Ετικέτες

, , , ,

Ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας, εξιστορεί στον συγγραφέα Cristoph U. Schminck – Gustavus τα γεγονότα που συνέβησαν στην πόλη μας τον Μάρτη του 1944, αλλά και το πως ο ίδιος τράβηξε μια ιστορική φωτογραφία. Το απόσπασμα βρίσκεται στο βιβλίο του Γερμανού ερευνητή «Μνήμες Κατοχής II», εκδόσεις «Ισνάφι» 2008.

«Η θηριωδία της Κατοχής μου έκανε τρομερή εντύπωση. Ιδιαίτερα θυμάμαι την αρπαγή των Εβραίων στα Γιάννενα. Έκανε πολύ κρύο εκείνη την ημέρα. Παγωνιά. Είχαν μαζέψει τους Εβραίους από τη νύχτα και τους φορτώνανε στα καμιόνια. Είδα την βαρβαρότητα: Γριές που δεν μπορούσαν να περπατήσουν, τις έπιανε ο ένας από τις μασχάλες κι ο άλλος απ’ τα πόδια και τις πετούσαν στα καμιόνια, όπως στοιβάζουνε τα ψάρια στα κασόνια… Τέτοιο πράγμα! Το είδα με τα μάτια μου. Ο κόσμος παρακολουθούσε παγωμένος.

Στην Κατάρα, μετά, πέθαναν Εβραίοι από το κρύο. Τουλάχιστον έτσι διαδόθηκε. Εκείνες τις μέρες μία γενική κατάθλιψη απλώθηκε στην πόλη, διότι είχαμε πολλούς Εβραίους. Ήταν πολλοί έμποροι ανάμεσα τους. Κι εγώ είχα κάνα-δύο φίλους Εβραίους. Όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν βγήκαν στο βουνό για να γλιτώσουν. Οι άλλοι έμειναν κι έτσι τους πιάσανε. Ήτανε ένας λαός που και σε μας στους Γιαννιώτες ήταν κάπως σαν ξένοι… πως να το πούμε… σαν ένας ξένος λαός που φιλοξενείται. Και ήταν βέβαια δειλοί άνθρωποι, πολύ νομοταγείς. Ποτέ δεν παρανόμησε Εβραίος ώστε να πάει σε δικαστήριο. Έτσι τον εκτοπισμό τον δέχτηκαν μοιρολατρικά.

Στην Κομαντατούρα οι Γερμανοί είχαν για διερμηνέα κάποιον Γεώργιο Σιμιριώτη, ποιητή δικό μας που προσέφερε πολλά στο λαό μας. Αυτός ήξερε από το προηγούμενο κιόλας βράδυ ότι τη νύχτα θα γινόταν η αρπαγή των Εβραίων. Κι άλλοι ήξεραν ότι κάτι θα γινότανε, όπως π.χ. τα παιδιά του τυπογραφείου που δούλευε για τους Γερμανούς. Εκείνη τη βραδιά στο τυπογραφείο τα παιδιά έπρεπε να τυπώσουν τις αφίσες που θα τοιχοκολλούσαν την άλλη μέρα στην πόλη: Ότι οι Εβραίοι πιάστηκαν γιατί έκαναν διάφορα, γιατί ήταν εκμεταλλευτές και τέτοια και γι’ αυτό τους διώξανε. Αυτά τα παιδιά οι Γερμανοί τα κρατήσανε εκείνη τη νύχτα μέσα στο τυπογραφείο, για να μην έρθουν σε επαφή με κανέναν, ώστε να μη διαρρεύσει τίποτα. Μετά κρέμασαν τον Τόδουλο και τον Φαρίδη στο μώλο. Έλεγαν πως είχαν κάνει πλιάτσικο στα εγκαταλελειμμένα σπίτια των Εβραίων. Ο Τόδουλος μάλιστα φαίνεται να είχε λιποθυμήσει προηγουμένως, ενώ ο Φαρίδης ήταν ακμαιότατος. Είχαν βάλει ένα χωροφύλακα να του τραβήξει το σκαμνί, μα αυτός του είπε: «Φύγε εσύ! Δεν θέλω να πάρεις στο λαιμό σου αίμα ελληνικό. Θα το κλωτσήσω μόνος μου το σκαμνί!» Και το κλώτσησε πράγματι μόνος του και έμεινε στον αέρα.

Μετά καμπόσο καιρό πέρασα από κει που ήταν οι κρεμασμένοι στο μώλο. Τη φωτογραφική μου μηχανή την είχα πάντα κρυμμένη σε μια χαρτοσακούλα. Ποτέ δεν ήταν εμφανής. Γιατί δεν ήταν επικίνδυνοι μόνο οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, Οι δικοί μας Χωροφυλακές μας ήξεραν και ήταν περισσότερο επικίνδυνοι! Ήταν πιο δύσκολο να τους ξεφύγουμε. Λοιπόν, με τη φωτογραφική μου μηχανή στη χαρτοσακούλα πήγα εκεί, μέτρησα με το μάτι τις αποστάσεις και ρύθμισα τη μηχανή. Η σακούλα αυτή είχε μια τρυπίτσα και μέσα είχα και μερικά κρεμμύδια: από πάνω κρεμμύδια, και από κάτω η μηχανή. Στάθηκα λιγάκι μπροστά τους, τους κοίταξα, πάτησα το κουμπί και έφυγα χωρίς να δω τι ακριβώς πήρε η μηχανή. Δεν είναι πολύ καθαρή η φωτογραφία, αλλά με τις καταστάσεις αυτές όπως μπόρεσα την πήρα.»

Advertisements