιμα, κατά τους μήνες Νοέμβρη και Δεκέμβρη, όταν τις βουνοκορφές του Περιστερίου και του Μιτσικελίου τις κάλυπταν τα χιόνια, όταν δηλαδή άρχιζαν οι «πάγωτες» κατέφθαναν στη λίμνη από τη Σιβηρία και τις άλλες βόρειες ευρωπαϊκές χώρες μυριάδες αγριόπαπιες όπως καναβές, χήνες, γκρινίτσες, μπεχριά, σουστάρια, χαμπλοί κλπ.

Τότε οι κυνηγοί από Σιαράβα, Καλούτσια, Κατσίκα, Δροσοχώρι, Μπρακμάδι (Καστρίτσα), νησί, Λογίστα, Μάτσικα, έκαναν το αξιαμήσιο δηλαδή κυνήγι το σούρουπον. Η λέξη αξιαμήσιο προέρχεται από την τούρκικη λέξη «ΑΧΙΑΜ» που θα πει σούρουπο. Οι κάτοικοι του αγίου Γεωργίου (Σαράι Μαχαλάς) και του Μάτσικα έκαναν αξιαμήσιο στην περιοχή που βρίσκεται κάτω από τον άγιο Νικόλαο Κοπάνων ενώ οι Σιαραβίνοι – κυρίως ταμπάκοι – ξεκίναγαν από το μαχαλά τους και πεζοπορώντας αφού πέρναγαν από τις τοποθεσίες Αράπηδες, Νερομάνα του Ζιώγα, Λασπόπορο, Ρύζια, Ασπραγγέλους, έφθαναν στην Βαθειά και μέχρι την Μπινίκοβα.
Εκεί κατά τους χειμερινούς μήνες τα λιβάδια και τα χωράφια ήταν «πνιγμένα» από τα νερά. Εκεί έφθαναν κατά το σούρουπο οι αγριόπαπιες για να τραφούν με σπόρους και χορταράκια. Το αξιαμήσιο γινόταν όταν το φεγγάρι ήταν στη «γέμιση» κι όταν είχε βοριά, γιατί τότε είχε ξαστεριά και έτσι γινόταν ορατές στο φως του φεγγαριού οι αγριόπαπιες. Οι κυνηγοί κάθονταν στις «καθίστρες» όπως τις έλεγαν που αποτελούνταν από λιανοκάλαμα και ήταν τοποθετημένες στην άκρη της λίμνη ς στα «περάσματα» και χρησίμευαν για κάλυψη έτσι ώστε να μην τους αντιλαμβάνονται οι αγριόπαπιες.

Οι κυνηγοί κάθονταν σε απόσταση 30-40 μέτρα ο ένας από τον άλλον και έπρεπε να είναι έμπειροι να ξέρουν δηλαδή που πηγαίνουν και που πατούν γιατί το έδαφος ήταν βαλτώδες. Έπρεπε επίσης να είναι σκληραγωγημένοι επειδή είχαν να κάνουν με δυνατό και τσουχτερό κρύο και παγωμένα νερά. Ήταν βαριά ντυμένοι και φορούσαν τραγιάσκες, γιλέκα, χιτώνια και υποδήματα (γαλότσες) που έφταναν μέχρι τους γοφούς. Τα φουσέκια έπρεπε να είχαν γερή «γέμιση» από μπαρούτι και χοντρά σκάγια για να είναι η ντουφέκια «βασιλική» δηλαδή αποτελεσματική. Οι αγριόπαπιες όταν η λίμνη είχε βοριά και είχαν «πρίμα» τον αέρα πετούσαν γρήγορα και ήταν δύσκολο να τις «κατεβάσεις». Ενώ από τη μεριά της Λαψίστας πετούσαν κόντρα στον αέρα και χτυπιόταν εύκολα. Οι κυνηγοί ενώ είχαν στραμμένο το βλέμμα τους στο φεγγάρι έριχναν ματιές και προς τις άκρες της λίμνης γιατί οι αγριόπαπιες μπουλούκια-μπουλούκια πλησίαζαν τη στεριά πλέοντος. Όταν οι κυνηγοί τις αντιλαμβάνονταν μ’ ένα «ντουμπλέ» μπορούσαν να θανατώσουν και δέκα (10) πάπιες. Το αξιαμήσιο διαρκούσε περίπου μια (1) ώρα γιατί τα θηράματα μετά την παρέλευση της είχαν ήδη περάσει Το βράδυ οι Σιαραβινοι άπλωναν τα κυνήγια στο πλακόστρωτο του χαγατιού μερικά έμεναν στο σπίτι, άλλα πήγαιναν στην ταβέρνα του «Σπουργού» για κρασοκατάνυξη και ολονύκτιο νταμαμαν ενώ δύο ζευγάρια καλοθρεμμένα πήγαιναν στους γιατρούς της φτωχολογιάς Νίκο Σκοπούλη και Γιώργο Μελανίδη.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Συμεών Κριθαρά «Παλιά Γιάννινα – Οι αγριόπαπιες που έφυγαν»

Advertisements