Ετικέτες

, ,

Ο συμπολίτης μας αγωνιστής Γιάννης Φίλιος (μαζί με τους συντρόφους του Τσιάρα και Τάτση) εκτελέστηκε τον Απρίλιο του 1944, από τις Ναζιστικές κατοχικές δυνάμεις. Ο συγγραφέας Λάμπρος Μάλαμας, σε παλιότερο τεύχος του περιοδικού του «Ελεύθερο Πνεύμα» είχε αναφερθεί στην ηρωική δράση και τη δολοφονία (με την συνδρομή και των ντόπιων χαφιέδων) των Γιαννιωτών αγωνιστών.

Αυτή η αναφορά του Λάμπρου Μάλαμα έγινε η αιτία ώστε η σύζυγος του δολοφονημένου αγωνιστή Βασιλική Ι. Φίλιου, να στείλει στον συγγραφέα μια επιστολή περιγράφοντας τα γεγονότα και σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα του συζύγου της. Το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Λάμπρου Μάλαμα «Με τη χρυσή της νιότης πανοπλία», απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε:

«Ο μακαρίτης ο άντρας μου ήταν αγωνιστής από το 1925. Φυλακίστηκε από τη δικτατορία του Μεταξά το 1936. Όταν τον επισκέφτηκα στη φυλακή, τον είχαν μαυρίσει από το ξύλο! Είχε μεγάλο πάθος με τα γράμματα. Από φτωχή πολυμελή οικογένεια του Καλεντζίου –  Κατσανοχωρίων, δεν είχε τελειώσει το σχολαρχείο• και είχε δουλέψει λογιστής στον Εποικισμό στα Γιάννινα. Όλοι παραδέχονταν την ευστροφία του μυαλού του τις γνώσεις του και στα ποινικά. Σ’ αυτά, ήταν αυτοδίδαχτος. Η υπηρεσία του, τον έστελνε στα χωριά για δουλειές, κι αυτός, μέρα – νύχτα με φλογερούς λόγους, διαφώτιζε και καθοδηγούσε τους χωριάτες, όπως έκανε και στα Γιάννινα, κ’ η υπηρεσία του τον απέλυσε, με αποτέλεσμα να πεινάσουμε εγώ και τα τρία μικρά παιδιά μας 5,3 και 1 χρονών. Όταν του έλεγα: Γιάννη μου τι θα φάμε; Πώς θα ζήσουμε; Εκείνος μου απαντούσε: «Τώρα, όλα τα θυσιάζουμε για τον αγώνα!».

Γιάννης Φίλιος 

Ήτανε τολμηρός πολύ. Κι ενώ οι γερμανοί τουφέκιζαν αράδα παντού… αυτός πήγαινε στα χωριά και διαφώτιζε το λαό για τον ξεσηκωμό στ’ αντάρτικο του ΕΑΜ –  ΕΛΑΣ. Στεκόμουν με την ψυχή στα δόντια. Προαισθανόμουν ότι, θα μ’ άφηνε ορφανή με 3 μικρά πεντάρφανα και ένα στην κοιλιά. Οι εδεσίτες τον παρακαλούσαν να συνεργαστεί μαζί τους. Μα ο άντρας μου όταν τον βάλανε στη φυλακή, μού ‘δωσε να τους διαβιβάσω ένα γράμμα, που θυμάμαι τους έγραφε και τούτα: «…Ποτέ να μη λογαριάζετε το άτομο σας, περισσότερο από τον άλλο. Να προσαρμοστείτε κι εσείς όπως ο πολύς ο κόσμος στη μια και παγκόσμια θρησκεία του Σοσιαλισμού. Εμείς οι οραματιστές αυτής της θρησκείας ίσως δε θά ‘χουμε την τύχη να ζήσουμε. Όμως, αγωνιζόμαστε για σας, για όλους, για έναν λεύτερο και καλύτερο κόσμο…».

Το Γενάρη του 1944, στο μεγάλο συλλαλητήριο στα Γιάννινα κατά της δοσίλογης διοίκησης του Τσιμπρή, ήτανε μπροστάρης, δίπλα στον Μπάμπη Τσιάρα. Επιδίωκαν ν’ ανοίξουν τις αποθήκες και να μοιράσουν τα τρόφιμα στο λαό. Ο Τσιμπρής με τους λακέδες του, φώναζε να διαλυθεί το πεινασμένο πλήθος. Όμως αυτοί επέμειναν, παρότρυναν τους πεινασμένους κι όρμησαν στον περίβολο της Γεν. Δ/σης και λυντσάρισαν και τα μαγειρικά τους σκεύη… Τότε φρύαξαν οι κουίσλιγκ και οι ναζήδες… κυνήγησαν και συνέλαβαν πολλούς. Έλεγα στον άντρα μου: φύγε στ’ αντάρτικο για να γλιτώσεις, γιατί δεν σε σηκώνει πια ο τόπος μες στην πόλη… Μου απαντούσε: «Δε μπορώ και δεν πρέπει να φύγω. Είμαι το κλειδί εδώ στην οργάνωση…». Μετά, ένας πρώην λούστρος χωροφύλακας, ο Γιάννης Καρακαλπάκης με δυο γερμανούς τον συνέλαβαν και τον πήγαν στη Γενική Ασφάλεια… Ο Καρακαλπάκης προήχθη, γιατί συνέλαβε τον πιο επικίνδυνο κομουνιστή. Με ειδοποίησαν και πήγα. Τους είδα μαζί με τον Τσιάρα. – Τώρα τι θα γίνει τους είπα; – Το ψωμί του λαού ζητάμε… Μου απαντάει ο Μπάμπης. – Πήγαινε στα παιδιά και μη στενοχωρείσαι. Μου είπε κι ο δικός μου.

Έφυγα με την καρδιά σφιγμένη. Τους πήγαν στη Γκεστάπο στο σπίτι του Λάπα του γιατρού, και στη συνέχεια στις φυλακές του Φιξ, στα υπόγεια της παλιάς Ζωσιμαίας. Στο χρονικό διάστημα που έμειναν υπόδικοι… μου ‘γραφε από τη φυλακή, ανάμεσα σ’ άλλα: «…Τις προτάσεις των γερμανών τις απορρίψαμε. Εμάς θα μας εκτελέσουν! Αλλά, να ξέρεις πως ο άντρας σου, θα πεθάνει σαν τίμιος αγωνιστής για τα δίκια του λαού και για τη λευτεριά του. Εσύ να ‘σαι περήφανη…». Που να συγκρατήσω το κλάμα!… Σ’ άλλο γράμμα, μου ζητούσε συνθηματικά με τη λέξη «Γιουσέφ» μια πένσα, να κόψουν τα συρματοπλέγματα και τα σίδερα με σιδεροπρίονο και να δραπετεύσουν. Τους τα προώθησα με τον Β. Μπίτζιο που ήταν κρατούμενος αλλά, κυκλοφορούσε ελευθέρα στη φυλακή και το σχέδιο τους, το πρόδωσε η γυναίκα του Μπίτζιου που είχε σχέσεις με τους γερμανούς…

Όταν έγινε το β’ Στρατοδικείο καταδίκασαν τους 3 σε θάνατο, και τους 11 σε 4 – 5 χρόνια φυλακή. Ήμουν έγκυος. Πήρα τα μικρά παιδιά μου κι έπεσα κλαίγοντας στα πόδια του δ/τη των ΕS-ΕS Μπέκελ… Ήταν και ο πατέρας του Μπάμπη, Αλκιβιάδης, που δεν πίστευε ότι θα τους εκτελέσουν. Ήτανε Σάββατο. Ο Μπέκελ μας ειρωνεύτηκε… φύγαμε. Σε λίγο μ’ έφτασαν οι πόνοι! Πήγαινα σαν η κότα που ψάχνει να βρει φωλιά!… Γέννησα το κορίτσι… και τη Δευτέρα τους εκτέλεσαν!…

Βασ. χήρα Ιωάν. Φίλιου, Αθήνα 18.10.82».

Advertisements