Ετικέτες

Της Ελένης Παναγοπούλου – Παπαθανασίου*

«Μετά κλάδων υμνήσαντες…» και τα βάγια μοιράζονται στους πιστούς, την Κυριακή των Βαΐων, μετά το τέλος της θείας λειτουργίας.
Τα κλωνάρια δάφνης ή τα βάγια όπως είναι γνωστά και από την αρχαιότητα, θεωρούνται σύμβολα δόξας, νίκης, σοφίας και δημιουργικής πνοής. Με το πλήρωμα του χρόνου, τα βάγια έγιναν έθιμο μέσα στην πλούσια κληρονομιά των παραδόσεων μας και σαν έθιμο ξεχωρίζει με τις εκδηλώσεις του από τόπο σε τόπο.

Τα ευλογημένα βάγια της εκκλησίας συμβολίζουν το καλό και γι’ αυτό σε πολλά χωριά της πατρίδας μας, μετά τη λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων, οι τσοπάνηδες «χτυπούν» με βάγια τα κοπάδια τους για να μη τα «βρίσκουν αρρώστιες».
Οι κοπέλες που παντρεύτηκαν τον προηγούμενο χρόνο, φέρνουν τα βάγια από απόκρημνα μέρη, τα πηγαίνουν στην εκκλησία και μετά την λειτουργία, τα φέρνουν στα σπίτια τους. Τα αφήνουν κρεμασμένα έξω από την πόρτα τους 2-3 μέρες κι ύστερα τα βάζουν στα εικονίσματα.
Από τα βάγια παίρνουν φύλλα, τα καίνε και θυμιατίζουν μ’ αυτά τους αρρώστους τους.
Φύλλα από βάγια κρεμούν στα δέντρα των περιβολιών για να πολυκαρπίσουν.
Και στα Γιάννινα παλιά, οι νοικοκυρές έβαζαν τα βάγια στα εικονίσματα, σιμά στο αγίασμα, στο κόκκινο αυγό και στο αναμμένο καντήλι.
Από τα φύλλα εκείνα χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική τους, στο θυμιάτισμα και στο ξεμάτιασμα. Βάγια επίσης έβαζαν και στους γείκους με τα μάλλινα και μαζί με τα καρυό-φυλλα που προϋπήρχαν στα ρούχα, έδιωχναν το «κακό» από κείνα και από όλο το νοικοκυριό τους.
Το εθιμοβαγιάτικο «χτύπημα» ήταν ονομαστό στα Γιαννιωτόπουλα εκείνης της εποχής, που μετά την λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων έβγαιναν στο προαύλιο της εκκλησίας τους και με τα βάγια-βίτσες χτυπούσαν ο ένας στα πόδια του άλλου, λέγοντας και το συμβολικό τραγούδι:
«Πουν’ τα βάγια σου καλέ; Τάχω μέσ’ στον καναπέ…».

Τα βάγια τάφερναν στα Γιάννινα, το πρωί του Σαββάτου του Λαζάρου, οι μεταπράτες χωρικοί από τα γύρω χωριά. Ο δρόμος στο Γυαλί Καφενέ πλημμύριζε από λογής-λογής ανθρώπους. Τα σχολεία τέλειωναν, οι χωρικοί με τα φορτωμένα ζωντανά τους, τα ζωντανά με τα μουγγανητά τους, έδιναν στο δρόμο μια ξέχωρη ζωντάνια και ευωδιά καθώς η μυρωδάτη δάφνη έπαιρνε το δρόμο της για τις εκκλησιές.
Μαζί με τα βάγια το Σάββατο του Λαζάρου έρχονται στα Γιάννινα και οι Λαζαραίοι.
Ροδοκόκκινα χωριατόπουλα, έφερναν το Λάζαρο μέσα σε κάθε πόρτα της μικρής πόλης, με το τραγούδι τους, που ακούγονταν σαν μοιρολόι καθώς τα χάλκινα κουδούνια των Λαζαραίων συνόδευαν μονότονα, λυπητερά το «Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια, ήρθε και ο Χριστός από τη Βηθανία…».
Στις φαμίλιες που είχαν μικρά παιδιά -μαξούμια στη σαρμανίτσα- οι Λαζαραίοι τραγούδαγαν: «Ένα μικρό μικρούτσικο και παραχαϊδεμένο…», έπαιρναν το ρεγάλο τους από τις καλομανάδες κι ύστερα τραβούσαν με το ξύλινο σκότη τους και τα κουδούνια τα χάλκινα παραμάσχαλα για την παρακάτω πόρτα και γειτονιά.
Τα Γιάννινα γίνονταν αγνώριστα το Μεγαλοβδόμαδο. Σ’ όλα τα σοκάκια, τα στενά, τους μαχαλάδες, οι νοικοκυρές άρχιζαν τα σερμπετώματα των σπιτιών. Οι φάτσες των χαμηλών σπιτιών, άστραφταν από το κάτασπρο ασβέστη που οι νοικοκυρές «έσβηναν» στους τσίγκινους κουβάδες από βδομάδες πρωτύτερα. Οι γειτονιές πεντακάθαρες, ζαλίζονταν από το σύρε κι έλα των νοικοκυράδων, που πήγαιναν τα κουλούρια στον σιμτζή της γειτονιάς.

Τα κουλούρια τα ‘φτιαχναν την Μ. Τρίτη και την Μ. Τετάρτη. Την Μ. Πέμπτη έβαφαν τ’ αυγά. Κατακόκκινα καλογυαλισμένα έμπαιναν με τάξη μέσα στις καλαθένιες κονίστρες και περίμεναν μαζί με τα κουλούρια το τσούγκρισμα τους, το βράδυ του «Χριστός Ανέστη». Το φύλλο της μπαρμπαρόζας που έδεναν γύρω απ’ το αυγό προτού να μπει στον λουμινένιο τέντζερη με τη βαφή, άφηνε το σχήμα του σε κείνα απ’ αυγά που τα παιδιά θα κόλλαγαν τις χαλκομανίες. Την βαφή των αυγών οι νοικοκυρές την φύλαγαν 40 μέρες, δεν την σκαπετούσαν και όταν περνούσαν οι 40 της Πασχαλιάς, την «έθαβαν» σε μια γωνιά του μπαξέ τους.
Οι νοικοκυρές την Μ. Πέμπτη, έψαχναν η μια στο κοτέτσι της άλλης γειτόνισσας, να βρουν ένα αυγό «μεγαλοπεφτίσιο». Το αυγό που γέναγαν οι κότες εκείνη τη μέρα, το έβαφαν ξεχωριστά και τόβαζαν στα εικονίσματα.
Την άλλη χρονιά, πάλι την Μ. Πέμπτη, έβαφαν καινούριο και το παλιό το έσπαζαν και τα τσόφλια τα έκαιγαν. Μόνο τα τσόφλια έμεναν. Γι’ αυτό έβαφαν αυγά γεννημένα την Μ. Πέμπτη. Λεν πάθαιναν τίποτα, όλο το χρόνο στα εικονίσματα, ούτε μύριζαν, μόνο σώνονταν.

Την Μ. Πέμπτη το πρωί, τα παιδιά πήγαιναν στην εκκλησία για να μεταλάβουν. Καθαρά μέσα κι έξω έπαιρναν την μεταλαβιά απ’ τα χέρια του σεβάσμιου ιερέα και γύρναγαν στο σπίτι. Στο κατώφλι του σπιτιού περίμεναν οι δικοί τους να τους φιλήσουν το χέρι και να τους δώσουν την ευχή τους. Και εκείνα όλο χαρά στρώνονταν στις αχνιστές τηγανίτες που μετά την μεταλαβιά συνήθιζαν να τρώνε. Γιατί μετά από τόση νηστεία, έπρεπε να συνηθίσουν τα στομάχια τους στο λάδι και το κρέας.
Το βράδυ της Μ. Πέμπτης, την ώρα που έβγαινε ο Σταυρός οι παλιές Γιαννιώτισσες, έβρεχαν με γκιουλς το πέρασμα Του. Με γκιουλς, άλειφαν και τα κουλούρια της Λαμπρής, που ήταν παράδοση στα γιαννιώτικα κουλούρια μαζί με την πατροπαράδοτη συνταγή τους.

Την Μ. Παρασκευή μικροί μεγάλοι πήγαιναν στην εκκλησία. Το πρωί παρακολουθούσαν με κατάνυξη τη λειτουργία κι ύστερα τα παιδιά περνούσαν σταυρωτά κάτω απ’ τον δαφνοστολισμένο Επιτάφιο.
Ασπάζονταν ευλαβικά την εικόνα της Ταφής, έπαιρναν λουλούδια και το βράδυ πάλι πήγαιναν στην εκκλησία με τις κόκκινες λαμπάδες τους. Κάθε ενορία της πόλης, φρόντιζε για το στόλισμα του Επιταφίου της.
Αγόρια και κορίτσια με καλάθια στα χέρια χτυπούσαν τις πόρτες των γειτόνων τους και μάζευαν λουλούδια. Γραβάνια, κρίνοι, άνθη λεμονιάς και κάρμποτου βρίσκονταν στις δόξες τους εκείνη την εποχή και σ’ όλους τους ανθόκηπους των χαμηλών σπιτιών.
Στους γυναικωνίτες των εκκλησιών, υπήρχε ο Επιτάφιος, που Γιαννιώτες νοικοκυραίοι χάριζαν σαν Τάμα, στην ενορία τους και εκείνον τον Επιτάφιο στόλιζαν με τα λουλούδια όταν έβγαινε στην περιφορά όλων των Επιταφίων, το βράδυ της Μ. Παρασκευής στην Κεντρική Πλατεία.
Σε κείνους τους πιστούς, τους ευεργέτες της πόλης των Γιαννίνων παλαιότερους και νεότερους έκαναν δέηση ξεχωριστή, καθώς η λιτανεία έφτανε σε σταυροδρόμι, επιστρέφοντας στην ενορία της.

Και το Μ. Σάββατο το βράδυ, όλοι με τα γιορτινά τους και τις άσπρες απλές λαμπάδες κάνανε Ανάσταση, κάτω απ’ τις χαρμόσυνες καμπάνες στην εκκλησία της ενορίας τους.
Κάθε σπίτι, η οροφή της εξώπορτας, είχε το σημάδι του Σταυρού, που, καθώς έμπαιναν οι νοματαίοι, έκαναν με την κάπνα της αναμμένης λαμπάδας, για το καλό του σπιτιού. Μέσα στα μαντζάτα των σπιτιών, η νοικοκυρά άναβε, το γεμάτο με λάδι, καντήλι απ’ το Άγιο «δεύτε λάβετε φως» του Χριστός Ανέστη.
Όλες οι φαμίλιες εκείνες τις ώρες, ήταν συγκεντρωμένες γύρω απ’ το Αναστάσιμο τραπέζι.
Η μυρωδάτη μαγειρίτσα, τα κόκκινα αυγά και τα ζαχαρωμένα λαμπροκούλουρα, ήταν όλα εκείνα που έκαναν τους απλοϊκούς ανθρώπους, να νιώθουν βαθειά τη σημασία εκείνων των ημερών του Μεγαλοβδόμαδου και το μεγαλείο της Ανάστασης του Θεανθρώπου.

Την Κυριακή του Πάσχα, απ’ το πρωί, οι άντρες της κάθε οικογένειας, άναβαν φωτιά στην αυλή του σπιτιού τους και ετοίμαζαν τη σούβλα. Κάρβουνα, κληματόβεργες και δαδί έκαναν τη φωτιά θράκα, κι ο οβελίας ψήνονταν αργά-αργά στη σούβλα. Και γύρω από εκείνη, η χαρούμενη οικογένεια ετοίμαζε το Λαμπριάτικο τραπέζι, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ήρεμη φιλόξενη, απλή, και αρμονική όπως ήταν και σ’ όλη την πόλη. Γιατί, ας ήταν μια σταλιά, τα Γιάννενα τότε, είχανε κάτι αλλιώτικο.
Ήταν ο τρόπος της ζωής, της λάρας, της γαλήνης.
Κυβερνάνε μέσ’ στα μικρά τα γραφικά τα σπίτια, η αγάπη, η κατανόηση, η ανθρωπιά, η αλήθεια.
*Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Συλλόγου Παλιών Γιαννιωτών «σεργιάνι στα περασμένα…»

Advertisements