Ετικέτες

, , ,

Του Συμεών Κριθαρά

Σειούνται τα κλαριά, σειούνται τα πλατανόφυλλα
να σ’ πάρουν το κακό όλα τα ταμπακόπουλα.

(Σιαραβινό δίστιχο)

Το ταμπάκικο είναι ένας απέραντος και αβυθομέτρητος κόσμος, πολύπλοκος και πολυσύνθετος. Πρέπει να τον έχεις βιώσει για να έχεις τη δυνατότητα να μιλήσεις γι’ αυτό με κύρος. Τα ταμπάκικα εκτείνονταν στην ανατολική πλευρά της πόλης των Ιωαννίνων στην παραλίμνια περιοχή όπου βρίσκεται η ιστορική συνοικία Σιαράβα, καθώς και στην περιοχή Λειβαδιώτη πλησίον της πλατείας Μαβίλη. Η συνοικία Σιαράβα βρίσκεται μεταξύ των οδών Ζαλοκώστα και Γαριβάλδη, τα δε ταμπάκικα τα συναντούσε από το σημείο που βρίσκονταν το καφενείο-πανδοχείο τα «Δύο Ναυτάκια» μέχρι την περιοχή Χατζουμέρ-Αγά κοντά στα δημοτικά σφαγεία.

«Τον Σεπτέμβριο του 1911 συνέβη εις την πόλιν των Ιωαννίνων εν γεγονός εκ των σπουδαιότερων της ιστορίας της ένεκα των σημαντικών αποτελεσμάτων τα οποία επέφερε τούτο επί της περαιτέρω καταστάσεως των Χριστιανών κατοίκων της. Το γεγονός τούτο είναι η επανάστασις του Διονυσίου».
Το Ηπειρωτικόν χρονικόν μετά την αφήγησιν των κατά την επανάστασιν του Διονυσίου συμβάντων αναφέρει τα εξής: «Τέλος επειδή οι Τούρκοι έγραψαν αναφοράν προς τον βασιλιάν των κηρύττοντες τους Χριστιανούς απειθείς της βασιλείας και αποστάτας ήλθεν από την Κωνσταντινούπολη Χάτι Σερίφι να τους εξώσουν από το κάστρον».
Ακολούθησε βίαια και ομαδική έξωση όλων των Χριστιανών που κατοικούσαν εντός του φρουρίου ανερχόμενων συνολικά σε τρεις ίσως και τέσσερις χιλιάδες, με διαταγή εντός ορισμένης προθεσμίας να κατοικήσουν έξω από αυτό και χωρίς να δοθεί σ’ αυτούς καμία βοήθεια για τη νέα εγκατάσταση τους. Πολλοί από αυτούς τους εκδιωχθέντες ήταν βυρσοδέψες, οι οποίοι μετά από φοβερή περιπέτεια εγκαταστάθηκαν στα πέριξ του κάστρου έλη.

Ως μέτρο μέτρησης των οικοπέδων τα οποία ήταν στενόμακρα είχαν τις ψάθες, από παπίρι, που τους εφοδίαζαν οι νησιώτες και τις βάζανε «ίσια-αράδα» και από παραφθορά προέκυψε η ονομασία της συνοικίας Σιαράβα. Η δε ονομασία Ταμπάκος και Ταμπάκικο προέρχονταν από την Τούρκικη λέξη «tabak» και σημαίνουν η μεν λέξη ταμπάκος αυτός που κατεργάζεται δέρματα ή αλλιώς πετσιά και ταμπάκικο είναι ο χώρος που επεξεργάζονταν τα δέρματα, δηλαδή το βυρσοδεψείο.
Η λειτουργία του ταμπάκικου είναι οργανικά δεμένη με το νερό στην προκείμενη περίπτωση με τη λίμνη. Για πολλούς αιώνες τα ταμπάκικα ήταν βασικός -παραγωγικός τομέας των Ιωαννίνων. Συνδέονταν στενά με το τσαγκαράδικο ή κουντουρατζίδικο, το τσαρουχάδικο με τους σαγματοποιούς (σαμαράδες, σελοποιούς, χάλιναράδες κ.λπ.).

Στην περιοχή των ταμπάκικων ιδιοκτήτες βυρσοδεψιών ήταν ο Βολιώτης, ο Γ. Γκαραμάνας, ο Τζώρτζης, ο Συρμακέσης, οι Αλεξίου, ο Κριθαράς, ο Ν. Αγρελάκης, ο Γιώργος Γιοβάνης (Ντούσκος), ο Παντελής Φρίγκας, ο Α. Νιτσόπουλος, οι αδερφοί Φρίγκα, ο Καψάλας, οι αδερφοί Μπάζα και ο Θ. Μπόγκας. Ταμπάκικα υπήρχαν και στην περιοχή Λειβαδιώτη όπως του Γκλίναβου και του Χρυσοβιτσινού. Ταμπάκικα όμως υπήρχαν και σε άλλες περιοχές, όπως στη Σμύρνη, τη Λέσβο, την Κρήτη, τον Πειραιά σημαντικότερα όμως ήταν της Σύρας.
Τα ταμπάκικα είχανε είσοδο από το μέρος της λίμνης, η οποία απείχε 10 μέτρα. Ο εξωτερικός τείχος ήταν χτισμένος με πέτρα. Είχαν δύο παράθυρα που έκλειναν με τα λεγόμενα τεπέγκια. Έξω υπήρχε και ένα πεζούλι, το οποίο στα παλιά χρόνια χρησίμευε για το τρίψιμο του τραχανά. Μόλις έμπαινες στο ταμπάκικο δεξιά σου έβλεπες δύο πέτρινες δεξαμενές 4×4 η κάθε μία και βάθος 1,80 μέτρα, που ήταν γεμάτες ασβέστη γι’ αυτό και τις ονόμαζαν ασβεσταριές. Απέναντι από τις ασβεσταριές (καρσί) ήταν ο αμπαστάς, δηλαδή μεγάλη λεκάνη (αργότερα τσιμεντένια), στην οποία τα πετσιά (από το Ιταλικό Ρezzo = δέρμα) τίθενταν για μερικές μέρες για να βελανι-δοσκοπιστούν. Μετά ήταν το ποντόνι, δηλαδή μια τσιμεντένια λεκάνη, στην οποία αφού γέμιζαν με νερό καθάριζαν τά τομάρια από τα αίματα και τις κοπριές. Δίπλα ήταν ένα καζάνι ύψους 1,5μ. και διάμετρο 1,20 μ. Σ’ αυτό ζέσταιναν νερό, το οποίο τραβούσαν με έναν κουβά, τον τραφτσή. Για το ζέσταμα χρησιμοποιούσαν ως καύσιμη ύλη τα πουρνάρια, τα οποία έφερναν οι αγωγιάτες από τα χωριά.
Ακολουθούσαν οι βαρέλες, οι οποίες είχαν 2,5μ. ύψος και 3μ. πλάτος. Αυτές εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940. Δύο ταμπάκικα είχαν βαρέλες, αυτά των Φριγκαίων και των Κριθαραίων. Μέσα στη βαρέλα που περιστρέφονταν με ρεύμα έβαζαν χοντρά μοσχαρίσια δέρματα, τα λεγόμενα κορπόνια, που εισάγονταν από τη Γαλλία. Ήταν τετράγωνα και δεν είχαν μπατζάκια και κεφάλες. Εκατό (100) μισάδια κορπόνια τα έριχναν μέσα στις βαρέλες για επεξεργασία και προορίζονταν για σόλόδερμα. Οι βαρέλες είχαν στο εσωτερικό τους στερεωμένα μικρά λειασμένα καδρόνια για να ξετυλίγονται τα δέρματα, καθώς γύριζε η βαρέλα και να μην είναι μια μάζα. Καλύτεροι βαρελάδες ήταν ο Γιώργος Δάλλας και ο Καχριμάνης, αμφότεροι από το Μέτσοβο.

Ένα άλλο βασικό παραγωγικό μέσο ήταν το καβαλέτο. Ήταν ένα κυρτό-κοίλο στενόμακρο ξύλινο αντικείμενο, το οποίο έπαιζε μεγάλο ρόλο στην επεξεργασία του δέρματος.
Μέχρι εδώ περιγράψαμε τα παραγωγικά μέσα της πρώτης επεξεργασίας του δέρματος. Τώρα θα περάσουμε στο χώρο που ονομάζεται Καρα-γιαπί. Είναι δύο τούρκικες λέξεις που η μία «καρά» σημαίνει μαύρο και η άλλη «yapi» σκελετός οικοδομής. Οι ταμπάκοι όμως με τη λέξη καραγιαπί εννοούσαν το μεγάλο σπίτι με την κρεβάτα. Στο καραγιαπί έβλεπες τον πάγκο με το μάρμαρο, την τέμπλα (ξύλινη δοκός), τον κλείτσιο, δηλαδή ένα σιδερένιο κρεμαστάρι, τις βέργες, το χαράρι δηλαδή σάκος φτιαγμένος από τραγίσιο μαλλί κ.λπ.
Τα δέρματα οι ταμπάκοι τα προμηθεύονταν από την εσωτερική αγορά, αλλά και από αγορές του εξωτερικού, όπως η Ουγγαρία, η Σερβία, η Αργεντινή, η Ροδεσία (Ζιμπάμπουε) και η Νότιο Αφρικάνικη Ένωση. Έρχονταν στα Γιάννινα μέσω Πρέβεζας και μετά από τον Πειραιά. Ήταν πακεταρισμένα και ραντισμένα με αρκετό αλάτι που εξουδετέρωνε διάφορους μικροοργανισμούς, που εισχωρούσαν στο δέρμα και το κατέστρεφαν.

Η διαδικασία της επεξεργασίας του δέρματος άρχιζε από το νουμπέτι (τούρκικα nobet σκοπιά, φρουρά). Οι ταμπάκοι, όμως, έδιναν στη λέξη αυτή άλλη έννοια, της παρτίδας, του γύρου. Έπαιρναν εκατό (100) μοσχάρια ολόκληρα, που ζύγιζαν τότε 250 οκάδες. Τα έριχναν στο ποντόνι, ή στην λίμνη για να καθαριστούν από τις κοπριές και τα αίματα. Μετά το καθάρισμα τα έπαιρναν μέσα στα εργαστήρια και τα έσχιζαν στη μέση, τα κάνανε, όπως έλεγαν, μισάρια. Στη συνέχεια τα έριχναν σε στέρνες τετράγωνες, στις ασβεσταριές. Στις ασβεσταριές γίνονταν η αποτρίχωση. Μετά από 7-8 μέρες, αφού τα δέρματα φούσκωναν και γίνονταν πολύ χοντρά γιατί απορροφούσαν ασβέστη, τα έβγαζαν. Τα παίρνανε και τα βάζανε στα καβαλέτα όπου τους αφαιρούσαν το μαλλί, τα «ξομάλιαζαν» όπως έλεγαν οι ταμπάκοι. Η αφαίρεση του μαλλιού γίνονταν με την κόρδα, δηλαδή μια λάμα σε σχήμα ημισελήνου. Υπήρχαν τρία είδη κόρδας. Κόρδες έφτιαχναν οι γύφτοι, αλλά οι καλύτερες έρχονταν από τη Σύρα. Με την κόρδα καθάριζαν το κάτω μέρος του δέρματος από τα περιττά κρέατα τα λεγόμενα λέσια (βουδουράς).
Μετά τα βάζανε μέσα στον αμπαστά, όπου υπήρχε χλιαρό νερό και ο «σαμάς» που γίνονταν από κόπρανα σκύλου και περιείχε νιτρικό οξύ που συνέβαλε στην αποβολή του ασβέστη. Τα δέρματα ήταν ανοιχτά και τα έφεραν γύρω με τα πόδια και τα πατούσαν για να βγει ο ασβέστης. Αφού τα άφηναν 2-3 ημέρες μέσα στο σαμά, τα έβγαζαν και ήταν δε πολύ μαλακά. Τα ξαναπήγαιναν στο καβαλέτο, όπου με την κόρδα, που την έλεγαν σφιαστόκορδα αφαιρούσαν τις ψηλές τρίχες. Μετά τα έβαζαν στο βελανίδι, που το προμηθεύονταν από τους μύλους, οι οποίοι το αλέθανε και το προμηθευότανε δε από τον Αστακό του Ξηρόμερου. Ρίχναν στον αμπαστά 50 οκάδες βελανίδι, καθώς και πεύκο σε αναλογία 80% βελανίδι και 20% πεύκο. Ζέσταιναν το καζάνι που ήταν γεμάτο νερό, το έριχναν στον αμπαστά και το βράζανε το βελανίδι που είχε την χημική ουσία Ιτανίνη. Μετά έβαζαν πάλι τα δέρματα μέσα στον αμπαστά (βοδινά ή μοσχαρίσια) και αυτή τη φορά τα έφεραν βόλτα με τα χέρια. Τα άφηναν στον αμπαστά 8 μέρες και αποκτούσαν χρώμα καφετί.
Έπειτα πάλι στο καβαλέτο, που αφού τα καθάριζαν καλά τα λάδωναν. Μετά τα βάζανε στοίβα σ’ έναν πάγκο και τα βάφανε με ένα ειδικό λάδι που λεγότανε «ντεγράς» ένα χαρμάνι με ψαρέλαια. Ύστερα τα κρεμάγανε με το κλείτσιο, λαδωμένα πλέον, να κερώσουν, δηλαδή να στεγνώσουν. Μετά τα βάζανε πάλι στα ζεστά νερά στον αμπαστά και αφού τα έφερναν βόλτα πάλι με τα χέρια τ’ αφήνανε να χουμιλιάσουνε (να βράσουνε) μια ή δυο μέρες. Ύστερα τα βγάζανε και τα βάφανε.

Μετά έφτιαχναν χρώματα για τσαρούχια και για μπαντίμια (χαλινάρια). Για τα τσαρούχια και το σκαρπίνι χρησιμοποιούσαν το μοσχάρι, για τα σαμάρια και τις σέλες και για τον ντάϊρέ (ντέφι) το γίδινο. Τα τσαρούχια μέσα από την επεξεργασία με το βελανίδι και τον πεύκο βγαίνανε ξανθά. Επίσης να προσθέσουμε ότι τα δέρματα για τα τσαρούχια έπρεπε να είναι μαλακά και αρκετά λαδωμένα για να ράβονται εύκολα. Τα δέρματα για τσαρούχια τα βάφανε με βούρτσα. Όταν ήταν νωπό το τσαρούχι (το δέρμα) έπαιρναν ένα εργαλείο, όπως είναι η χτένα, το πέρναγαν πάνω από στο τσαρούχι και δημιουργούνταν ένα σχέδιο σαν η σήτα, δηλαδή το κόσκινο.
Όσον αφορά τα χοιρινά και τα πρόβεια το δέρμα τους προορίζονταν για φόδρες. Έπαιρναν 200-300 χοιρινά τα έριχναν μέσα στο ποντόνι γα ξεπλυθούν. Μετά τα πήγαιναν στο καβαλέτο να τους αφαιρέσουν τα λίπη. Μετά το τελαρώνανε. Τελάρο ήταν ένα τετράγωνο ξύλινο πλαίσιο και με πρόκες γύρω-γύρω καρφώνανε το χοιρινό δέρμα. Μετά ταλα8ώνανε και τα κρεμάγανε. Τα τραγιά και τα πρόβεια τα παίρνανε από τα σφαγεία, κοντά στα ταμπάκικα ήταν κάτι κρεβάτες και διάφοροι έμποροι τομαράδες (όπως ο Σπάνιας, ο Βλάχος, ο Θεόπιστος). Τέντωναν τα νωπά κατσίκια με καλάμια και μετά, αφού στέγνωναν, τα πουλούσαν στους ταμπάκους. Οι ταμπάκοι τα μούσκευαν και μετά τα έριχναν στην ασβεσταριά για μια εβδομάδα. Βγάζανε το μαλλί και το πούλαγαν.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι με το ταμπακόμαλλο από τραγί ανακατωμένο με ασβέστη που το έλεγαν χαρμάνι – μπακταντί, οι Γιαννιώτες σοφάτιζαν τα σπίτια τους.
Τα δέρματα για σόλες, τα σολοδέρματα, όπως είπαμε, λεγόταν κορπόνια. Το κορπόνι το έριχναν μέσα στο ποντόνι, το ξέπλεναν, το «ξομάλιζαν», το ρίχνανε λίγο μέσα στο χάρτζι (βελανίδι) για 7-8 μέρες και μετά το έβαζαν στη βαρέλα, με έξτρα χημικές ουσίες, δηλαδή με κιμπράχο. Το κιμ-πράχο είναι το απόσταγμα από το βελανίδι, το οποίο γίνεται σαν πέτρα. Το έριχναν μέσα στη βαρέλα για 15 ημέρες. Μέσα στη βαρέλα που κινούνταν μπρος-πίσω ρίχνανε 5-6 τσουβάλια κιμπράχο. Στη βαρέλα υπήρχαν κάπου 200 μέχρι 300 κορπόνια. Το κιμπράχο έπρεπε να ανεβάσει τη θερμοκρασία σε 15-20 βαθμούς.

Μετά από 15 ημέρες τα έβγαζαν από τη βαρέλα και τα έβαζαν σε μεγάλες λεκάνες με βελανίδι και τα παστώνανε επί 6 μήνες. Έπειτα τα βάζανε στον πάγκο που βρίσκονταν στο καραγιαπί και με ειδικό μηχάνη μα την ντουάλέτα. Ήταν ένα μηχανή μα σαν σβούρα γιατί ήταν χοντρά τα σολοδέρματα. Αυτή η σβούρα ήταν οδοντωτή και αφού με την βοήθεια της στρώνανε το δέρμα, το περνάγανε με αλοιφή και όταν στέγνωνε τα περνάγανε στον κύλινδρο. Ένα σίδερο μεγάλο σαν οδοστρωτήρας.
Η βακέτα (ιταλικά Vaccheta) ήταν ένα δέρμα που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή αδιάβροχων παπουτσιών. Αφού την κάνανε υπόξανθη χάρη στο βελανίδι και τον πεύκο, τη λαδώνανε. Για να φτιάξουν την βακέτα, χρησιμοποιούσαν μοσχαρίσιο δέρμα. Την άφηναν ξανθιά και τη λαδώνανε με ντεγρά. (Όλα τα λαδώματα γίνονταν από τον βουδουρά). Έπειτα τη βακέτα την βάζανε πάνω σε ένα μαρμάρινο πάγκο που βρίσκονταν στο καραγιαπί. Εκεί ήταν ο σκεφές, δηλαδή ένα σίδερο από ατσάλι που εισάγονταν από την Γαλλία. Με τον σκεφέ καθάριζαν ταλέσια.

Το λουστρίνι, υπόδημα πολυτελείας, το φέρανε οι Έλληνες της Μικρά Ασίας. Το λουστρίνι με δύο λέξεις είναι κατεργασία δέρματος με χρώμιο. Λουστρίνι δέρμα στα Γιάννινα έφτιαχναν ο Γ. Γκαραμάνας και ο Α. Νιτσόπούλος. Όμως πρέπει να διευκρινίσουμε ότι τα λουστρίνια δέρματα που προορίζονταν για παπούτσι έρχονταν από την Κρήτη. Στα Γιάννινα παρήγαγαν λουστρίνι, το οποίο το έβαζαν σαν γαρνιτούρα (πρεβάζι) στα τσαρούχια. Το λουστρίνι γίνονταν από μοσχαρίσιο δέρμα. Το βγάζανε μέσα από τις βαρέλες, το βάφανε μαύρο και στη συνέχεια το τελάρωναν, αλλά πριν γίνει αυτό το βάζανε σε μια λεκάνη με ανελίνες. Έπειτα το βγάζανε, κέρωνε (δηλ, στέγνωνε) και μετά με ένα τοξοειδές εργαλείο το μαλακώνανε.
Στη συνέχεια το δέρμα -λουστρίνι το βάζανε μέσα στον αμπαστά και με μια ανέμη και χρώμιο που έβραζε το κατεργάζανε. Η ανέμη τα ‘φερνε βόλτα τα τομάρια μια εβδομάδα. Μετά τα τελαρώνανε και το περνάγανε με πινέλο.

Τέλος πρέπει να πούμε ότι τα βελανίδια, αφού τελείωνε ο παραγωγικός τους ρόλος, τα εναπόθεταν κοντά στη λίμνη, τα λέγανε δε σόμια (από το σούμος-δρυς), ήταν δε εξαιρετικό λίπασμα για τα μποστάνια (περιβόλια).
Τέλος τα λέσια που ήταν κρέατα με κολλοειδή ουσία, αφού συγκέντρωναν έναν τόνο και τα στέγνωναν τα βάζανε μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι και τα βράζανε τρεις μέρες. Αφού έβραζαν έβγαζαν έναν πολτό που έσταζε από έναν πύρο. Ένα είδος σωλήνα σ’ ένα καλούπι ξύλινο, το οποίο είχε μάκρος 1,60 μ., πλάτος 80 εκατοστά και ύψος 20 εκατοστά. Το απόσταγμα είχε δύο (2) εκατοστά πάχος. Το έκοβαν με ένα μαχαίρι και βγαίνανε τετράγωνα τεμάχια 20X20, τα οποία τα έβαζαν μετά σ’ ένα τελάρο με τσίπα και στέγνωναν. Για να βγει ψαρόκολλα δεν έπρεπε να έχει πολύ ήλιο, ούτε βροχή αλλά να φυσάει βοριάς. Η ψαρόκολλα χρησιμοποιούνταν από τους επιπλοποιούς. Η σημερινή επεξεργασία δέρματος αναπτύχθηκε με αλματωδικούς ρυθμούς. Σαν βάση όμως είναι το παλιό ταμπάκικο το οποίο στα Γιάννινα έσβησε για πάντα στη δεκαετία του ’60.

Οι ταμπάκοι ήταν ένας κόσμος ιδιόρρυθμος και, θα λέγαμε, παράδοξος. Υπήρχαν ταμπάκοι βάρβαροι, ακοινώνητοι, απολίτιστοι, είρωνες και πολλοί αλλόφρονες. Υπήρχαν όμως και ταμπάκοι μειλίχιοι, καλοσυνάτοι και πολιτισμένοι, οι ταμπάκοι μετά τη δουλειά τους (μεροδούλι) σύχναζαν στις μπακάλοταβέρνες του Βαρέτα, του Βαγενά, στου Πλένιου, στο Γκάλκο και στον Αυδή στην Κάλούτσια).
Στη διάρκεια του μεσοπολέμου πολιτικά οι περισσότεροι ταμπάκοι ήταν βενιζελικοί. Τον δε Βενιζέλο τον έλεγαν Μπάμπα άλλοι ήταν και φίλο μοναρχικοί. Στη διάρκεια της κατοχής χωρίστηκαν σε αριστερούς και δεξιούς. Δεν ήταν όμως δραστήριοι πολιτικά.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Συμεών Κριθαρά «Παλιά Γιάννινα – Οι αγριόπαπιες που έφυγαν»

Advertisements