Ετικέτες

, ,

Της Αγγελικής Τζαμακλή – Χατζηγιάννη*

Ήταν όμορφος ο καιρός… τότε!.. Εκείνο τον Οκτώβρη…
Τότε, που φώναξε ο πατέρας μας από την οξώπορτα… να μην φύγουμε για το σκολειό… γιατί μας είχαν επιτεθεί οι Ιταλοί…
Τα χάσαμαν! Μόνο ο καπετάνιος η μάνα μας έσκουξε… «μη σκιάζεστε… θατς ρίξουμι στ’ θάλασσα»!..
Το παλληκάρι, η μάνα μας, που όλη την Κατοχή και τον μαύρο εμφύλιο, κράτησε ακμαίο το ηθικό της…

Εκείνες, τις πρώτες μέρες του πολέμου, η μάνα μας ήταν εκείνη που μας εμψύχωσε… σαν τον Τυρταίο, χωρίς να είναι και κουτσή!..
Κι όταν ο κόσμος κι ο ντουνιάς, λάκισε για τα χωριά, τον κατήφορο… εκείνη μας τραγούδαε το «κορόιδο Μουοουλίνι» που το τραγουδούσαν στα ραδιόφωνα η Βέμπο κι η Ελλάδα όλη…
Τις πρώτες μέρες, πριν πιάσουν οι βροχές, σαν ακούγαμε τις Σειρήνες, κοσιεύαμαν στις πόρτες του Κάστρου… να φυλαχτούμε, χαλασιά μας! Στριμωγμένοι κι όρθιοι… τάχα, φυλαγόμασταν!.. Πάνω στο Κάστρο, τ’ αντιαεροπορικά μας Βάραγαν, συχνά – πυκνά, και παγώναμαν σαν ακούγαμε τις μπόμπες να σφυρίζουν… Κι είχαμαν και νεκρούς! Στο Μώλο, φαντάρους… Στην Ακαδημία νεκρούς… Άμαχους, νεκρούς… Μέρες αρκετές, δεν ξέραμαν τι γένεται… Τα κανόνια, από τα Πάνω Πεδινά, ακούγονταν καθαρότατα…
Κάποτε… δεν ακούγονταν το κανόνι… και μάθαμαν, πως τους αναχαιτίσμαν!.. Και βήκαμαν από τις τρύπες μας!

Εμείς, οι Κουρμανιώτες κι οι Καστρινοί… από τις πόρτες του Κάστρου κι οι άλλοι μαχαλάδες, από τις μπίμτσες τις θολωτές, που από τις επιστρατεύσεις του 39 ακόμα, τις είχε ετοιμάσει, η αεράμυνα.
Δεν θυμάμαι τι τρώγαμαν τις πρώτες μέρες… Ούτε κουβέντα για μαγείρεμα… Δεν θυμάμαι, αν οι φούρνοι δούλευαν… Πάντως… δεν πεθάναμαν! Θυμάμαι, μόνο, τον ενθουσιασμό μας, σαν Βλέπαμε στρατιωτικό αυτοκίνητο… Στο Μώλο ήταν στρατός… διερχόμενοι… Κάτω από το Μουσείο, από το «38 ακόμα, είχαν ετοιμάσει καταφύγια κι είχε μεταφερθεί τώρα, η Μεραρχία… τα γραφεία, τα μαγαζιά της Αβέρωφ και του Κουρμανιού, καθώς πλησίαζαν Χριστούγεννα, γιόμισαν με αγαθά, για να βρίσκει ο στρατός να εφοδιάζεται… Άρχισαν να γυρίζουν από τα χωριά, που είχαν καταφύγει οι χεσιάρδις που είχαν σκιαχτεί… Κάτω από το σπίτι μας, ήταν οι καρβουναποθήκες του Κώστα Σιούλη, μα εκείνος κάπου ήταν επιστρατευμένος κι η οικογένεια του, στους Χουλιαράδες… και τα κάρνα… κλεισμένα. Ποτέ δεν χρειάστηκε να βάλουμε τα κάρνα τις χρουνιάς, εμείς. «Κώστα… κάρνα» έλεγε ο πατέρας ή η μάνα, κι ο Λεωνίδας… ο υπάλληλος… σβάρναγε ως το πλυσταριό μας, ένα σακί!.. Τι τα θέλαμαν τα παραπανίσια… τς χρουνιάς… γιατί να μας πιάκουν τον τόπο;

Έλα όμως που ήρθε ο χαλασμός! Γίνκι πόλεμος… κι εμείς δεν είχαμαν ρίξει ούτε ένα σακί κάρνα! Ο καιρός μας είχε ξεγελάσει και μαγκάλι δεν χρειαστήκαμαν ως τότε!..
Και νάχαμαν κάρνα… ποιος εμπιστεύονταν να βάλει να γένει μαγκάλι… και να βαρέσει η γουρούνα η Σειρήνα… και ν’ αφήκουμι του μαγκάλ’… κι να πάρουμι φουτιά…
Ευτυχώς είχαν ανοίξει οι φούρνοι και τσιακλατίζαμαν ό,τι μπορούσε να γένει στο ταψί… και κουσιή στους φούρνους… που ευτυχώς… ήταν τέσσερις γύρω – γύρω…
Ευχόμασταν να φάμε το φαΐ που πήγαμαν στο φούρνο… Πόλεμο είχαμαν… εκεί πούχαμαν ανοιχτά τα μάτια, μπορούσαμαν να γενούμε χαλκομανίες στο πι και φι!..

Εμείς, ανοίξαμαν το πρώτο καταφύγιο, εκεί στην Εθνικής Αντίστασης. Με κασμά και με νύχια κάναμαν την αρχή… και κάναμαν μια τρύπα σαν τον χαμόραγκα!
Κάθε μέρα προχωρούσαμαν… και κάναμαν μια σπηλιά να χωράει τη φαμίλια μας… βάλαμαν κι απ’ όξω σακιά με χώμα. Έλα όμως που δεν προλαβαίναμαν να μπούμε!.. Ως που να τρέξουμε εμείς από το σπίτι και το μαγαζί… είχαν στρογγυλοκάτσει άλλοι δρομείς!..
Αναγκαστήκαμαν και νοικιάσαμαν ένα μαγαζί του Ναούμ ακριβώς απέναντι από το καταφύγιο… και φυλάγαμαν καραούλι, ειμείς τα παιδιά…
Με το που βάραγε συναγερμός… πιάναμαν τον τόπο… με τα ποδάρια τεντωμένα… για να κρατήσουμε θέσεις για τους γονιούς μας…
Κι η μάνα μας, είχε μετατρέψει, το χιλιοχρονίτικο κρασουπλιό του Ναούμ… σε φιλόξενο ματζάτο… και ζέσταιναν τα δάχλα τους τόσοι και τόσοι φίλοι και συγγενείς, που κατέβαιναν ως τη Σκάλα, για κάνα ψαρ’, ή βρίσκονταν κάπου στην αγορά και σαν Βάραγε συναγερμός, ρούπωναν στο καταφύγιο μας!..
Αργότερα, δεν είχαμαν συνωστισμούς και παραξηγήσεις… τώρα είχαν ανοίξει καταφύγια ιδιώτες και Τράπεζες κι επιχειρήσεις!..
Έλα όμως, που ο χειμώνας είχε πιάσει για τα καλά… κι έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε… σαν όπως έβρεχε τότε… ασταμάτητα!..
Και ρούπωσε νερό το Κάστρο… κι άρχισαν να σταλάζουν… τα καταφύγια… και με τους συναγερμούς… καθόμασταν απ’ όξω… και αν ακούγαμαν αεροπλάνα… τότε τρυπώναμαν στη ζωή εν τάφω!..
Κόσμος πολύς, απ’ άλλους μαχαλάδες κατ’φόρσι και νοίκιασε δωμάτια η φιλοξενήθηκε σε δικούς του ανθρώπους… για να κρύβεται στα καταφύγια!..

Το στρατιωτικό νοσοκομείο πάνω εκεί, στους Αγίους Αναργύρους, εκεί που τώρα είναι η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Όταν ήταν λιακάδα, πολλές φορές, είχαμαν επισκέψεις Ιταλικές. Γι’ αυτό κι ο κοσμάκης, τόπιανε εκεί πάνω, με ξερό ψωμί μοναχά… για νάναι έτοιμοι
να τρυπώσουν σ’ όλες εκείνες τις στοές και τα μπουντρούμια του διαόλου…
Ούτε καν καταλαβαίναμαν, αν ήταν χειμώνας κι ήταν κρύο. Τα μαξούμια τάπιακε κακή ιλαρά και τα κουσιεύαμαν στα καταφύγια κατσ’λουμένα με βελέντζες! Ούτε γιατροί ούτε γιατροπορέματα ούτε σιουρόπια και κλούντζια…  Άμα καταφέρναμαν να φάμε ζεστό φαΐ και να κάτσουμε γύρα απόνα μαγκαλάκι… είμασταν πασιάδες στα Γιάννινα μας!..
Τ αδέσποτα, τότε ανακαλύφτηκαν!.. Όταν, πανικόβλητοι και με κάθε δίτροχο μέσο, εγκαταλείψαν τις εστίες τους… οι μισοί Γιαννιώτες… απαρνήθηκαν και τους πιστούς τους φίλους… τα σκυλιά! Και τους άπιστους… τις γάτες. Και οι μεν γάτες, κάπως την βόλευαν με ποντίκια και σπουργίτια… Τα δόλια τα σκυλιά, παραπήραν τους δρόμους. Η μάνα μας τα βόλευε με… λαδοπαπάρες!..
Αυτά τα καψαρά, ήθελαν και ψια νοστιμάδα, κι έτσι βρέθηκε κάτω ο τέντζιερης με το κρέας που έβραζε… όξω από το μαντζάτο – κρασοπλιό, εκεί, απέναντι από το καταφύγιο… πάνω στη φουφού!..
Είχε βαρέσει συναγερμός… και χωθήκαμαν στο καταφύγιο… κι ο σκύλαρος έδωσε μία με την ποδάρα τ’… και ζεματστό το χλαπάρσι…
Κάποιοι έβαλαν τις φωνές, πήραμαν χαμπάρ, κοσιέψαμαν… αλλά τι να κάναμαν… να τα βάλουμι μι τα σκλιά;
Η μάνα μας όμως… αποφάνθηκε «κρίμα χαλασιά τς… πναν’ κι αυτά»…
Και πέρασαν εκείνοι οι μήνες στις αρχές του ‘41, με βροχές και κρύα και κρύσταλλα που κρέμονταν από τους τσίγκους. Και δεν κάναμαν το χαλασμό που κρυώναμαν…
Μαθαίναμαν για τον Αλβανικό χειμώνα… και για τα κρυοπαγήματα του στρατού μας και δεν βγάζαμαν άχνα…
Κι ήρθε κι άλλος χειμώνας Βαρύς… εκείνος του ’42, που έφαγε κόσμο και ντουνιά πεινασμένο, κρυωμένο και Βασανισμένο, εκεί, στη μαύρη Αθήνα…

Κάναμαν και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά και Θεοφάνεια κι όλες τις καλές γιορτές, στα καταφύγια.
Είχε κουράγιο ο κοσμάκης. Τα νέα από το μέτωπο ήταν τέτοια… που μας έκαναν να ξεσπούμε σε ζήτω, σχεδόν καθημερινά.
Όπου νάναι… τους πετάμε στη θάλασσα! Αυτά έγραφαν οι εφημερίδες, αυτά λέγαμαν κι εμείς. Στα στόματα μας ήταν ονόματα, άγνωστα μας, ως τώρα.
Πόγραδετς… Κλεισούρα… Καμπάνες για την Κορυτσά που πήραμαν… κι όλο ζήτω οι Έλληνες!
Τα βλέπαμαν στις εφημερίδες. Στην Αθήνα φαίνονταν οι νίκες του στρατού μας. Εδώ είμασταν πρώτη γραμμή. Βέβαια, κι εδώ λέγαμαν ζήτω, στην πρωτεύουσα όμως το καταλάβαιναν και το χαίρονταν αλλιώς. Έβγαιναν στους δρόμους και χόρευαν. Γίνονταν ίσια επιθεωρήσεις οι νίκες των Ελλήνων. Οι γελοιογραφίες ήταν εμψυχωτικές.
Μέσα μας όμως, κάτι μας έτρωγε. Τα κουβέντιαζαν οι μεγάλοι, κι ακούγαμαν εμείς.
Πως κι η Γερμανία δεν ακούεται; Τι Άξονας είναι… που αφήνει το Μουσουλίνι να τον πετάξουν στη θάλασσα μια χούφτα Έλληνες!

Ο χειμώνας μας είχε πιάκει για καλά. Τα σκασμένα τα καταφύγια αρχίνσαν να σταλάζουν.
Αμ τι θάκαναν; Τόσες βροχές… βύζαξε το νερό και πήγαινε προς τα κάτω. Σάμπως ήξερε ότι εμείς είχαμαν γίνει τρωγλοδύτες; Έβλεπες… εκεί που είμασταν στριμωγμένοι και καρτερούσαμαν ν’ ακούσουμε ή αεροπλάνα να βομβαρδίζουν ή την λήξη του συναγερμού… ακούγαμαν την Κινέζικη σταγόνα να πέφτει σε μύτη… σε κουρκουκέφαλο… χέρι ή ποδάρι… τσλουπ, τσλουπ. Κάτω, εκεί που είχαμαν βάλει σανίδες να ισιώσουμε το ανώμαλο της τρώγλης, είχε μαζευτεί νερό και πλιατσιάριζε. Άλλα καταφύγια έσταζαν περισσότερο… ανάλογα στο χώμα που ήταν από πάνω. Και πάνω τα αντιαεροπορικά να βαράν σαν μας επισκέπτονταν εχθρικά αεροπλάνα.
Και πάνω, ο αδερφός μου, δεκατριάχρονο ζουρλό, που όταν άκουγε συναγερμό… δεν κόσιευε σε καταφύγιο… αλλά στα παιδιά πάνω… να βοηθήσει! Δεν μας έφτανε η σταγόνα η Κινέζικη… έπεσαν κι αρρώστιες. Κάτι γρίπες ξεγυρισμένες και τα τσιότσια τάπιακαν κάτι κοκκινίτσες λυσσιασμένες!
Μας έκοψαν το αίμα. Τα παίρναμαν όλο με τη Βελέντσα κλουριασμένα να τα πάμε στα καταφύγια.
Στην αεράμυνα, που είχαν γιατρό, τον καλό μας Καρβασαριώτη, Βασίλη Μυλωνά, τον έχασαν από γιατρό. Κόσιευε από καταφύγιο σε καταφύγιο, να γιατροπορέψει κοσμάκη, αλαφρύ του το χώμα!
Στο παλιό κρασουπλιό του Ναούμ Μάτσα, που καθόμασταν τότε, γιατί ήταν
μια ντρασκελιά από το Ι.Χ. καταφύγιο μας, φιλοξενούσαμαν και την φαμίλια
του καλού μας φίλου, Σταύρου Ζιώγα, πατέρα του Γιώργου… που τότε ήταν
παγανό και μας αρρώστησαν μαζί με την αδερφή μου, που ήταν νήπιο… και
‘μασταν δέκα νοματαίοι σ’ ένα κλουβί που μύριζε έντονα κρασίλα… γιατί από
κάτω… ήταν μπίμτσα με βαένια κρασί…
Σ’ αυτό όλο το αλαλούμ… είχαμαν και την Μασσαχουσέτω, να γκριτζιαβίζεται… πως την παραπετάξαμαν… και την άφσαμαν με δυο άντρες στο Κουρμανιό!.. Πως δεν υπήρχε χώρος και γι’ αυτή… και για ολόβολη φαμίλια του Ζιώγα… υπήρχε!..
Ευτυχώς, είχαμαν τη θεία την Ασπασία τη Μασσαχουσέτω… και την περνάγαμαν καλά, εμείς τα παιδιά.
Παράσταση ολόκληρη κάναμαν, με την Μασσαχουσέτω.
Δυο εμείς και δυο τα Ζιωγόπ’λα τα μεγάλα… γράφαμαν επιθεωρήσεις με το στόμα, με πρωταγωνιστές… τον Μπενίτο… τη Μασσαχουσέτω και τον Αριστόδημο της από την Αμερική! Γύρω από το μαγκάλι, τις βροχερές μέρες… που δεν πολυσκιάζομασταν τους συναγερμούς… είχαμαν το θέμα Μασσαχουσέτω. Εκείνη σαν να καταλάβαινε… μας αγριοκοίταζε… κι επειδή εμείς κάναμαν σιαματά… έφευγε… και πήγαινε επισκέψεις σε καταφύγια… εκεί που μόνιμα είχαν αποθέσει… διάφορες βάβες οικογενειών… για να μη τις σβαρνάν σε κάθε συναγερμό.

Στη Σκάλα, κάτω, στα τελευταία καταφύγια στον τοίχο του Κάστρου… είχε τα γραφεία του ο Εποικισμός. Υπάλληλος εκεί ήταν και η χωριανή της μάνας μας… η Ελπινίκη. Απόγονος του κυρ Αλέξη Νούτσου!
Κατέβαινε… κατατρομαγμένη, από την οδό Ζαγορίου, στο Κάστρο… κοσιεύοντας. Ψιλή – λιγνή και το σινιόν χτενισμένο τα μαλλιά της.
Την καρτερούσε η αλληλεγγύη… η μάνα μας, με την κούπα το τσιάι… να της τονώσει το ηθικό.
Κι η καημένη η Ελπινίκη… μια φράση κοπάναε συνεχώς, «Θα μας φάει ου Μουσουλίνς… Θα μας φάει ου Μουσουλίνς»…
Βάλαμαν και την Ελπινίκη στις επιθεωρήσεις του μαγκαλιού! Στην επιθεώρηση… θα μας φάει ου Μουσουλίνς!
Και τώρα, ακόμα, όταν την αναφέρουμε οι ξαδέρφες κι εμείς… την αναφέρουμε σαν… Μουσουλίν!
Με κάθε νίκη του στρατού μας, το γιορτάζαμαν με κρέας και κρασί. Αφορμή θέλαμαν…
Παράγγελνε, ο πατέρας μας, τον Γιοσέκο που έκανε το κρασί το μπάλσαμο, το σιαμπάνια, το ξουτκό… και τον είχε και στην αεράμυνα, τον παράγγελνε
απ’ λέτε και μας έφερνε κρασί, στα μπουκάλια εκείνα με την σιούστα… και
το ρίχναμαν στο τραγούδι και τα παλαμάκια και το φαΐ… νταβάς με ρύζι! Ευτυχώς δούλευαν οι φούρνοι!
Και με τις νίκες του Στρατού μας, τις Ελληνικές, ζωντάνεψε η αγορά μας. Εφοδιάζονταν ο Στρατός από δω, από τα Γιάννινα.

Από την Αθήνα άρχισαν αντιπρόσωποι να παίρνουν παραγγελίες για διάφορα φαγουλάτα πρωτόλοβα για την πόλη μας. Ο πατέρας μας παράγγελνε για το μαγαζί υπέροχους χαλβάδες σε μεγάλα μεταλλικά δοχεία. Διάφορα μπισκότα, μαρμελάδες υπέροχες, σαλαμικά, θρεψίνη και τόσα και τόσα. Χαρά εμείς… Ο στρατός ψώνιζε για το μέτωπο.
Απ’ όλη την Ελλάδα έρχονταν γλυκά και κέικ και κουραμπιέδες και πήγαιναν σε αποθήκες του Στρατού… για να φύγουν για το Πάσχα στο μέτωπο.
Στο Εβραϊκό σχολείο, δίπλα στο Μεγάλο Συναγώι -που δεν υπάρχουν πια-ήταν αποθήκη του Στρατού γεμάτη αγαθά.
Οι σειρήνες ηχούσαν συχνά πυκνά. Βομβάρδιζαν – ραχμέτ νάχει η ψυχή τους. Βομβάρδισαν κάτω στο μώλο και έκαναν μεγάλη χαλασιά. Χτύπησαν φανταράκια και αυτοκίνητα! Μας τα μολόγησε ο Νταβτζιών, ο Εβραίος γείτονας μας που ήρθε κατατρομαγμένος, στην αεράμυνα, να δώσει αναφορά.
«Πού νάγλεπεις Χαρίλαγη, τ’ αργυρόπλανα… έκαναν κάθετο εξόρμηση… κι ιγώ έπεσα πυρά ομαδόν»!
Τίποτα, ο ευλογημένος, δεν είπε σωστό – πάντως, όχι από την τρομάρα του.
Κι όλο κάτι δεν πήγαινε καλά. Κι όλο ακούγαμαν γι’ αυτή την άτιμη την Πέμπτη Φάλαγγα. Και πως -τάχα- γιατροί μας στο μέτωπο έκοβαν αράδα ποδάρια… από κρυοπαγήματα! Κάτι δεν πήγαινε καλά…

Και συναγερμούς είχαμαν και μεσάνυχτα ακόμα, όταν ήταν ξαστεριά.
Ένα βράδυ πεταχτήκαμαν μεσάνυχτα, χωθήκαμαν στις τρώγλες μας νυσταγμένοι. Όταν έληξε ο συναγερμός, δεν ξέραμαν τι να κάνουμε. Να πέσουμε για ύπνο… ή θα ματάρχονταν;
Κάτσαμαν απ’ όξω απ’ τα καταφύγια και κουβεντιάζαμαν. Στο διπλανό μας καταφύγιο, γνωστή φαμίλια, όνομα και μη χωριό και Θεός σχωρέστους όλους.
Ονομαστοί καλοφαγάδες – μοναχά καλοφαγάδες!
Τρόμαξαν είπαν, ο μπαμπάς κι ο αδερφός… κι έστειλαν, απέναντι στο σπίτι τους, την θυγατέρα, να φέρει κάτι… έτσι… για το στομάχι… να σιάξει!
Κι έρχεται η Βούλα, μ’ ένα καρβέλι ψωμί… και μια λίμπα μέλι! Τσακίζουν το ψωμί… μου δίνουν και μένα! Βουτάγαμαν χαψιές στη λίμπα με το μέλι και πονιάζαμαν!..
Γυρίζει ο πατερούλης μου… με βλέπει… μου κάνει νόημα ότι με θέλει… με πάει πίσω απ’ τα τσιουβάλια με τον άμμο, που έφραζαν το καταφύγιο μας… και μου τραβάει έναν κατακέφαλο… τι κατακέφαλο!
«Μωρέ πστόβλιακο… τι θα σε κάνω εσένα ζουρλουτέτοιους -και είπε το όνομα των γειτόνων- να σκώνεσαι και τα μεσάνυχτα, να τρως»;
Αμ, ξεχνιούνται αυτά, μωρές μάτια μ’;

Αναδημοσιεύση από το βιβλίο της Αγγελικής Τζαμακλή – Χατζηγιάννη «Στα Γιαννινα σας γκιζερώ… του περασμένου αιώνα»

Advertisements