Ετικέτες

Του Ιωάννη Νικολαΐδη

«Ασλάν ο Α’ ήταν ο αρχηγός της μεγάλης δυναστείας των Ασλανιδών που με παρεμβολές μερικών άλλων πασάδων, Αλβανικής  κυρίως, κυβέρνησε επί δυο σχεδόν αιώνες την Ήπειρο. Από το 1600 μΧ ως την εμφάνιση του Αλή Πασιά. Γύρω από την καταγωγή του και ο Αραβαντινός στη «Χρονογραφία» του και ο Λαμπρίδης στα «Ζαγοριακά» του μας δίνουν σχετικές μαρτυρίες βασισμένες σε παραδόσεις. Λένε δηλ. πως καταγότανε από το Ζαγόρι και ιδιαίτερα από τη Βίτσα του Ζαγορίου (κι όχι από το Μονοδένδρι, όπως εσφαλμένα γράφει ο Χ. Σούλης στη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια).

Των παραδόσεων αυτών προσπαθούσα από καιρό να ελέγξω τη γνησιότητα και είχα επιτύχει μιαν ιστορική, ας πούμε, τεκμηρίωση των, μ’ ένα έγγραφο του 1780 – 1800 (δεν θυμούμαι την ακριβή χρονολογία) με το οποίο δινότανε σαφείς νύξεις για την καταγωγή του Ασλάν. Δυστυχώς το έγγραφο αυτό χάθηκε κοιτά την περίοδο της κατοχές κι’ έτσι έλλειψε και μια επίσημη μαρτυρία. Πάντως υπάρχουν ως τις μέρες μας κατάλοιπα των παραδόσεων αυτών, που τα αναγράφω και ατό σχετικό βιβλίο μου, όπως η ονομασία «του αρχόντου το πηγάδι» που η κατασκευή του (σήμερα δεν υπάρχει γιατί πέρασε από πάνω του ο αυτοκινητιστικός δρόμος) αποδίδεται στον Ασλάν.

Εντελώς τυχαία, προ ήμερων άκουσα από το στόμα δύο κατοίκων της Βίτσας, χωρίς σχεδόν παραλλαγές, την παράδοση που συνδέεται με την καταγωγή του Ασλάν. Δεν εξάσκησα καμιά πίεση στους αφηγητές προ παντός δεν τους υπέβαλα την ιδέα ότι όφειλαν να συνδέσουν τον τόπο με την καταγωγή ενός τόσο σημαντικού προσώπου, ούτε και τους ανέφερα τις απόψεις των ιστορικών. Ήθελα ν’ ακούσω την παράδοση όπως ακριβώς σώζεται για να καταστεί δυνατό να ευρεθεί μέσα σ’ αυτή το σπέρμα της αλήθειας. Να λοιπόν τι άκουσα: «ο Ασλάν γεννήθηκε στην Πάνω Βίτσα, στο σημερινό σπίτι της οικογενείας Μπετούνη. Ήταν το μοναχοπαίδι μιας χήρας κι’ αρπάχτηκε στο παιδομάζωμα από γενίτσαρους. Η συγκέντρωση των απαχθέντων παιδιών γίνηκε στο μικρό λιβαδάκι που, βρίσκεται στα κράσπεδα της Άνω Βίτσας, τη «Μπελόη». Ύστερα από χρόνια, πασιάς πια στα Γιάννινα ο Ασλάν, μεγάλος και πολύς, επισκέφτηκε τον τόπο της καταγωγής τους, με τον οποίο  ήταν συνδεμένες οι παιδικές του αναμνήσεις που ποτέ δεν έσβησαν. Οι προύχοντες του χωριού και όλος ο κόσμος βγήκαν να τον υποδεχτούν και να τον προσκυνήσουν. Αυτός όμως, όταν έφτασε εκεί, ζήτησε να τον οδηγήσουν στο σπίτι της χήρας μάνας του, οπού μπήκε χωρίς συνοδεία. Η μάνα φυσικά φοβήθηκε απ’  αυτή την επίσκεψη κι’ ούτε ήταν δυνατό να φανταστή πως ο φοβερός και περήφανος πασιάς που στεκόταν μπροστά της ήταν το αρπαγμένο της παιδί. Ο Ασλάν της φέρθηκε με σεβασμό και τη ρώτησε αν είχε γιό και τι ήξερε για την τύχη του; – Είχα ένα παιδάκι, του απάντησε η φτωχή γυναίκα, μα μου το πήραν. Κι από τότε δεν ξέρω τι γίνηκε…». – «Θα μπορούσες να το γνωρίσεις, αν το ξανάβλεπες τώρα;» τη ρώτησε πάλι ο Ασλάν. – «Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε πασιά μου. Πως να το γνωρίσω η δύστυχη; Μονάχα ένα σημάδι θα με βοηθούσε». –  «Και που τόχε το σημάδι το παιδί σου;» –  «Στο αριστερό πλευρό από κάψιμο…»

Στη στιγμή ο Ασλάν τραβάει τα ρούχα του και δείχνει στην έκπληκτη γριά ένα τέτοιο σημάδι που αυτή ανέφερε. Η μάνα κατάλαβε τότε πως ο πασιάς ήταν ο γιος της κι αυτός συγκινημένος ρίκτηκε στην αγκαλιά της.

Όμως αυτό δε βάσταξε πολύ. Ο Ασλάν σε πολύ λίγο ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Είναι πια δεμένος με την νέα πίστη του και με τη δόξα της εξουσίας. Βγάζει δύο – πουγκιά χρυσάφι και τα ρίχνει στα χέρια της μητέρας του λέγοντας: – «Ξαναβρήκες το γιό σου μάννα, μα οι δρόμοι μας χώρισαν πια. Πάρε αυτά για να κάμης καλά γεράματα και ξέγραψε το παιδί σου. Και μην ζητήσεις να με ξαναδείς…».

Βγήκε από το σπίτι, πήρε τη συνοδεία του και τράβηξε για τα Γιάννενα».

Advertisements