Ετικέτες

Του Γιάννη Κ. Παπαϊωάννου*

Από το 1994 η Βουλή των Ελλήνων, όπως και η Κυπριακή Βουλή, καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού λαού. Γιατί οι Λαοί δεν πρέπει να λησμονούν. Πρέπει να έχουν μνήμη. Όχι για να μένουν μοιρολατρικά δεμένοι στο παρελθόν, αλλά για να γνωρίζουν τις αλήθειες του παρελθόντος, να διδάσκονται από τα λάθη και τις αδυναμίες τους, να παραδειγματίζονται, να συνετίζονται και να προχωρούν δημιουργικά προς το μέλλον.

Στις 19 Μαίου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ πασά, ο μετονομασθείς Κεμάλ Ατατούρκ, δηλαδή «Πατέρας των Τούρκων», αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα του Πόντου, για να οργανώσει τον εθνικιστικό τουρκικό στρατό στην επιτυχημένη τελικά προσπάθεια του εξουδετέρωσης των ανταρτικών ομάδων Ποντίων και στην γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και της Μικρασίας. Οι εκκαθαρίσεις στον μικρασιατικό Πόντο στοίχισαν την ζωή 350.000 Ποντίων από ένα σύνολο 700.000 ανθρώπων. Το δράμα των Ποντίων δυστυχώς συνεχίστηκε και μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης για την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Τους Πόντιους αντί να τους οδηγήσουν στα παράλια, προς την θάλασσα, για να πάρουν τα πλοία προς την Ελλάδα, τους μετακινούσαν μέσα από την έρημο, προς τα νότια και τα νοτιοανατολικά. Κακουχίες, ταλαιπωρίες, πείνα, αρρώστιες. Φορτωμένοι με ό,τι πολύτιμο μπορούσαν να κουβαλήσουν, μετά από πορείες ωρών κουράζονταν και οι τούρκοι στρατιώτες δεν τους άφηναν να ξεκουραστούν. Στάσεις γίνονταν μόνο σε χάνια, προκειμένου να ξεκουραστούν οι τούρκοι οδηγοί τους. Αν κάποιος γέρος κατάκοπος έπεφτε, απαγορεύονταν στους άλλους να σταματήσουν και να τον βοηθήσουν. Οι αδύνατοι, οι ασθενικοί, οι άρρωστοι έμεναν επί τόπου και πέθαιναν. Οι γεροί συνέχιζαν την πεζοπορία. Κι ένας παπάς, ο παπα-Γιώργης, τους φώναζε «Αίσχος. Κάποιος από μας θα γλιτώσει και θα σας καταγγείλει». Από τον Μάρτιο του 1920 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1922 κρατάει η μαρτυρική πορεία από την περιοχή του Πόντου με κατεύθυνση την Καισαρεία και κατάληξη τα Άδανα και την Μερσίνα.

Κι όσοι έφτασαν στο λιμάνι της Μερσίνας, στην περιοχή της Κιλικίας, για να τους παραλάβουν τα ελληνικά πλοία, γνώρισαν άλλο μαρτύριο με τους έλληνες ναυτικούς-που ήταν βασιλικοί- και θεωρούσαν τους καταταλαιπωρημένους και εξουθενωμένους Πόντιους πρόσφυγες βενιζελικούς και άρα εχθρούς τους. Οι Πόντιοι πεινάνε και διψάνε και μετά βίας τους δίνουν λίγο φαγητό, με τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει αρκετή διαθέσιμη τροφή για όλους κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Το τίμημα της διαμάχης βενιζελικών και αντιβενιζελικών το πληρώνουν οι νηστικοί πρόσφυγες, που χάνονται τώρα από ασιτία μέσα στο καράβι. Κάποιος σφυρίζει στον παπα-Γιώργη ότι τα αμπάρια είναι γεμάτα από αμερικάνικα κιβώτια με κονσέρβες. Και εκείνος δίχως να χάσει καιρό φωνάζει και ξεσηκώνει και τους άλλους και αρχίζουν να τρώνε κανονικά. Θες από τύχη, θες από λάθος γλίτωσαν όσοι γλίτωσαν, για να έρθουν να ζήσουν πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι η αμερικάνικη βοήθεια σε τροφή, φάρμακα και υγειονομική περίθαλψη έσωσε σημαντικό χριστιανικό στοιχείο τόσο στην Μικρά Ασία όσο και στην ταπεινωμένη, κατεστραμμένη και φτωχή Ελλάδα μετά την ήττα της Μικρασίας. Το καράβι που μετέφερε τον παπα-Γιώργη μ’ όλο το τσούρμο των απεγνωσμένων Ποντίων-που κατάγονται από τη Ντούτζια, μια πολιτεία κοντά στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας- τους έβγαλε αρχικά στο λιμάνι του Πειραιά, όπου στέλνονται στο νησάκι του αϊ-Γιώργη για απολύμανση και στην συνέχεια στην Πρέβεζα. Περπάτησαν με τα πόδια προς το εσωτερικό κι έφτασαν σε μια βαλτώδη περιοχή κοντά στον σημερινό Αρχάγγελο και στην διακλάδωση προς την σημερινή κωμόπολη «Νέα Σινώπη». Κοιμήθηκαν δίπλα σ’ ένα βυζαντινό εκκλησάκι, που σώζεται μέχρι σήμερα. Στις μέρες που ακολούθησαν διαπίστωσαν ότι δεν άντεχαν να ζήσουν σε ελώδη περιοχή με υγρασία και όλα τα επακόλουθα. Ο παπα-Γιώργης ανήσυχος ερευνά την περιοχή όπου βρίσκονται, ρωτάει, συλλέγει πληροφορίες και εντοπίζει μια μεγάλη πόλη βορειοανατολικά, τα Γιάννινα και αποφασίζει να ρίξει προς τα εκεί το παιχνίδι της τύχης τους. Μαζεύει πάλι όλο το τσούρμο και το καθοδηγεί: «Μη σκορπιστείτε. Να ‘μαστε όλοι μαζί. Συγγενείς και γνωστοί. Να μην χαθούμε. Να βοηθηθούμε.» Έτσι ξεκινάνε για τα Γιάννινα. Μόλις βλέπουν οι Γιαννιώτες την άφιξη των ρακένδυτων προσφύγων διαμαρτύρονται έντονα. Οι ντόπιοι χωριάτες επιβουλεύονται εκείνοι τα κτήματα των τσιφλικάδων μπέηδων, που έχουν εγκατασταθεί με την ανταλλαγή στην Τουρκία και δεν θέλουν να πάρουν μέρος στο μοίρασμα της πίττας και φερτοί πρόσφυγες.

Ο Σπυρίδων εντυπωσιάζεται από τις γνώσεις ετούτου του πρόσφυγα παπά από τον Πόντο, που έχει φοιτήσει στο φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Θαυμάζει την ψυχική δύναμη και την αντοχή που έχει ετούτος ο παπάς και αποφασίζει να τον βοηθήσει. Είναι και ο μητροπολίτης Σπυρίδων κατά κάποιο τρόπο Πόντιος και πρόσφυγας κι ο παπα-Γιώργης του ξυπνάει μνήμες και προσωπικές συγκινήσεις από τα παλιά, όταν οι γονείς του από ένα χωριό του Πωγωνίου ξενιτεύονται για Κωνσταντινούπολη, βρίσκονται στην μικρασιατική ακτή και καταλήγουν στην Χιλή του Πόντου, όπου μεγαλώνει εκείνος και μαθαίνει τα πρώτα του γράμματα.

Οι Πόντιοι πρόσφυγες μοιράζονται για προσωρινή φιλοξενία άλλοι σε ιδρύματα της πόλης και άλλοι στα κελιά που διέθετε-και υπήρχαν μέχρι την δεκαετία του’60- η εκκλησία-μοναστήρι του αϊ Γιάννη Μπονίλα, λίγο έξω από τα Γιάννινα. Με παρεμβάσεις του μητροπολίτη Ιωαννίνων εντοπίζεται η ελώδης τότε έκταση στην ευρύτερη έκταση της εκκλησίας του αϊ-Γιάννη Μπονίλα και στα γεωγραφικά όρια των κοινοτήτων Κατσικάς-Πεδινής. Το 1925 θεμελιώθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός με μεγάλη επισημότητα και με την παρουσία του στρατηγού Τσιρογιάννη, των αρχών της πόλης και πλήθους λαού.

Ξεκινάνε οι χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες για την διανομή κλήρων και ισόγειων πλιθόκτιστων σπιτιών στις οικογένειες των ποντίων προσφύγων, η οποία και ολοκληρώθηκε το έτος 1933. Το καινούργιο προσφυγικό χωριό παίρνει το όνομα «Ανατολή», για να θυμίζει την προέλευση των κατοίκων του από την περιοχή της Ανατολής. Ο δραστήριος παπα-Γιώργης, κατά κόσμον Γεώργιος Εμμανουηλίδης, διορίζεται ιερέας της κοινότητας Ανατολής, στην εκκλησία του αϊ-Γιάννη Μπονίλα. Κάθε απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα γίνεται η δεύτερη ανάσταση στον αϊ-Γιάννη Μπονίλα και ο παπα-Γιώργης διαβάζει την περικοπή της χαρμόσυνης αγγελίας της ανάστασης του Χρίστου στα ελληνικά και στα τουρκικά.

Αρκετοί Γιαννιώτες πηγαίνουν να παρακολουθήσουν την δεύτερη ανάσταση στον αϊ-Γιάννη Μπονίλα. Ανάμεσα σ’ αυτούς θυμάμαι και την οικογένεια μου, που πηγαίναμε νωρίς το απόγευμα με το δρομολόγιο της αστικής συγκοινωνίας ΙΩΑΝΝΙΝΑ-ΑΝΑΤΟΛΗ. Οι κάτοικοι της «Ανατολής» πλέον αγωνίζονται να επιβιώσουν καινά ενσωματωθούν στη νέα τους πατρίδα. Αγωνίζονται να δημιουργήσουν νέες οικογένειες από την αρχή. Αγωνίζονται να διατηρήσουν τα αρχαία τους έθιμα και την ιδιαίτερη ποντιακή τους ταυτότητα. Αγωνίζονται με ποντιακή επιμονή και τα καταφέρνουν με επιτυχία, παρά τις δυσκολίες που είναι αυτονόητο να αντιμετωπίσουν στην αρχή.

Την γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταύρου, στις 14 Σεπτεμβρίου, οι ακρίτες Πόντιοι της κοινότητας Ανατολής καθιέρωσαν συμβολικά να γιορτάζουν την ίδρυση της νέας τους πατρίδας και την εδραίωση και προκοπή τους σ’ αυτή την γωνιά της ακριτικής Ηπείρου, στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Την παλιά τους πατρίδα δεν την ξεχνούν. Επιβάλλεται να μην την ξεχνούν. Την κουβαλούν με τους χορούς, τα έθιμα, τη νοοτροπία τους, την ειλικρινή σκέψη τους. Επί πλέον δεν ξεχνούν την προγονική τους γη στη Ντούτζια, κοντά στη Νικομήδεια, που βρίσκεται πάνω στο ρήγμα της Ανατολίας και χτυπήθηκε από τους σεισμούς της 17ης Αυγούστου 1999.

Έτσι με το κλείσιμο του 20ου αιώνα ο δήμαρχος Ανατολής Ιωαννίνων Ιωάννης Εμμανουηλίδης-ανιψιός του παπα-Γιώργη Εμμανουηλίδη, του ιδρυτή της κοινότητας Ανατολής- μαζί με αντιπροσωπεία του συλλόγου Ποντίων-Μικρασιατών κάνουν επίσημα ένα προσκύνημα στον τόπο καταγωγής των προγόνων τους και προσφέρουν συμβολική βοήθεια στους σημερινούς κατοίκους της Ντούτζια, που χτυπήθηκαν από τους σεισμούς.

Αλήθεια τι παιχνίδια μπορεί να παίξει στον άνθρωπο η ζωή; Τι συνειρμούς μπορούν να ξυπνήσουν στην συνείδηση μας διάφορα απρόσμενα γεγονότα, εκεί που πιστεύουμε ότι έχουμε ξεχάσει τα πάντα στην σκληρή εποχή του αγώνα επιβίωσης, του ατομοκεντρισμού, του συμφέροντος, του κέρδους.

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Γιάννη Παπαϊωάννου, «Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία»

Advertisements