Ετικέτες

, ,

(όπου την εχάιδευαν και τη ελέγαν Νίτσαν)

Η Νίτσα είναι θυγατέρα κάποιου χονδρογούναρη ξυστιά, όπου λέγεται Θοδωρής Σιούλης από την πρώτην του γυναίκα, επειδή αυτός χηρευοντάς ματαπαντρεύτηκε και έκανε και άλλα παιδιά.
Αυτή η Νίτσα ούσα κόρη πτωχού πατρός, ως τα δέκα χρόνια εκυλιώνταν στα Τούρκικα νοικιαστή με τον πατέρα της και μητέρα της.

Ύστερα εμπήκε δουλεύτρα σε σπίτια της αράδας δια να ζήσει. Κάι άντα έγινε 14 χρονών, όπου ήταν σε σπίτι της αράδας δουλεύτρα και κοντά εις αυτό το σπίτι ήταν μια μαυλίστρα του Μουχτάρ πασά, εφάνηκεν η ομορφιά της εξαίρετη.
Όθεν η μαυλίστρα κυρά Μαρία την εκεπλάνεσε και την επήγε του Μουχτάρ πασά παλλακή, χωρίς την είδησι του πατρός της, του αφεντόςτης και της κυρά της.
Την εφύλαξε ο Μουχτάρ πασάς χρόνους οκτώ εις το σαράγι του ως ωραίαν, λιγυρήν και επιτήδειαν υπηρετίσσαν εις τα ερωτικά.

Τέλος πάντων την εχόρτασε και αποφάσισε να την υπανδρεύση με κάποιν Αναστάσην Γκίνου Κονιτσιώτην πραγματευτήν γραμματισμένον, όπου είχεν έλθει από την Νεάπολην.
Την αρραβώνιασε, λοιπόν, πρώτον με αυτόν, κάνοντας όλην την συνήθειαν του τόπου, ήγουν στέλλοντας δια το χατίρι της Νίτσας τις περισσότερες αρχόντισσες να πηγαίνουν ως συμπεθέρες και πάλιν να έλθουν εις το σαράι του από τον γαμβρόν, δια να δείξει εις τον κόσμο πόσο αγαπά την Νίτσα, όπου ήταν ποταπόν γένος, δια να ξεπλανέση και άλλες ταζέτικες. Μετά το συμπεθερολόγι, εδιόρισε και την ημέρα του γάμου και κατά την συνήθειαν, την Κυριακή, οχτώ ημέρες προτήτερα του γάμου, έστειλεν ο γαμβρός μπογιές εις το αυθεντικό σαράι και χαρίσματα στις κυράδες, και τη Δευτέρα στους εδικούς του έστειλε, μπογιές, το οποίον είναι σημάδι ότι τους έχει και εις τον γάμον καλεσμένους, δια να πηγαίνουν να πάρουν την νύμφη. Επειδή εις τα Ιωάννινα το Σάββατο το βράδυ μετά τις μπογιές συνηθίζουν να παίρνουν τη νύφη ψίκι και ξημερώνοντας Κυριακή στεφανώνουν.

Ο πασάς δια να τιμήσει τη Νίτσα του περισσότερον από όλες τις άλλες παλλακές, όπου υπάνδρευε, επρόσταξε τη Δευτέρα των μπογιών να καλέσουν όλες τις αρχόντισσες εις το σαράι να γευματίσουν με τις κυράδες και το απόγευμα να παρασταθούν να βάλει η στολίστρα τη μπογιά της νύφης. Ήλθε λοιπόν η ώρα, επήγεν η στολίστρα τη νύφη, αφού της έβαλε τη μπογιά, εις τον πασά να του φιλήσει το χέρι. Κλαίει ο πασάς, κλαίει η Νίτσα (επειδή ήτο σημείον τούτο χωρισμού και αποχαιρετήματος), γίνεται θρήνος και κοπετός ανάμεσα από δυο εραστάς. Ο έρωτας του πασά ο αποκοιμισμένος εξύπνησε, άρχισε να μετανοεί διατί την υανδρεύει, την κοιτάζει στολισμένη με τα νυφιάτικα και με τα διάφορα πετράδια, δικά της και των κυράδων (επειδή είναι συνήθεια όλες τις νυφάδες να τις στολίζουν και με ξένα πετράδια και φλωρικά) και του ανάφτει ο έρωτας.
Την Τρίτη λούεται από τη μπογιιά, του φαίνεται ακόμη ομορφότερη. Το ίδιο και την Τετάρτη. Όθεν όσον εστοχαζόταν τη Νίτσα του στολισμένη και όσον εσίμωνεν ο αποχωρισμός της, τόσον του άναφτε και ο έρωτας ο αποκοιμισμένος. Ο πασάς δεν έβγαινε από τον ανδρωνίτην, αλλά μέσα κλαίοντας συνεθρηνούσε με τη Νίτσα του, αυτή λέγοντας του πασά, κάλλιαστο ξυλοκρέββατο να έβγη παρά νύφη από το σαράι, και αυτός της έλεγε, κάλλια αυτόν στο ταμπούτι παρά αυτήν στο ξυλοκρέββατο.

Η κυρά Βεληπασού Κατερινιώτισσα, η νύφη του, βλέποντας τη μεγάλη λύπη του ανδραδέλφου της, τον επαρηγορησε με διάφορους τρόπους και τέλος πάντων του είπε να μην τη δώσει και εις τον τόπο της ας δώσει άλλην από τις παλλάκες του.
Ο πασάς όμως της είπε: «Μα πώς να το κάμω αυτό, όπου εκοινολογήθηκεν η υπόθεσις και ο γάμος άρχισεν δι’ αυτήν;» τότε ευρέθη εύλογο να κράξουν τον ιατρό και να προσποιηθεί η Νίτσα την άρρωστη και να μηνύσουν του γαμβρού, ότι η νύφη αρρώστησε βαριά και ότι ο πασάς του δίνει άλλο κορίτσι του σαραγιού.
Ο γαμβρός δεν δέχεται το πρόβλημα αποκρινόμενος, ότι αν αρρώστησεν η νύφη, τράβα ομπρός όσο να γυρέψει και υποφέρει και τα έξοδα.
Τούτο ακούοντας ο πασάς εφλογίστηκε περισσότερο από τον έρωτα και τόσον, όπου από τη λύπη του αρρώστησε.
Τότε συμβουλευθείς με τις κυράδες και κανένα αγαπημένο του φίλο, επειδή και το ύψος του δεν ημπορούσε να αποφύγει κατ’ ουδένα τρόπο τη φλόγα του έρωτα της Νίτσας του, έκαμεν αποφασίν να είπουν του κυρ γαμβρού Αναστάσιν Γκίνου Σήψα, ότι τη Νίτσα δεν του την δίνουν πλειά και να ευχαριστηθεί να πάρει άλλο κορίτσι του σαραγιού, και να έχει και ολίγα λόγια να σιωπήσει.
Τούτο ακούγοντας ο γαμβρός και οτανικώς έκαμε κατά την υψηλή προσταγήν.
Και η Νίτσα έμεινεν αιώνιο απόκτημα του αφεντός της Μουχτάρ πασά και αυτός δι’ υποχρεωσίν της αποφάσισε και τη στεφάνωσεν αυτός νομίμως κατά την θρησκείαν του Μωάμεθ, ηγούν της έκοψεν εις τον κατήν στεφάνι (γκιμπίνι, τούρκικα) με την άδεια όμως του πατρός του Αλή πασά.
Και έτσι η Νίτσα του ξυστιά Σιούλη έγινεν υψηλότατη κυρά Νίτσα, γυναίκα νόμιμη του υιού τ’ Αλή πασά, και ο κυρ Σιούλης, ο μεθύστακας και σβαρναριά του παζαριού και κρασοπουλείιών, πεθερός του Μουχτάρ πασά με υψηλόν αυχένα πλειό, κολακευόμενος από πολλούς.

Η κυρά Νίτσα είναι μια νέα ωραία και η ωραιότερη του παλατιού, πλην αυθαδίσσα πάρα πολύ. Εύσπλαχνη και συμπαθητική, ευβλαβής εις την χριστιανική θρησκείαν και προστάτισσα της με υπερβολήν, όπου καταντούσε αυθάδισσα και εις τον πασά ομπροστά. Συχνά διορίζει εις τα μοναστήρια και εκκλησιές αγρυπνίες με έξοδά της. Είναι όμως υπερήφανη και της πρέπει να είναι, ότι οι νόμοι της φύσης δεν αλλάζουν. Επειδή μια τέτοια κυρά, όπου έγινε κυρά μεγάλη από την ομορφιά της, πρέπει να είναι υπερήφανη. Αλλιώς χάνει το είναι της.

Αναδημοσιευσή από τα «Άπαντα» του Ιωάννη Βηλαρά

Advertisements