Ετικέτες

, ,

Του Ιωάννη Βηλαρά

Ποιος έχει πέτρινη καρδιά για να μη νιώσει πόνο,
Με το κακό που γίνηκε το φετινό το χρόνο,
Κακό μεγάλο και φριχτό όπου νοικοκυραίοι
Σε μια στιγμήν απέμειναν γυμνοί διακοναραίοι,
Βιό τους και σπίτια, μ’ ίδρωτα πολύν αποχτημένα
Να τα ιδούν οι άθλιοι οχ τη φωτιά καμένα.

Κι αντίς σε στρώματα ψηλά και πλούσια στολισμένα
Κοίτουνται τώρα κατά γης με χέρια σταυρωμένα.
Ώ θέαμα ελεεινό! Και ποιος να σας κοιτάζει
Χωρίς να κλάψει από καρδιάς, χωρίς ν’ αναστενάζει;
Αχ! Να ‘παιζε στο χέρι μου ποιητικό κοντύλι
Να ιστορίσω, ως ήθελα, με τέχνη αυτή την ύλη!
Γιατί ακλούθησαν πολλά συμβεβηκά μεγάλα,
Εγώ δεν είδα βέβαια ποτέ μου τέτοια άλλα,
Κι αν είχα ιδή και άλλοτε με τούτα δεν ομοιάζουν,
Ετούτα είναι αλλόκοτα, διόλου παραλλάζουν,
Δεν είναι της πυρκαϊάς τα όσα προξενάει,
Μον’ είναι κάτι ειδίσματα καθένας ν’ αποράη.
Στους χίλιους οχτακόσιους δυο, το μήνα που θερίζουν,
Κι όπου γι’ αυτό και θεριστή κοινά ονοματίζουν,
Και στις εννιά και είκοσι του ίδιου μήνα εγίνη
Αυτή η φωτιά, που σ’ όλους μας τρομάρες τόσες δίνει,
Δυό ώρες ήταν της νυχτός, οπώδωκε τη φάλια
Και αντράλωσε υστερώτερα του κόσμου τα κεφάλια.
Τρεις ώρες μόνον φτούρησε κι αν φτούραγε ακόμα
Η χώρα θα σωριάζονταν καμένο μαύρο χώμα.
Επρωτοφάνηκεν, ως λεν, μες στου Κώστα-Πολίτη
Οχ τάργαστήρι, κολλητά στην πόρτα από το σπίτι
Και απέκει, με απίστευτη και άκρα γρηγοράδα,
Άναψε ευτύς της γειτονιάς και η μια και η άλλη αράδα.
Φυσάει νότος και βοριάς και τη φωτιά φουσκώνουν
Τις φλόγες και τα κάρβουνα στα σύννεφα σηκώνουν,
Πέφτουν οι τοίχοι κι οι σκεπές κι ο τόπος αντηχάει,
Κι ο κουρνιαχτός με τον καπνό στα ύψη απετάει.
Θαμπώνουν τ’ άστρια τουρανού και το σκοτάδι αξαίνει,
κι η φλόγα φοβερότερα τον Άδη παρασταίνει.
Ώ Θε μου, τι αλλαλαγμοί, τι φόβος στο λαό σου!
«Πάψε», φωνάζουν κλαίοντας, «ντε πάψε το θυμό σου».
Γυναίκες άντρες και παιδιά, γερόντοι, γριές και νέοι,
Ανάκατα και Χριστιανοί και Τούρκοι και Εβραίοι.
Θρηνούν την δυστυχία τους απελπισμένοι τρέχουν,
Που να σταθούν και που να παν τελείως δεν κατέχουν.
Ομπρός, οπίσω περπατούν, χωρίς σκοπό κινιούνται,
Φωνάζουν, κλαιν αδιάκοπα και μον παραπονιούνται,
Μηδέ τους ερχόνταν στο νου να τρέξουν να πασκίσουν
Να καταπάψουν το κακό και τη φωτιά να σβήσουν.
Παρά συμβαίνει κι έξαφνα με βία πολλή αβγατάει,
Κι ο κόσμος ελαχτάρισε, νου μέτρα δεν κρατάει,
Κι απέ η λαχτάρα της φωτιάς με άλλο δεν ταιριάζει
Κι εκείνα που δεν θέλουμε να κάμωμε μας βάζει.
Ο άξιος γίνεται δειλός, ο φρόνιμος τα χάνει,
Την εντροπήν ο άνθρωπός στην άκρα τότε βάνει.
Πόσες κυρίες κι αρχόντισσες από την πρώτη τάξη
– Τι καταφρόνια ανέλπιστη! Θεός να μας φυλάξει!-
Όπου δεν πήγαιναν ποτέ, από μια πόρτα σ’ άλλη,
Χωρίς δουλευτρών συνοδειά και συνοδειά μεγάλη,
στις στράτες καταμόναχες κι αστόλιστες γυρίζουν
Εκστατικές στην τύχη τους κι απελπισμένες φρίζουν!
Πολλοί οχ τον ύπνο τους ως βρέθηκαν, γυμνοί, μισοντυμένοι,
Έτσι σηκώνονται άθελα και φεύγουν ζαλισμένοι
Από μικρούς και μεγάλους εγιόμισαν οι στράτες
Τα πράγματα τους φέροντας σε χέρια και σε πλάτες
Ποιος σκουτικά εκουβάλαγε και ποιος αγγειά, κασέλες
Σαν οι φορτώστρες πήγαιναν κυράδες και κοπέλες
Αφέντης το κοπέλι του ογλίγορα φορτώνει
Κι όσο κι η ευγένεια του βαστάει το σηκώνει.
Σαν τα μυρμήγκια που οντά βρουν παρέκει οχ τη φωλιά τους
Σωρό από σκύβαλα λιανά ή άλλο για σοδειά τους
Κινάν κοπάδι, βιαστικά, κατόπι ένα τ’ άλλο,
Ποιο να σηκώσει πρόθυμο μοιράδι πλιό μεγάλο
Και βλέπεις, άδεια ανάκατα μαζί και φορτωμένα
Να μπαινοβγαίνουν άκοπα πυκνά απανωτιασμένα,
Να τρέχουν, να στριμώνουνται, να παν και να γυρίζουν,
Έτσι στους δρόμους ο λαός σε πλήθος τριγυρίζουν.
Μον’ της φωτιάς η αφορμή εγίνηκεν αιτία
Να γεννηθεί άλλο βάσανο και άλλη τιμωρία
Αρματωμένοι Λιάπηδες εδώ κι εκεί κοιτάζουν
Και ότι αντέσουν αδραχτούν και ληστρικά τ’ αρπάζουν,
Και όσους κάτι οχ τη φωτιά με κίνδυνο γλιτώνουν
Οχ τη φωτιά ασπλαχνότεροι τελείως τους γυμνώνουν.
Κι αυτό πολλοί το έπαθαν από αδυναμία τους
Ναντισταθούν ως έπρεπε σε τέτοια συμφορά τους.
Εκείνου όμως έπαινος με δίκιο θα του γένει
Γιατί δεν είναι όμοιος του στης γης την οικουμένη.
Που δίχως φόβο ή σύγχυση ‘χ το σπίτι του κινώντας
Κουτί βαρύ πετραδικά παραμελεί βαστώντας
Μ’ οχτώ χιλιάδες μετρητά σ’ ασήμι φορτωμένος
Και στο ποδάρι από καρφί μεγάλο λαβωμένος
Σαν παλικάρι ερρίχτηκε με το σπαθί στο χέρι
Και σε μεριά τ’ απόθεσε μασφάλεια σαν ξεφτέρι,
Και παίρνοντας την σύζυγο ωσάν τουρβά στον ώμο
Σ’ είκοσι πέντε Λιάπηδες μεγάλο χύνει τρόμο.
Καλότυχοι όσοι μπόρεσαν στη φόβια νύχτα εκείνη
Καρδιά να δείξουν σταθερή, καρδιά μ’ αγαθοσύνη,
Και το καλό προξένησαν κατά τη δύναμή τους
Και τους λοιπούς ωφέλησαν μαζί με τη ψυχή τους
Σαν πως τυχαίνει όλοι μας να τον ευχαριστούμε
Το Δάσκαλο μας το σοφό και να τον συγχαρούμε,
Όπου, σαν είδε τη φωτιά, χωρίς καιρό να χάσει
Μες στο σκολειό εβρέθηκε τη βλάβη να προφτάσει,
Με κόπο συγκρατούμενο, μ’ αγώνα που ξοδεύει
Τη βιβλιοθήκη σωριαστή μες την αυλή μουσκεύει.
Αληθινά δεν έσωσε ως κει η φωτιά να βλάψει,
Μον νάφτανε δε γενόνταν βρεμένη να την κάψει.
Να! τι θα πει στον άνθρωπο η γνώση, που ηξεύρει,
Ότι χιλιάδες δε νογάν, μονάχη να εφεύρει!
Ως τόσο βόσκει η φωτιά και γύρω προχωράει
Μηδέ τίνας εφρόντιζε, το κάψιμο αβγατάει.
Άνθρωποι δεν ευρίσκονταν για να την εμποδίσουν,
Να κάνουν κάθε δυνατό να τρέξουν να τη σβύσουν.
Ένας και μόνος βρέθηκε με φρονιμάδας μέτρα,
Μια πέτρα αλλιώς δεν έμνησκε απάνω σ’ άλλη πέτρα.
Εύγε και τρισεύγε σου, αλήθεια πατριώτη
Εσένα πρέπει αξιώμα, τιμή με δίκιο πρώτη.
Εσένα που έδειξες σωστά το πόσο αχρήζεις
Για την κοινήν ωφείλειαν ως πρέπει να φροντίζεις.
«Άσπρα μαστόροι» εφώναζες «εσείς μη τ’ αψηχάτε
θέλετε χίλια, εκατό, πανήντα, δέκα να τε!….»
με υποσχέσεις, φοβερισμούς και όμοια λόγια πλήθια,
πολύ καλό μας έκανες να πούμε την αλήθεια,
κι ανίσως θέλουν μερικοί κακόγλωσοι να κρίνουν
ο κόσμος όλος άδικο να ξέρεις πως τους δίνουν.
Και τι να ειπούν οι φθονεροί κι ανέγνωμοι οχτροί σου,
Χώρια πως συ δεν έδωκες παράν οχ το πουγκί σου:
Πως οι μαστόροι απόμειναν με τα ταξίματα σου
Και ύστερα πλερώθηκαν από τη γειτονιά σου;..
Εσύ έκαμες το χρέος σου, εκείνοι πάλιν φταίγουν
Που αν εδώκαν κατιντί δεν πρέπει να το λέγουν!..
Τέλος αρχίνησαν πολλοί το φόβο να αφήνουν
Και του κακού τ’ αβγάτισμα ζητάν να ξεμακρύνουν
Οι καρδερώτεροι πηδάν και τις σκεπές πλακώνουν
Και τους μαστόρους πρόθυμοι βοηθούν και δυναμώνουν,
Στα στραυροδρόμια μερικοί τους Λιάπηδες ξετάζουν
Κι εκείνα όπου άρπαξαν ναφήσουν αναγκάζουν,
Άλλοι απ’ άλλος δέχονται και τα χρειώδη πέρουν
Για της φωτιάς το σβύσιμο και των μαστόρων φέρουν
Συντρέχουν όλοι ομόφωνοι, μικροί μαζί μεγάλοι,
Καθένας όπως τούκοφτε στην ώρα το κεφάλι,
Κι έτσι με το παράδειγμα με την καλή την τάξη
Ξεκόφτουν δω ξεκόφτουν κει, γκρεμίζουν, ξεσκεπάζουν,
Χωρίς φωνές και ταραχή κι αληθινά κοπιάζουν
Σε λίγην ώρα της δουλειάς εφάνηκε  η ενέργεια
Κι ο νους πόσο είναι χρήσιμος άντα οδηγάει τα χέρια,
Μες τα καμένα η φωτιά περιορισμένη μνήσκει
Βοσκή παρέκει να πιαστεί και μέρος δεν ευρήσκει
Σαυτό, μια κάποια χριστιανή ξετετραχιλισμένη
στο πλήθος μέσα εχούγιαζε, κοντά μισοκαμένη
«Για πάψτε άνθρωποι μάταιοι, γιομάτοι αμαρτία
παρακαλέστε κλαίοντας Θεού την ευσπλαχνία,
γιατί δεν είναι βολετό, γιατί δεν ημπορείτε
Οχ την ουράνια οργή ποτέ να φυλαχτήτε
Ιδέτε εμέν’ που βρέθηκα στο σπίτι μου κλεισμένη
Κι από φωτιές απανωτές παντούθεν κυκλωμένη
Από ανθρώπους συνδρομή δε στρέγω να ζητήσω
Και την ελπίδα απόθεσα στον ουρανό να γλύσω
Γονατιστή επροσευκόμουνα στα δάκρυα βουτηγμένη,
Άντα είδα ομπρόςμου κι έρχεται νειά λαμπροφορεμένη
Και πιάνοντας με κοπανιά με θάρρος οχ το χέρι
Καθώς με βλέπετε αβλαβή κι ανέγγιγη με φέρει».
Να τη θωρούν ως βρίσκονταν, νακούν το τι διηγέται
Από τα γέλια ο λαός με δίκιο δεν κρατιέται.
Οχ! Σπίτια που εκάγησαν, αχ, πλούτος που εχάθη!
Στα άτυχα τα Γιάννινα τι συμφορά εστάθη!
Ως τόσο έσβησε η φωτιά κοντά στην εκκλησία
Του Αϊ Νικολάου κι έπαψε εκείθε η δυστυχία,
Κι από την άλλη τη μεριά ως το τζαμί τελειώνει
Κι ο κόσμος πάει να κοιμηθεί, το νου του συμμαζώνει.

Advertisements