Ετικέτες

Του Αντώνη Τσεπέλη

Πλησίαζε η μέρα για τη στράτευση μας. Έτσι όλα τα παιδιά της παρέας, της ίδιας σειράς, κάναμε ό,τι ήταν δυνατό, για ν’ απολαύσουμε και να γλεντήσουμε τις τελευταίες στιγμές της ελεύθερης πολιτικής μας ζωής. Κάθε βράδυ, λοιπόν, πού μας έχανες, πού μας έβρισκες, στα διάφορα συνοικιακά μικρομάγαζα να τα τσούζουμε, με τους ήχους των λαϊκών τραγουδιών απ’ τους δίσκους του τζουκ μποξ.

Τελευταία, όμως, είχαμε εντοπίσει ένα πολύ ωραίο ταβερνάκι, στη Δοσιθέου Φιλίτου, ακριβώς απέναντι απ’ το εβραϊκό νεκροταφείο, τον «Κήπο του Αλλάχ». Στο βάθος είχε ένα μικρό μα όμορφο κήπο, με άφθονα λουλούδια, σωστό παράδεισο. Και το κυριότερο, μια πολύ πλούσια δισκοθήκη με τα σουξέ του Καζαντζίδη. Λίγο το ντόπιο κρασί με τους πικάντικους μεζέδες του κυρ Γιώργη, λίγο τα πονεμένα τραγούδια του Στέλιου, που μιλούσαν στις νεανικές καρδιές μας, αλλά πιο πολύ η γλυκεία παρουσία της Νατάσας, της όμορφης μελαχρινής γκαρσόνας, μας μεράκλωναν κάθε βράδυ και μας έκαναν να ξεχνάμε, πως σε λίγες μέρες θα ντυνόμαστε στο χακί. Εκείνο το βράδυ, όπως μας σέρβιρε η Νατάσα, το τρίτο ή τέταρτο -δεν θυμάμαι- μπουκάλι, έπιασα τα πράσινα μάτια της να καρφώνονται στα δικά μου γεμάτα υποσχέσεις. Νόμισα ότι έκανα λάθος, ότι το οινόπνευμα έπαιζε στο μυαλό μου τρελά παιχνίδια. Η ανοιξιάτικη ζέστη, το άρωμα των λουλουδιών και το αμάθητο ποτό με είχαν ανάψει, τα μάτια της Νατάσας, όμως, δεν έφευγαν από πάνω μου. Περνούσαν οι ώρες κι οι παρέες λίγο-λίγο αραίωναν. Η δουλειά της Νατάσας περιορίζονταν τώρα μόνο στην πληρωμή των λογαριασμών. Έτσι βρήκε την ευκαιρία και κάθισε στο τραπέζι μας, δίπλα μου. Γέμισε απ’ το μπουκάλι μας το ποτήρι της και πήρε μέρος στη συζήτηση μας. Μιλούσε ωραία κι είχε για όλα τα θέματα τη γνώμη της. Εγώ σε λίγο δεν μπορούσα να την παρακολουθήσω. Άκουγα μόνο συνέχεια ένα βουητό. Ώσπου με σκούντησε ελαφρά και μου ψιθύρισε στ’ αυτί, να βγω έξω, να την περιμένω. Βγήκα και σε λίγο μ΄ ακολούθησε. Έπεσε αμέσως στην αγκαλιά μου και μου πρόσφερε τα χείλη της. Έκαιγε το κορμί της, αλλά κι εγώ έτρεμα. Ούτε κατάλαβα πότε ξαπλώσαμε στον όχτο του χωμάτινου δρόμου, μπροστά απ’ τις χωρίς φως παράγκες των ανταρτόπληκτων. Ένιωσα μόνο, ότι εκείνη τη στιγμή ο αγέρας έγινε πιο ζεστός και τ’ αστέρια στον ουρανό ζωήρεψαν.

Αυτή ήταν κι η τελευταία φορά, που είδα τη Νατάσα. Δεν ξαναπήγα στον «Κήπο του Αλλάχ». Φοβήθηκα ίσως το μπλέξιμο με μια πεταλούδα της νύχτας. Άλλωστε, σε δυο μέρες ταξίδεψα για την Κόρινθο, το κέντρο νεοσύλλεκτων, όπου η σκληρή εκπαίδευση και τα άγρια καψόνια με βοήθησαν να ξεχάσω τη Νατάσα μου και τις ενοχές απ’ τη δειλή συμπεριφορά μου…

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Α. Τσεπέλη, «Ταξίδι στον Νόστο»

 

 

Advertisements