Ετικέτες

,

Του Κώστα Τ. Καζαντζή

Δεξιά της σπηλιάς του Σκυλοσόφου, ο παρατηρητής ανευρίσκει τ’ απομεινάρια μιας σκάλας που αναρριχάται ελικοειδώς στον βράχον εως τα θεμέλια από τα κελιά του Τζαμιού του Ασλάν πασά. Η σκάλα είναι στενή με σκαλίδια πέτρινα, και χρειάζεται κάποια προσοχή γιά να εξιχνιασθή οτι κατέληγεν εις μίαν «πορτοπούλαν αφανή» και σχεδόν χωμένην εις μίαν δίπλαν του τείχους. Η θύρα αυτή άγει από ένα δαίδαλον υπογείων διάδρομων υποκάτω από τα κελιά που είναι στην αυλήν του Τζαμιού, τις οϊδε που.

Όπως και η σπηλιά, και η σκάλα ή όπως λέγεται γιαννιώτικα «σκαλοπούλα» – συνέχεται με ένα τραγικον επεισόδιον της ιστορίας της πόλεως μας. Η ήρωις όμως αυτού του επεισοδίου υπήρξε μάλλον τυχερή, καίτοι ήττον αντάξια του εθνομάρτυρας της «σπηλιάς». Είχε την έκτακτον τύχην να εύρη τον Ομηρόν της. Με την αδέσμευτον έλευθεριαν του πνεύματος, η Μούσα έβγαλεν από τας δέλτους της ιστορίας ένα δύσοσμον δράμα, στο όποιον ο θάνατος επέρχεται ως ο μοιραίος εξιλασμός της αμαρτίας, του εφύσησε την αναδημιουργητικήν πνοήν της και το μετεμόρφωσεν εις εθνικήν εποποιίαν. Το πλάσμα της φαντασίας δεν ετήρησε τίποτε από το προτυπόν του της ζωής, ειμή το όνομα. Και έτσι η σκιά, η οπτασία ενός δαιμονίου ποιητού απερρόφησεν, εξηφάνισεν, αντικατέστησε το από σάρκα και οστά γύναιον της πραγματικότητος. Η λετζένδα έσβυσε την πεζήν ίστορίαν. Ποίος μπορεί τώρα να ξεγυμνώσει την Κυρά Φροσύνην από την ανταύγειαν του πάθους με την οποίαν την περιεβαλεν ο Βαλαωρίτης, και να παραστήσει οΐαν πράγματι ήτο; Άπιστος σύζυγος, άστοργος μητέρα, αμαρτωλή χριστιανή, προδότις έλληνίς.

Η κριτική της ιστορίας μας εσυνείθισε με πολλές ακροβασίες. Πλέον η άπαξ ευρέθησαν σοφοί να καταναλώσουν διανοητικόν μοσχοσάπουνον στο άχαρι έργον ν’ ασπρίσουν κάποιον αράπην της ιστορίας, να παλινορθώσουν την υστεροφημίαν κάποιου περικαθάρματος. Ασχέτως, ένας λόγιος κληρικός, φέρ’ ειπείν, ο πανοσιολ. Αθηναγόρας επεχείρησε την απολογίαν του περιβόητου Θανάση Βάγια.
Έκαμε στην ίστορίαν χρήσιν ενός θείου δώρου που του εδόθηκε μόνον δια την μέλλουσαν ζωήν του «αν τίνων αφήτε τάς αμαρτίας, αφίενται αύτοΐς».
Απ’ εναντίας η ποίησις, μολονότι έχει έμφυτον και την χάριν και την δύναμιν να πλύνε οποίον ευδοκεί και να λευκαίνεται «υπέρ χιόνα», να τον ραντίζει εδείχθη εκτάκτως εκλεκτική ως προς τους ήρωας που απεθανάτισεν.
Αλλ’ ο έλλην ποιητής επί του προκειμένου, είχε μίαν αδειάσειστον δικαιολογίαν. Στον αένναον ανταγωνισμόν μεταξύ του κατακτητού και των δορυαλώτων, μεταξύ του τυράννου και των θυμάτων του, ήτο απαραίτητον αδυναμίαι και αίσχη των υποδουλωθέντων να εξαγνίζονται από την ωριμότητα του δορυκτήτορος. Μόνον έτσι ήτο δυνατόν να γεμίσει το ποτήρι της οργής και νι επιταχυνθεί η ήμερα της εκδικήσεως.
Ένα άλλον κόμπον έχυσε μέσα στο ποτήρι αυτό και η λαϊκή μούσα με το τρυφερόν στιχοπλοκάκι της:
«Χίλια καντάρια ζάχαρι
θα ρίξω μέσ’ στη λίμνη
Για να γλυκάνη το νερό
Να πίνει η κυρά Φροσόνη».

Ο ραγιάς που σε μαύρες μέρες το ετραγουδοΰσε περιπαθώς, εσυμπονούσε το πάθημα μα δεν εσυγχωροΰσε το παραστράτημα της κυρά Φροσύνης. Κάθε άλλο, θα εσκότωνε με τα χέοια του το θηλυκόν του σπιτιού του, που θα ήτανε τέτοιον. Άλλα τότε, αύτη η έκφρασις συμπαθείας, η τραγουδιστή, ήτο το μόνον είδος διαμαρτυρίας που του επετρέπετο ατιμωρητεί και γι’ αυτό το μεταχειρίσθηκε. Απόδειξις πώς κατά βάθος έτσι ήτο, μένει το γεγονός ότι δεν ευρέθηκε ποτέ, πουθενά, κανένα μέλος της οικογενείας της κυρά Φροσύνης πού καν να υπόμνηση την συγγένειάν του με την ηρωίδα της λετζένδας πού έπλασεν ο Βαλαωρίτης περί το όνομα της. Είχε μολαταύτα σύζυγον και αδελφόν εις την ξένην και δύο παιδιά στα Γιάννινα. Και εξεπατρίσθησαν και αυτά βιαζόμενα να κρύψουν το στίγμα που η ανεπιθύμητος διαφήμισις τους εφαίνετο οτι ενεκόλαπτε μάλλον παρά απέπλυνε. Και αυτό το επώνυμον της παραστρατησάσης συζύγου και μητρός, απεσιωπήθηκε ως εκ συστάσεως και εξεχάστηκε. Ήτο άλλη η κυρά Φροσύνη του αθανάτου έπους, δεν ήτο η δική των γυναίκα και η μάννα. Η δική τους μάννα ενέδωκεν εις την ματαιότητα της, δεν υπέκυψεν εις την βίαν τού ημιαγρίου εραστού. Ένα πάθος ένοχον, άλλ’ όχι και ακαταλόγιστον την έρριψε στην αγκαλιά ενός Αρβανίτη, ενός εχθρού, που έσειε την φουστανέλα και έστριφε το μουστάκι. Έχασε κάθε εντροπήν, ελησμόνησε και κοινωνικήν θέσιν και οικογενειακά καθήκοντα, παρέβλεψε την διαφοράν της θρησκείας και της φυλής απεμονώθηκεν από συγγενείς και φίλους και απέθανε θύμα όχι τού έρωτος για ένα ψευτοπαλλήκαρο με χρυσά πεσλιά, αλλά της ιδικής της ξετσιπωσιάς και επιπολαιότητος. Δεν ηρκεΐτο να εκμεταλλεύεται την αδυναμίαν του Μουχτάρ διά να μαζεύει «τζοβάϊρικα» αλλά ηρέσκετο και να τα επιδεικνύει αδιάντροπα «για να σκάση» την σύζυγον του εραστού της. Το έκαμε μια φορά παραπάνω, με ένα δακτυλίδι. Αυτό έγεινεν αφορμή του χαμού της. Ο Μουχτάρ διά να της το χαρίσει, το επήρεν από την συζυγόν του στην οποίαν ανήκε. Ο Αήπασας, στον όποιον η νύφη του είχε προστρέξει, άμα έμαθε ποίον δάκτυλον εστόλισε το δακτυλίδι της, ζητούσα εκδίκησιν, έκαμεν εις αυτήν ορκον να την εκδίκηση πριν ακούσει εναντίον τίνος εστρέφετο η μήνις της.

Ο Αλής καίτοι λάγνος, είχε την ιδιοτροπίαν να μη κατέρχεται, εις μοιχείαν. Τόσον μάλιστα που διά να γλυτώσουν από τα νύχια του τα κορίτσια που επέσυραν το μάτι του, τα υπάνδρευαν όπως, όπως. Ώστε ούτε αυτός επεθύμησε την κυρά Φροσύνην, ούτε εκείνη ηρνήθη να υποταγή στες επιθυμίες του. Το πνίξιμον της ήτο καθαρά εκδίκησις της συζύγου του Μουχτάρ. Διά να συγκαλυφθεί ο προσωπικός χαρακτήρ της εκτελέσεως, απλώθηκε το δίχτυ των χρηστών ηθών, στο όποιον επιάσθηκαν αί δεκαεφτά όλες διαλεγμένες εξώλεις και προώλεις.

Στα 1801, μια νύκτα, συνελήφθησαν η κυρά Φροσυνη και η νεκροπομπή της των 17 γυναίων και ερρίφθησαν στην φυλακήν. Έγειναν ρετζάδες και εδόθηκαν πεσκέσια εις όλους τους ευνοουμένους του Αλή. Άλλ η νέμεσις ήτο σωστή γυναίκα αύτην τήν φοράν. Εδείχθη αμείλικτος. Μια βραδιά χειμωνιάτικη του Γεννάρη, αι μελλοθάνατοι ωδηγήθησαν από τη φυλακή, διά σκοτεινών υπογείων, έξω από την «πορτοπούλαν» του Τζαμιού, στην ελικοειδή σκάλαν του βράχου, οπού επερίμεναν ύπο-κάτω δύο καΐκια. Η κυρά Φροσύνη δεν επέδειξεν ούτε ηρωϊσμόν, ούτε στωικότητα ενώπιον του θανάτου. Δεν ητο μάρτυς αλλά ένα αδύνατον σκεύος ηδονής και απολαύσεως. Σαν μία άλλη διάσημος αμαρτωλή, η Ντυμπαρή, εφώναζε και εδάγκανε και εδέρνετο και αντεστέκετο καθ’ όλην την διαδρομήν, ώστε διά της βίας την εκουβάλησαν οι φύλακες έως το κορφόσκαλον. Εκεί συρομένη και σπρώχνω μένη, ελιποθύμησεν άμα είδε την πένθιμον αντανάκλασιν της σιωπηλής λίμνης στο σκοτάδι. Πριν την κατεβάσουν στο καΐκι, εξεψύχησεν από τον τρόμον της. Τα νερά της λίμνης κατέπιαν το πτώμα της και το εξέβρασαν στην καλαμιά. Κάλοι χριστιανοί το έθαψαν χριστιανικώς στους Άγιους Αναργύρους.

Το δαιμόνιον ενός εμπνευσμένου ποιητού της έκαμε την γαίαν ελαφράν ες αεί. Η  σκάλα στην οποίαν παρέδωκε το πνεύμα όχι η βεβηλωθείσα αγαπητικιά του Μουχταρπασά, άλλα το σπαραξικάρδιον πλάσμα της φαντασίας ενός Βαλαωρίτη, το ασυλλόγιστο πουλί που του έσπασαν τ’ αδύνατα φτερά μέσα σε μια φοβερή εθνική λαίλαπα, αξίζει να περισωθεί χάριν των γενεών που αύριον θα γνωρίζουν να εκτιμούν την όραματικότητα μιας αναμνήσεως και τ’ αναμνηστικά ενός δράματος.

Το αφήγημα του Κ. Καζαντζή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ήπειρος» το 1924 και συμπεριλήφθηκε σε έκδοση της Ιεράς Μονής Ελεούσης Νήσου, το 2001, από όπου και το αναδημοσιεύουμε.

Advertisements