Ετικέτες

, , , ,

Του Κωνσταντίνου Καζαντζή

Το τζαμί του Άσλάν πασά είνε συνυφασμένον όχι μόνον με παραδόσεις άλλα και με θρύλους. Η μάλλον αξιοσημείωτος άλλα και η μάλλον αβέβαια από τας παραδόσεις, το συνδέει εμμέσως με την ονομασίαν αν μη και με αυτήν την γένεσιν της πόλεως μας.
Είναι αβέβαια, καθόσον η μονή οπωσοΰν πειστική απόδειξις στην οποίαν κουτσοστηρίζεται είναι ο θρύλος. Θρύλος ευλαβής ή δεισιδαίμων, όπως το πάρει καθένας, άλλα πάντως φανταστικός.

Πότε έγειναν τα Ιωάννινα και πόθεν προήλθεν η ονομασία των;
Να μία σύνθετος ερώτησης στην οποίαν η ιστορία δεν μας δίδει καμμίαν θετικήν απάντησιν, πλην ενός ισχνού και αναπήρου γεγονότος. Γνωρίζομεν ότι στα 879 κάποιος Ζαχαρίας, επίσκοπος Ιωαννίνης όχι Ιωαννίνων -παρεκάθησε στην εν Κωνσταντινουπόλει επί Φωτίου συγκληθείσαν σύνοδον.
Ποία ήτο η Ίωαννίνη έξ ης η φερώνυμος επισκοπή; Ήτο κάποια αρχόντισσα Γιάννενα που είχε τον πύργον της εκεί που είναι τώρα το τζάμι του Άσλαν πάσα και της οποίας το όνομα οι καλόγηροι εξελλήνισαν στην καθαρεύουσάν των; Η υπόθεσης δεν είναι εντελώς αστήρικτος. Ήτο κάποια Μονή, όπως λέγεται ότι στο ίδιο ήτο πάλιν μέρος, του Άγιου Ιωάννου, της οποίας ο ηγούμενος, καθώς γνωρίζομεν ότι συνέβαινε πολλάκις, είχεν τον βαθμον επισκόπου;
Άγνωστον άλλα όχι και απίθανον.

Επάνω όθεν και ολόγυρα από ένα και μόνον διδόμενον η φαντασία, η λαϊκή και η γραμματιζούμενη, μπορεί να κεντήσει ένα σωρό εικασίες. Και τες εκέντησε.
Μια απ αυτές ότι το τζάμι του Ασλαν πάσα προϋπήρχεν ως εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, βασίζεται εις ένα παραμύθι που στερείται κάθε αποδεικτικήν αξίαν έκτος όσον άφορα την ευπιστίαν του χρησιμοποιούντος αυτό.
Μολαταύτα, όταν ο θρύλος δεν είναι αποκύημα της βδελυράς φαντασίας κανενός εν επιγνώσει παραχαράκτου της λαογραφίας, αλλά είναι γνησίως και απαραγνωρίστως   λαϊκός, τότε ενέχει κάποιαν έννοιαν.
Συμπυκνώνει, ούτως ειπείν, ορισμένες άδηλους ιστορικές τάσεις και φωτίζει ορισμένες ιστορικές μεταβολές με ένα φως συμβολικόν που αν δεν αναπαριστά, εξηγεί το ιστορικόν γεγονός στο όποιον αναφέρεται. Και τότε ο θρύλος μολονότι αναληθής, γίνεται πιστευτός. Διότι είναι δημιούργημα της ομαδικής μυστικοπάθειας η οποία διαισθάνεται τας υπολανθάνουσας ιστορικάς δυνάμεις στα γεγονότα και έτσι ή ερμηνεύει ή συμβολίζει την επιδρασίν των. Ο θρύλος του είδους αυτού, εκφράζει ότι δεν είναι άλλα μπορεί ή πρέπει να είναι έτσι.

Ένας τέτοιος θρύλος είναι εκείνος που πραγματεύεται το μυστικόν φύλαγμα ενός εικονίσματος του Αγίου Ιωάννου, στο τζάμι του Άσλαν πάσα.
Επιστεύετο από τες απλοϊκές ψυχές των πατέρων μας, που απηλπισμένοι από τον εαυτόν τους, επερίμεναν την απολύτρωσίν των από κάποιαν υπεράνθρωπον αντίληψιν, και διεδίδετο από στόμα εις στόμα, χαμηλοφώνως, πώς εκεί ψηλά, στην άκρα του κάστρου, εφυλάσσετο με θρησκευτικήν ευλάβειαν από τους χριστιανομάχους Άγαρηνούς, ένα χριστιανικόν σέβασμα’ το «κόν’σμα τ’ Αγεννιού». Φαντασθείτε όποιον γεγονός ανήκουστον και απίστευτον μέσα εις ένα τέμενος του ισλαμισμού ένα ιερόν κειμήλιον γκιαούρικον!
Εκεί που απαγορεύεται αυστηρότατα κάθε απεικόνισις μορφής ζώσης εγκαθιδρύθη ασάλευτον το αποτύπωμα του ασκητικού Ιβλιά των Κιαφίρίδων!
Αυτό δεν ειμποροΰσε να είναι παρά ένα θεοτικόν θαύμα για να μη χάση ο ραγιάς την ελπίδα της απελευθερώσεως. Ένα θαύμα στο όποιον ο κατακτητής υπέκυψε μετά δέους, σιωπών και τρέμων μήπως γίνει παγκοίνως γνωστόν και κλονισθή και καταπέση το γόητρον της δεσποσύνης του.
Και πως λέγεται ότι έγινεν αυτό το θαύμα;

Όντας αποφάσισε να χαλάσει την εκκλησιά του Άγιου Ιωάννου και να τη φκιάκη τζαμί, ο Ασλάν πασάς επρόσταξε το Δεσπότη να ξεγυμνώσει τον ναόν από τα αγιασμένα της ορθοδόξου πίστεως για να μη τα γγίξη Τούρκου χέρι και μολυνθεί. Και πράγματι, ο Δεσπότης επήρεν όλα τα ιερά σκεύη και τα άμφια και τες εικόνες και τα διεμοίρασεν στες άλλες εκκλησίες «τ’ Γιαννίνου». Μα το κόν’σμα τ’ Αγεννιού» μια παμπάλαια εικόνα που ήταν στον τέμπλο, το εκράτησε στη Μητρόπολι. Την άλλη ‘μέρα το πρωί, πηγαίνει ο Δεσπότης να προσευχηθεί, και τι να ιδή; «Το κόν’σμα τ’ Αγεννιού» έλειπεν από την θέσι του στο προσκυν’τάρ.
Ρωτάει, ‘ξετάζει μωρέ που πήγε η εικόνα τ Άγιου; ποιος την πήρε; τι εγίνηκε; Κανένας δεν ήξευρε. Πάει η εικόνα, χάθηκε, την έκλεψαν!

Κοντά στο γιώμα στέλλνει ο Πασάς προσκνήματα πολλά στο Δεσπότη και να κοπιάσει ψηλά στο κονάκι κάτι έχει να του πει. Ο Δεσπότης, συγιζμένος ακόμα πώγεινε άφαντη η εικόνα σ’κώθηκε να πάει -μη να μπόραγε να κάνη κι αλλιώς;
Όντας πάϊσε στον Πασιά και τον κέρασαν τσιμπούκι, καφέν, γυρνάει ο Ασλάν πασάς και διώχνει όλ’ς τ’ς αλλ’νούς και του λέει, αυτό κι’ αυτό με τ’ν εικόνα.
Εξαναβρέθκε στον τόπο τ’ς ψηλά στο τζαμί. Και του κάνει μεγάλον ρεντυά να ξαναπάει μυστικά και να την πάρει μοναχός του. Ο Δεσπότ’ς, χαρούμενος που ξαναβρέθηκε το αγιοτ’κο, ίτς δε χάνει καιρό, μόνε ίσια πάνει ψηλά στο τζαμί και ματαπαίρνει το κόν’σμα τ’ Αγεννιού.
Καλά το πήρε άλλα που να το βάλει για να μη φύγει ματα-πάλι;
Εσυλλοΐστηκε, εσυλλοΐστηκε και αποφάσισε να το στείλει στον Άϊ Γιάννη στη Μπουνίλα, με προσταγή να το βάλουν στον τέμπλο της εκκλησιάς όπως ήταν μαθημένο. Κι’ έτσι κ’ έγινε.
Την άλλη ‘μέρα ματαστέλλνει ο Πασιάς και ξανακαλνάη τον Δεσπότη. Όντας μπήκε στο χοτζιερέ τ’ Πασιά ο Δεσπότ’ς, τώπεσε ο Πασάς στα γόνατα και τ’ φίλησε το χέρι.
-Τι είναι τούτο το θιάμα, Δεσπότη μου, του λέει, και πώς θα με γλυτώσεις από τούτο το βάσανο, αυτός ο δικός σας ο Άγιος γύρισε πάλι μάτα τη νύχτα στο τζαμί».
Ο Δεσπότ’ς από μέσα του ήταν όλος χαρά μόνε που κόταγε να το δείξει. Οι χ’στιανοί την παράδωκαν την εκκλησιά τ’ Άγιου στων Τούρκων τα χέρια, μόνε ο Άγιος -μεγάλ’ η χάρ’ του!- που να την αφήσει να ζαπωθεί από τον κασσ’διάρ. -«Καλά τ’ λέει ο Δεσπότ’ς, μη σε μέλλει, πολυ-χρονεμένε μου πασιά εφένδη, παένω εγώ και την ξαναπαίρνω δίχως να το πάρει ιτσκαένας χαμπέρι». Και ματαπαένει και ματαπαίρνει την εικόνα και τη βάνει στο μετόχι τ’ς Αϊκατερίν’ς και προστάζει δυο καλόγερους σιναΐτες να κοιμ’θουν μέσα στο παρακκλήσι όλη τη νύχτα για να φυλαν την εικόνα. Αλλα τι να φ’λασουν; Φ’λαγεται, γυιεμ, το θιαμαχτό το είδισμα;

Ίσια, μ’ ότι αποκοιμήθηκαν οι καλόγεροι, το κόν’σμα τ’ Αγεννιού έκανε φτερά κ’ ίσια βρέθηκε στον παληό τον τέμπλο κι’ ας τον είχαν γκρεμίσει οι Αγαρηνοί που να τους δώσει ο Θεός κακή ζάλη και μαύρη! Σαν εξ’μέρωσε η μέρα τ’ Θεού και ξαναεΐδαν οι χοτζάδες και ο Σέχης στο τζαμί, όντας πήγαν να προσκυνήσουν, το κόν’σμα τ Αγεννιού να στέκεται στον αέρα μέσ’ εκεί που ήταν ο τόπος του, και να λάμπει ο τόπος ολόγυρα και να μοσχοβολάη εζαλοβροντίσθηκαν.

-«Τι είν’ τούτο το πράμα, είπε ο Σέχης, ένα μπογιατισμένο ξύλο θα τα βάλει μ’ όλη την Τουρκιά! Εδώ είναι χέρι θεού! Κάτι μέγα κακό θα μας βρει αν δεν μαλάξουμε τούτον τον άγιο του Θεού». Και τρέχει ίσια στον Πασά και του λέει τι έγινε, και σηκώνονται οι δυο αντάμα και παένουν στο Δεσπότη για να σκεφθούν τι τσιαρέ θα βρουν να φ’χαριστήσουν τον Άγιο που του άρπαξαν την εκκλησιά.
Και εσυμβουλεύθηκαν με το Δεσπότη ώρες, τι κανόνα να τραβήξουν, τι τάξιμο να κάνουν μια καινούργια εκκλησιά ακόμα οξωτικώτερη από την παληά να χτίσουν.
Ότι νάναι να δώσουν και να κάνουν μονάχα την παλιά την εκκλησιά -κακή ώρα και μαύρη που την επήραν!- να κρατήσουν. Πώς να την δώκουν πίσω και να ντροπιασθουν μπροστά στους ραγιάδες;
Να ‘μολογήσουν έτσγιαγια πώς του ραγιά ο άγιος ανίκησε το δικό τους τον μπεργαμπέρ, αυτό δε σύμφερνε.

Ύστερα από τα πολλά που εκουβέντιασαν αποφάσισαν να αφήσουν το Δεσπότη να μάση τ’ς γουμένους και τ’ς παπάδες και τ’ς διάκους και τ’ς ψαλτάδες και ολ’ς τ’ς χ’στιανούς και με τα ψαλσίματα και τα θυμιατίσματα και τα εξαπτέρυγα και τα τόρτσα να πάνουν να πάρουν από το τζαμί το «κον’σμα τ Αγεννιοΰ» και να το κουβαλήσει ο ίδιος ο Δεσπότ’ς στα χέρια τ’, πέρα στο Νησί, στο μοναστήρι τ’ Αγεννιοΰ που ‘νε στ’ άσκηταριό.
Και την άλλη μέρα Εβάρεσαν τα σήμαντρα και μαζώχτηκε όλος ο κόσμος, Όλη η χστιανωσύνη από την πολιτεία κ’ από τα χωριά στην Μ’τρόπολι και με το Δεσποτ ομπροστά γεροφορεμένον, με την κορώνα τα’ και με την πατερίτσα τ’ και γίνηκε μια λιτανεία που δε ματαείχε γένη στα Γιάννινα.
Και πάλι μάτα στα χαμένα.
Γιατί, αν κ’ έκαναν ολονυχτία οι καλόγεροι κ’ οι ασκητάδες πέρα στον Άϊ Γιάννη, το κόν’σμα γίνηκε άφαντο ‘μπροστά από τα μάτια τς εκεί π’ εδιάβαζαν κ επροσεύχονταν ο γούμενος με τ’ς υποταχτικούς τ’.

Ο Σέχης όντας ξαναείδε το κόν’σμα μέσα στο τζαμί, εφώναξε ολ’ς τ’ς χοτζάδες και τ’ς έδεσε με όρκον κακόν να μη μαρτ’ρήσουν τι είδαν και ήξεραν, ούτε στα παιδιά τ’ς για να μη χαλάσει η Τουρκιά και να βαστάξουν το άζαπκλίκι τ’ς, κι’ αυτός έκτισε το μέρος ολόγυρα από το «κόν’σμα» και τώβαλε και μια κανδύλα ασημένια, αφιέρωμα τ’ Ασλάν πασά, κι’ αφοντότε μοναχά αυτός έμπαινε από κρυφά για να βάζει λάδι στην κανδύλα του Άγιου.
Ετσι, σαν επέθαναν όλοι όσοι το ήξεραν, το θιάμα εξεχάστηκε και μοναχά ο Σέχης εμάθαινε το μυστικό και το έκρατουσε, από θειο σε ανεψιό, ως τα σήμερα.
Κατά σύμπτωσιν, οι τελευταίοι Σέχηδες ήσαν χαρακτήρος ώστε να είναι πιθανόν, παρά τον θρήσκευτικόν φανατισμόν των -ίσως δε ένεκα αυτού-να τηρήσουν πιστώς ένα τέτοιο ιερόν «αγγριαμανέτι» των προκατόχων των.

Το επίσπευσα αδιστάκτως και, όταν ήμην μαθητής, πολλές φορές επεσκεύφθηκα το ακρωτήριον του τεμένους με τον μόνον σκοπόν να εξιχνιάσω που ημπορούσε να φυλάσσεται κρυμμένη αύτη η θαυματουργός εικών που δεν εννοούσε ν απομακρυνθεί από τον τόπον διά τον οποίον ιστορήθηκεν από κάποιον ευλαβή ζωγράφον και στον όποιον την έταξεν κάποιος ευσεβής αφιερωτής.
Από τον Σέχη Αχμέτ ήκουσα για τον γοιόν του… Όμηρου.
Από τον Σέχη Αλή έμαθα τον μύθον της ευχής της μάνας, άλλα πουθενά, καμιά φορά, το μάτι μου, όσον και αν το εστριφογύριζα προς τα αδιείσδυτα υπόγεια, δεν ανακάλυψε τίποτε προδίδον κάποιο μυστήριον.
Επίστευσα για κάμποσον καιρό πως εικόνισμα και κανδύλα ήταν στο βάθος του λουτρώνος ο όποιος κοινώς πιστεύεται πως ήτο παρακκλήσι της Άγιας Παρασκευής. Αι υπονοιαί μου διεσκεδάσθησαν από μίαν αυτοψίαν.
Έφυγα από τα Γιάννινα με την έμμονον υποψίαν ότι το μυστήριον εκρύπτετο στο κουβούκλιον που είναι όπιισθεν του τζαμιού.
Ανεκάλυψα, απογοητευμένος, στο 1896 ότι το μυστηριώδες οκτάγωνον ήτο μαυσωλείον κάποιου πασά.

Μετά την απελευθέρωσιν ο θρύλος έμενε κενός από αντικειμενικόν σκοπόν και εξατμίσθηκεν.
Άλλως τε η σημερινή γενεά είδε να γίνονται μεγαλήτερα θαύματα και έπαυσε να ξιππάζεται από γραιΐστικα παραμύθια.
Το «κόν’σμα τα’ Αγεννιού», αν όντως υπήρξε ποτέ και ανευρίσκετο, θα επωλείτο κρυφά στον πρώτον αρχαιοκάπηλον.

• Το αφήγημα του Κ. Καζαντζή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ήπειρος» το 1924 και συμπεριλήφθηκε σε έκδοση της Ιεράς Μονής Ελεούσης Νήσου, το 2001, από όπου και το αναδημοσιεύουμε.

Advertisements