Ετικέτες

,

Του Κώστα Κρυστάλλη*

Ήτο, καθώς τώρα, Δεκέμβριος, αλλά Δεκέμβριος Ηπειρωτικός, με βροχάς ραγδαίας και ακατάπαυστους, με ψύχη δριμύτατα ανά τας πεδιάδας, με χιόνας και πάγους επί των ορέων. Ευρισκόμεθα δε εν τη οικία του φίλου μου Αναστασίου Δ. Έξω εμαίνετο ο άνεμος βρυχώμενος ανά την στέγην, βροχή χονδροτάτη έδερνε τους απεψιλωμένους κορμούς των δένδρων του κήπου και κατά τα διαλείμματα των μανιωδώς παλαιόντων στοιχείων τούτων, ηκούετο ο φρικτός μυκηθμός της εξαγριωθείσης λίμνης.

Εις πάντα ταύτα προσετίθεντο, από στιγμής εις στιγμήν, και οι τρομεροί κρότοι των εκρηγνυμένων κεραυνών, των οποίων όμως τας αναλαμπάς δεν εβλέπομεν, έχοντες επί τούτω κεκλεισμένα ερμητικώς τα παραθυρόφυλλα πάντα και τας θύρας. Εκαθήμεθα πάντες εν τω αυτώ δωματίω της οικίας -εις την σπιτομάναν, ως λέγουν εις τα Ιωάννινα- παρά την εστίαν πέριξ λαμπράς πυράς. Ήμεθα δε εγώ, ο φίλος μου μετά των τριών άλλων αδελφών αυτού, οι δύο γονείς του, η γηραιά προμήτωρ του και οι δύο χωρικοί υπηρέται. – Έλα, κυρά, πες μας κανένα καλό απόψε που έχουμε και τον μουσαφίρη, είπεν ο φίλος μου προς την προμήτορα του νεύων μοι μετά μειδιάματος.

Επίσης μειδιώσα με παρετήρησε και η γραία μεταρρίπτουσα δε το βλέμμα της επί της πυράς και σκεφθείσα επ’ ολίγον, είπε: – Απόψε θ’ αφήκουμε τους βασιλιάδες να κοιμηθούν ήσυχα με τες βασιλοπούλες στα κρυσταλλένια παλάτια τους, θ’ αφήκουμε ήσυχα και τα στοιχειά και τες λάμιες, να κοίτονται στες ερημικές μονιές τους και δε θα ταράξουμε ούτε το μοσχόβολο ύπνο της ξανθής βοσκοπούλας, θ’ αφήκουμε τα παραμύθια απόψε και θα σας πω μια ιστορία αληθινή. Προητοιμάσθημεν όλοι ν’ ακούσωμεν εν προσοχή. «Αφ’ όντας πήραν οι Τούρκοι τα Γιάννινα, παιδιά μου! ήρχισεν η γραία, ρίψασα περιδεή βλέμματα πέριξ, ωσεί υποπτεύουσα μη την ακροώνται Τούρκοι, αφ’ όντας πήραν οι Τούρκοι τα Γιάννινα δεν τους έφταναν τ’ άλλα που μας έκαμαν κακά, μα έμπαιναν και στα σπίτια μέσα και όποια τσούπρα τους άρεγε την έπαιρναν με το στανιό γυναίκα και την ετούρκευαν. Αφεντάδες είναι, έκαμναν ό,τι ήθελαν. Ο Αλή πασάς όμως εστάθηκε απ’ όλους τους τέτοιους χειρότερος. Αυτός άρπαζε απ’ τα σπίτια και παιδιά σερνικά. Άλλη φορά θα σας πω πλιότερα για τα παιδιά. Τώρα θα σας πω για τες όμορφες τσούπρες… Όποια του έβαζε ο διάβολος στο γέρικο του κεφάλι, έστελνε δυο τρεις τζοχανταρέους και την έπαιρνε στο χαρέμι του. Σαν την φύλαγε εκεί κλεισμένη κάμποσο καιρό και εχόρταινε με αυτή την κακοριζικιά του, του ορέγονταν άλλη. Έστελνε και έπαιρνε άλλη και την πρώτη… τι την έκαμνε; -Δεν την έδινε πίσω στον πατέρα της ή στα αδέρφια της ή στον άντρα της, αλλά την επάντρευε με τουρκόπουλα του παλατιού του και η καημένη η χριστιανή ήταν αναγκασμένη να ακολουθάη κι αυτή την πίστη τοιυ αντρός της… να γίνει μ’ άλλες λέξεις τούρκα. Μια απ’ αυτές ήταν και η Κυρά-Νίτσα, παρμένη απ’ τα μικρά της χρόνια στο χαρέμι τ’ Αλή-πασά, αρχοντοπούλα! από τζάκι απ’ τα καλύτερα των Γιαννίνων. Όντας ήρθε ο καιρός να την βγάλει απ’ το χαρέμι του ο Βεζύρης, την επάντρεψε μ’ ένα μεγάλον απ’ εδώ Μπέην, κι απόχτησε μ’ αυτόν τα μπεγόπουλα Ι. και Λ. που ζουν και βασιλεύουν, καληώρα τους, σήμερα ακόμα.

Αναγκάστηκε, όπως όλες, κ’ η κακομοίρα η Κυρά-Νίτσα από τον άντρα της, από τους σπιτικούς του να γίνει τούρκα. Επειδή όμως ήταν νοικοκυροπούλα καλοαναθρεμμένη και ήξαιρε πως να φερθεί στον καθένα κι απόχτησε μ’ αυτόν τον τρόπο της, σεβασμό και υπόληψη στο τούρκικο σπίτι που πήγε νύφη, τους παρακάλεσε να της αφήνουν να’ ναι ελεύθερες στον οντά της χριστιανές γυναίκες, να κουβεντιάζει μ’ αυτές και να τες βλέπει. Γιατί, έλεγε, αυτό γύρευε τώρα πλια μόνο βάλσαμο και μόνη παρηγοριά της, να βλέπει και να κουβεντιάζει με χριστιανές γυναίκες. Οι άνθρωποι του σπιτιού της σαν την εσέβουνταν και την αγαπούσαν, όπως σας είπα, της το ‘καμαν το χατίρι αυτό. Έβλεπες λοιπόν κάθε μέρα χριστιανές γυναίκες να μπαινοβγαίνουν στο αρχοντικό της Κυρά-Νίτσας.

Έτσι έζησε ευχαριστημένη ολίγο, ως τώρα και σαράντα χρόνια, που πέθανε. Σαν κάθε αγαθός άνθρωπος ένιωσε ζυγώνοντας το θάνατο της… Τώρα βάλτε το νου σας. Σαν ένιωσε πως μέρα με μέρα η δύναμη της την άφηνε, εσκέφθηκε να πεθάνει σαν χριστιανή που ήταν. Γιατί αλήθεια ετούρκεψε, μα μοναχά απόξω’ μέσα η καρδιά της, η ψυχή της, ήταν χριστιανή. Έκαμε όσα πράγματα της πίστης των έκαμναν και οι συντρόφισσες της οι τούρκισσες, μ’ απόκρυφα, στον οντά της, αυτή εγύριζε προς την ανατολή κι έκαμνε σιωπηλά σιωπηλά τον σταυρό της και όντας έπεφτε το βράδυ κι όντας εξύπναγε την αυγή, καιροφυλακτώντας την ώρα που δεν την έβλεπε κανένας. Και τώρα λοιπόν εσκέφθηκε να πεθάνει χριστιανή. Δεν της το ‘λεγε η καρδιά, δεν της το ‘λεγε η ψυχή της να πεθάνει τούρκα φανερά φανερά. Ήθελε να ξεψυχήσει αφού μεταλάβει το αίμα του Χριστού μας, όπως κάνει στο θάνατο του καθένας χριστιανός. Μα πως να το καταφέρει αυτό; Πώς να φέρει τον παπά με τα Άχραντα Μυστήρια στο κονάκι της να την μεταλάβει;… Αλίμονο αν την ένιωθαν μοναχά οι τούρκοι συγγενείς της!…

Τι κάμνει λοιπόν. Τον ξομολογιέται τον πόθο της σε μια πιστή, της φιλενάδα χριστιανή και την στέλνει μυστικά στο Δεσπότη και του το λέει. Ο δεσπότης δεν χάνει καιρό και κάμνοντας το σταυρό του στο Θεό, να μη τύχη και φανερωθεί πρόωρα το έργο του, στέλνει στην ετοιμοθάνατη Κυρά-Νίτσα, μια καλογριά του Αρχιμαντριού. Η καλογριά πήγε με την πρόφαση να την δη πως ήταν -σαν ήταν άρρωστη- και μια ώρα που δεν ήταν άλλη ψυχή στον οντά παρ’ αυτή κ’ η άρρωστη Κυρά-Νίτσα, σκύφτει η καλογριά στ’ αυτί της άρρωστης και της λέει πως ο Δεσπότης της σχωρνάει τες αμαρτίες και βάζει μεσ’ στα μαρμαρένια χείλια της ένα σπειρί σταφίδα, που την έκρυβε στον κόρφο της βαθιά, που είχε κλεισμένη μέσα της μια σταλαματιά από τ’ Άχραντα Μυστήρια. Κι εκεί που η καλογριά εμουρμούριζε «του δείπνου σου του μυστικού», η άρρωστη Κυρά-Νίτσα κατέπινε με μια ουράνια ευχαρίστηση την αγιασμένη σταφίδα. Ξανασκύφτει η καλογριά, την φιλεί γλυκά γλυκά σαν αδερφή της και φεύγει δακρύζοντας…

Την άλλη μέρα, δόθηκε πέρα στην πόλη το χαμπέρι πως πέθανε η Κυρά-Νίτσα, η μεγάλη μπέισσα. Οι Χοντσάδες όλοι ανέβηκαν στα τζαμιά και άρχεψαν το μπαχλάτισμα, όπως κάνουν πάντα όντας πεθαίνει κανένας μεγάλος Τούρκος. Πλήθος ουλεμάδες και άλλοι Τούρκοι μαζεύτηκαν στην αυλή του σπιτιού του Μπέη κι εφρόντιζαν για την κηδεία. Το ‘μαθαν οι Χριστιανοί… το ‘μαθε κι ο Δεσπότης… Τώρα να ιδήτε.’… Δεν χάνει καιρό’ στέλνει πρώτα τον πρωτοσύγκελο του στο σπίτι του Μπέη να παραλαβή την Κυρά-Νίτσα σαν χριστιανή, για να την θάψει αυτός, κατά τη χριστιανική πίστη μας. Και σαν οι Τούρκοι δεν άκουσαν τον πρωτοσύγκελο του, σηκώνεται ο ίδιος από τη μητρόπολη και κινάει για το σπίτι του Μπέη με παπάδες, με διάκους, ψαλτάδες, ξεφτέρια και άλλα. Είδε κι ο κόσμος -οι χριστιανοί- το κίνημα του Δεσπότη κι εκίνησαν κι αυτοί κοντά του μελίσσι. Είχεν ετοιμάσει ο ευλογημένος και την κάσα, ολόχρυση και βελουδένια. Μπαίνει ίσα με θάρρος και με καρδιά χριστιανική -χωρίς να ‘βρει καμιά μεγάλη αντίσταση από τους Τούρκους-στο σπίτι του Μπέη μέσα, παίρνει το νεκρό κορμί της Κυρά-Νίτσας, το βάζει στην κάσα μέσα και διατάζει αμέσως το ξεκίνημα για την Μητρόπολη. Πότε ιεροφορέθηκαν εκεί κι αυτός κ’ οι παπάδες σαν παράξενο εφαίνονταν, τόσο γρήγορα το ‘καμαν. Και ξεκίνησε η κηδεία από το σπίτι του Μπέη για τη μητρόπολη. Ο Δεσπότης, οι παπάδες, οι διάκοι, οι ψάλτες, τα τόρτσα και τα ξεφτέργια, στη μέση το λείψανο γιομάτο λουλούδια και παραπίσω ο κόσμος, οι χριστιανοί, τι να βλέπετε, μελίσσι, μήλο να ‘ριχνες δεν έπεφτε κάτω. Οι Τούρκοι;… εκάθονταν ανάμερα κι εκύτταζαν χλωμοί και ντροπιασμένοι την παλικαριά και τη νίκη της χριστιανοσύνης. Έτσι αγάλια αγάλια με μεγάλη παράταξη και μ’ όλα τα θρησκευτικά μας ψαλσίματα στο δρόμο, έφτασαν στη Μητρόπολη… Εκεί την έψαλαν στην εκκλησιά μέσα και είχαν σκοπό να την θάψουν κοντά στο μνήμα του Νεομάρτυρα Αϊ-Γεώργη μας, μα σαν να μετάνιωσε -δεν ξέρω γιατί- ο Δεσπότης, εξεκίνησαν από την Μητρόπολη με την ίδια παράταξη και πήγαν και την έθαψαν στην αυλή του Αϊ-Νικόλα του παζαριού την Κυρά-Νίτσα. Όλη την ημέρα εκείνη επανηγύριζαν τη θαυμάσια νίκη τους, οι Χριστιανοί, αποθεώνοντας την παλικαριά του Δεσπότη, τόσο που τα ‘κουσαν εις τα χωριά κι έρχονται μπουλούκια μπουλούκια στα Γιάννινα, να μάθουν την αλήθεια και να φιλήσουν τον τάφο της Κυρά-Νίτσας… Οι Τούρκοι που είχαν σκάψει έτοιμον τον τάφο στα μνήματα του τζαμιού των, που ‘ναι σιμά στο Γαλλικό Προξενείο, έμειναν μ’ σταυρωμένα τα χέρια, αμίλητοι και καταφοβισμένοι, παίρνοντας από τότες στο νου τους τη δύναμη που έχουν απέναντι τους οι χριστιανοί κι εδώ στα Γιάννινα και παντού. Γιατί εμείς οι χριστιανοί, παιδιά μου, έχουμε πάντα μαζί μας στις τέτοιες παλικαριές, τη βοήθεια του Χριστού…»

Και ετελείωσεν η γραία με την υπόσχεσιν να μας οδήγηση μόνη της ημέραν τινά εις τον τάφον της Κυρά-Νίτσας. Σήμερον οι ναοί μένουσι κεκλεισμένοι εν Ιωαννίνοις, και είναι εμποδισμένοι εις τους χριστιανούς όλαι αι θρησκευτικαί τελεταί. Τις οίδεν, εάν ζει ακόμη η ευσεβής προμήτωρ του φίλου μου, και ποσάκις επαναλαμβάνει κατά τας νύκτας αυτάς εις τους ηλικιωμένους εγγονούς της την ιστορίαν της Κυρά-Νίτσας παρά την πυράν της εστίας, αναρριπίζουσα ούτω δι’ αυτής το θρησκευτικόν αίσθημα εν ταις καρδίαις αυτών και προετοιμάζουσα αυτούς εις μαρτυρικόν θάνατον υπέρ Πατρίδος και Πίστεως!

* Το διήγημα του Κώστα Κρυστάλλη, «Η Κυρά Νίτσα» αναδημοσιεύεται από την έκδοση της Μονής Ελεούσης της Νήσου Ιωαννίνων, που κυκλοφόρησε το 2002. Από αυτό το βιβλίο είναι και το παρακάρω προλογικό σημείωμα, του επιμελητή Κώστα Βλάχου: «Η ηρωίδα της γιαννιώτικης ιστορίας που ακολουθεί, όπως προκύπτει από τις δύο κύριες έντυπες τοπικές πηγές (Άραβαντινός-Λαμπρίδης) είναι πρόσωπο υπαρκτό. Πρόκειται, κατά πασαν πιθανότητα, για τη Νίτσα Θεοδώρου Σιουλή, μνηστή του διδασκάλου (1836 κ.ε.) της Ζωσιμαίας Σχολής Αναστασίου Γκίνου ή Σύψα (1782-1849). Ο Μουχτάρ, γιός του Αλή πάσα, είχε αποσπάσει από τον άτυχη Γκίνο την αρραβωνιαστικιά του και την «ενέκλεισεν εις το χαρέμιον του ως ωραίαν». Μετά το θάνατο του Μουχτάρ, η Κυρά-Νίτσα υποχρεώθηκε να παντρευτεί τον Δερβις Χασάν, παρέμεινε όμως μέχρι του θανάτου της κρυπτοχριστιανή. Τα περί του θανάτου της Κυρά-Νίτσας και των τολμηρών ενεργειών του μητροπολίτη Ιωαννίνων για την χριστιανική κηδεία και την ταφή της, μολονότι δεν επαληθεύονται από τις πηγές, θα πρέπει να τα δεχθούμε, σε γενικές γραμμές, ως αληθή. Η παράδοση θα διατηρούνταν ακόμα τότε ολοζώντανη στα Ιωάννινα, δεδομένου ότι πλην της αφηγήτριας, που προλέγει στο 9μελές ακροατήριο της ότι θα αφηγηθεί «μια αληθινή ιστορία», και πλήθος άλλων συμπολιτών της είχαν ζήσει οι ίδιοι τα προ 40ετίας γεγονότα. Ο υπό τα στοιχεία Αναστάσιος Δ** φίλος του συγγραφέα και εγγονός της «γηραιάς προμήτορος», της όποιας τον εθνικό και θρησκευτικό παιδαγωγικό ρόλο επισημαίνει ο Κρυστάλλης, είναι, πιθανώς, ο Αναστάσιος Δρόσος, του οποίου το επώνυμο, για ευνόητους λόγους δεν καταχωρίζεται ολογράφως. Όπως προκύπτει από πρόχειρη έρευνα στο Γενικό Έλεγχο της Ζωσιμαίας Σχολής, ο Δρόσος, κατά μία τάξη μικρότερος του Κρυστάλλη, φοίτησε στη σεβάσμια σχολή (σχολείο-γυμνάσιο) κατά τα έτη 1881-1889. Η οικογένεια Δρόσου ήταν παλαιά και διακεκριμένη οικογένεια των Ιωαννίνων, μέλη της οποίας ως πρόκριτοι διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα κοινά της πόλεως. Αξίζει να σημειωθεί η εξαίρετη χρήση και των δυο μορφών της γλώσσας μας από τον συγγραφέα. Το αφήγημα του Κ.Δ. Κρυστάλλη «Η Κυρά Νίτσα», με υπέρτιτλο «Ηπειρωτικά αναμνήσεις», προδημοσιεύτηκε στο π. «Εβδομάς», Ζ΄ 49/ 2.12.1890, απ’ όπου η παρούσα αναδημοσίευση».

 

Advertisements