Ετικέτες

, ,

Του Δημητρίου Κοράκη*

Μια θλιβερή επέτειος…

Με μεγάλη καρτερία οι κάτοικοι της τότε μικρής μας πόλης τα Γιάννινα, περνούσαν την αβάσταχτη ξενική κατοχή μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Οι μέρες εκείνες περνούσαν γεμάτες στερήσεις, αβεβαιότητα για το μέλλον, φόβο και αγωνία, συναισθήματα, που γέμιζαν την ψυχή όλων μας από τη συσκότιση, που επέβαλε ο κατακτητής, τον περιορισμό της κυκλοφορίας τα βράδια, τα συχνά μπλόκα, που έκαναν οι Γερμανοί σε διάφορες συνοικίες της πόλης μας και το άρπαγμα αγαθών από διαφόρους συμπολίτες μας, καθώς και τη φυλάκιση ή το σκότωμα πατριωτών της Αντίστασης.

Περισσότερο νομίζω επηρέαζε αυτή η περίοδος εμάς τα μικρά τότε παιδιά, που συνεχώς είχαμε ένα τρεμούλιασμα στην ψυχή μας και με δυσκολία διαβάζαμε, παίζαμε και γελούσαμε. Έτσι με δυσκολίες, πείνα και στενοχώριες φτάσαμε στο 1944, μια χρονιά, που μπήκε με κρύο, βροχές και μπόλικα χιόνια, όπως ήταν τότε ο καιρός στα Γιάννινα. Οι άνθρωποι της πόλης μας παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα γεγονότα, που συνέβαιναν στον κόσμο, στην Ευρώπη, στην πατρίδα μας και στην περιοχή μας, ακούγοντας κρυφά ραδιόφωνο και ότι μαθαίνονταν από στόμα σε στόμα ή από προκηρύξεις των αντιστασιακών οργανώσεων, γιατί οι εφημερίδες, που εκδίδονταν τότε λογοκρίνονταν κι έτσι γράφονταν σ’ αυτές ότι διέταζε ο κατακτητής. Εκτός των άλλων που λέγονταν κρυφά, κυκλοφόρησε και ότι οι Εβραίοι των Γιαννίνων κινδύνευαν να εξολοθρευτούν από τους Γερμανούς, όπως αυτοί έκαναν τους Εβραίους Γερμανίας και των άλλων χωρών της Ευρώπης, τις οποίες είχαν κατακτήσει γρηγορότερα από την Ελλάδα.

Η πληροφορία αυτή αναστάτωσε τους Γιαννιώτες και πολλοί Χριστιανοί συζητούσαν το θέμα με τους φίλους τους Εβραίους, για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Αυτό έκανε κι ο πατέρας μου, γιατί είχε φίλους και γνωστούς Εβραίους, όπως ήταν τότε και οι περισσότεροι Γιαννιώτες φίλοι και γνωστοί ανεξαρτήτου θρησκείας. Περισσότερο όμως το συζητούσε με το λαχανοπώλη Εβραίο Νταβή, ο οποίος είχε λαχανοπωλείο στο Κουρμανιό και στον οποίο πήγαινε τα λαχανικά του μποστανιού μας, όπως έκαναν κι άλλοι μποσταντζήδες σε άλλους λαχανοπώλες Χριστιανούς και Εβραίους. Εκείνος, όμως, όπως και άλλοι, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα γίνει κάτι τέτοιο κι όταν έρχονταν στο μποστάνι μας, όπου ήταν και το σπίτι, για να κανονίσουν με τον πατέρα για λαχανικά ή για να φέρει ή να πάρει δυο προβατίνες, που είχε και τις οποίες έφερνε για βοσκή στο χορτάρι, που φύτρωνε στα χαλάσματα του παλιού σεραγιού του Τούρκου Μπέη Σέη και άνοιγαν συζήτηση γι’ αυτό, έλεγε ότι τους είναι δύσκολο να φύγουν από το σπίτι τους ή αναρωτιόταν που μπορεί να πάνε για ν’ αποφύγουν τον επερχόμενο χαλασμό.

Στις συζητήσεις και στις πιέσεις φίλων και γνωστών Χριστιανών Γιαννιωτών λίγοι φύγανε, κυρίως νέοι, για τα βουνά, όπου συναντήθηκαν και έμειναν στις ανταρτικές ομάδες της Αντίστασης και μερικές οικογένειες πήγαν σε χωριά της περιοχής των Ιωαννίνων ή κρύβονταν σε χριστιανικά σπίτια αυτών, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν στα σπίτια τους και στις δουλειές τους, λες και δεν ήθελαν ν’ αποφύγουν ή δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους. Μ’ αυτή την κατάσταση προχωρούσε η χρονιά και ήρθε ο Μάρτης κρύος και παγερός, ενώ η πόλη μας γέμισε από περισσότερους Γκεσταμπίτες Γερμανούς, που σκόρπιζαν, με την εμφάνιση τους, το φόβο σε όλους και ιδιαίτερα σε μας τα παιδιά. Η 25η Μαρτίου 1944 πλησίαζε και οι μεγάλοι μας έλεγαν για τη διπλή γιορτή τη μέρα αυτή του Χριστιανισμού και του Έθνους και η λύπη μας ήταν μεγάλη που δεν μπορούσαμε να γιορτάσουμε την εθνική μας γιορτή ελεύθερα, γιατί και πάλι «μας πλάκωνε η σκλαβιά». Κι ενώ ετοιμαζόμαστε τη μέρα εκείνη να πάμε στην εκκλησία έστω κι αν ήταν κρύος ο καιρός και ψιλοχιόνιζε, έφτασε το θλιβερό μαντάτο στη γειτονιά μας του Αη-Γιώργη του Νεομάρτυρα και στο σπίτι μας, ότι οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στην Ισραηλινή συνοικία και μάζεψαν σε μια πλατεία του Μόλου 1850 περίπου Εβραίους, τους οποίους θα έστελναν στη Γερμανία για εξόντωση.

Αυτό αναστάτωσε όλους, η μάνα άρχισε να κλαίει για τον άδικο χαμό των αθώων φίλων και γνωστών μας, ο πατέρας και ο μεγάλος αδελφός, φανερά λυπημένοι, έφυγαν από το σπίτι για να μάθουν στη γειτονιά λεπτομέρειες για το κακό που έγινε στην πόλη μας, ενώ εμείς τα μικρά παιδιά φοβισμένα βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς, όπου συναντήσαμε όλους σχεδόν τους γείτονες μικρούς και μεγάλους, οι οποίοι μιλούσαν ή άκουγαν για τη χαλασιά που έγινε. Γιατί για χαλασμό επρόκειτο, αφού οι Γερμανοί δεν άφησαν κανένα Εβραίο στο σπίτι του, όλοι, νήπια, παιδιά, νέοι, μεσήλικες και γέροι ήταν εκεί στην πλατεία έτοιμοι να φορτωθούν σε καμιόνια, σαν τα ζώα κι απ’ αυτά στη Λάρισα σε εμπορικές αμαξοστοιχίες με προορισμό τα κρεματόρια, όπου είχαν εκείνη την τραγική κατάληξη οι περισσότεροι, χωρίς οίκτο από τους συνανθρώπους τους Γερμανούς. Κι ενώ βρισκόμασταν στα πεζοδρόμια της γειτονιάς μας είδαμε από το βάθος του δρόμου μπροστά στο Γηροκομείο των Ιωαννίνων να έρχονται τα γερμανικά αυτοκίνητα με τους Εβραίους φορτωμένους σε ανοιχτά και μερικά σκεπασμένα από πάνω με μουσαμά, ενώ το χιόνι έπεφτε ψιλό μεν ασταμάτητα όμως και το κρύο ήταν τσουχτερό. Εκείνη τη στιγμή είχαν φτάσει μπροστά μας τα αυτοκίνητα με Γερμανούς στρατιώτες βαριά οπλισμένους κι ακολουθούσαν τ’ αυτοκίνητα με τους συμπολίτες μας Εβραίους φρουρούμενους από μερικούς οπλισμένους στρατιώτες. Οι τραγικές φιγούρες αυτών σκόρπισαν τη λύπη και το σπαραγμό στους γειτόνους μου κι ενώ οι γυναίκες, μαζί κι η μάνα μου, ξέσπασαν σε κλάμα με φωνές, οι άντρες κι εμείς τα παιδιά κλαίγαμε σιωπηλά μπροστά στο θέαμα που αντικρίσαμε. Τα πρόσωπα όλων των Εβραίων ήταν κίτρινα από το κρύο, την ταλαιπωρία και το φόβο, πολλοί έκλαιγαν και προσπαθούσαν να προφυλάξουν τα παιδιά τους από το κρύο και το χιόνι, άλλοι ήταν ανέκφραστοι και κλεισμένοι στον εαυτό τους, ενώ άλλοι με δακρυσμένα μάτια, όρθιοι κι αναμαλλιασμένοι, μας χαιρετούσαν και φώναζαν να τους θυμούμαστε, λες και καταλάβαιναν ότι δεν θα ξανασυναντιόμασταν. Σ’ ένα από τα ανοιχτά αυτοκίνητα αντικρίσαμε, τ’ αδέλφια μου κι εγώ, το λαχανοπώλη Νταβή όρθιο να κρατιέται με το δεξί του χέρι από το σίδερο της οροφής του αυτοκινήτου, περιστοιχισμένο από την οικογένεια του, πανιασμένο και αναμαλλιασμένο από τον κρύο με χιόνι αέρα να προσπαθεί να δει τον πατέρα προς την πλευρά του μποστανιού μας. Όταν το αυτοκίνητο βρέθηκε μπροστά μας τον φωνάξαμε δυνατά κι εκείνος χαρούμενος που μας είδε με δάκρυα στα μάτια μας είπε: «Παιδιά να πείτε στο Νάσιο (το όνομα του πατέρα μου) ότι τα χρήματα για τα λαχανικά της εβδομάδας τα έχω πάνω στον κομό του σπιτιού μου, να πάει να τα πάρει, καθώς και τις δυο προβατίνες, που τις έχω στο καλυβάκι του κήπου». Κι ενώ το αυτοκίνητο έφευγε σιγά-σιγά προς την έξοδο της πόλης μας τον βλέπαμε όρθιο και πιο ήρεμο, που μας άφησε την παραγγελία για τον πατέρα, να μας χαιρετάει με το ελεύθερο χέρι ως που χάθηκε στη στροφή του δρόμου κοντά στο σπίτι του Άη-Γιώργη. Εμείς πήγαμε προς το δρομάκι, που ήταν τότε στα μέσα του κεντρικού δρόμου της γειτονιάς και οδηγούσε στο μποστάνι μας κι εκεί βρήκαμε τον πατέρα καθισμένο σε μια πέτρα στη γωνία του σπιτιού του Μιχάλη Γιακουμή κι όταν του είπαμε τα καθέκαστα ξέσπασε σε κλάμα λέγοντας: «αυτά θα κοιτάξουμε τώρα, που αυτοί χάνονται».

Έτσι η επιθυμία του αειμνήστου Νταβή δεν εκτελέστηκε και τα χρήματα έμειναν στον κομό και οι προβατίνες στον κήπο του σπιτιού του και χάθηκαν, όπως χάθηκε και το υπόλοιπο βίος του τις μέρες, που ακολούθησαν. Εγώ με άλλα παιδιά της γειτονιάς κατεβήκαμε στην πατωσιά στην άκρη της Λίμνης κάτω από τα μποστάνια αυτής και με φοβερή θλίψη βλέπαμε τα γερμανικά αυτοκίνητα με το ανθρώπινο φορτίο ν’ ανεβαίνουν στο δρόμο του Μιτσικελιού, που οδηγούσε και οδηγεί στο Μέτσοβο, στα Τρίκαλα, στη Λάρισα κλπ. και επηρεασμένοι από τα γεγονότα της ημέρας ανέβαινε στα βουβά στόματα όλων μας ένα μεγάλο ΠΑΤΙ;

Ύστερα κάθισα αρκετή ώρα μόνος μου εκεί χωρίς να μπορώ να συνέλθω από τις τραγικές αυτές καταστάσεις, ενώ αισθανόμουν ένα αβάσταχτο πόνο στη μικρή μου καρδιά, που νόμισα ότι από στιγμή σε στιγμή θα σπάσει. Αυτή δεν έσπασε τότε και έζησα, μεγάλωσα και να τώρα πενήντα χρόνια μετά από κείνο το ολοκαύτωμα των αθώων Εβραίων συμπολιτών μας οι παιδικές μου αναμνήσεις θέριεψαν κι έγραψα τα παραπάνω σαν ελάχιστο φόρο τιμής στην ιερή μνήμη Τους.

Είναι άσχημες, τραγικές και φοβερές οι καταστάσεις του πολέμου και της ξενικής κατοχής κι όλοι προσπαθούμε να τις ξεχάσουμε, είναι όμως στιγμές, που πρέπει να τις θυμούμαστε για να μην κάνουμε τα ίδια λάθη κι επαναλαμβάνουμε τους πολέμους και τις εξοντώσεις αθώων ανθρώπων από ρατσιστικές και μόνο τάσεις, όπως εμφανίζονται και στις μέρες μας δυστυχώς σε διάφορα μέρη του κόσμου, ενώ επανεμφανίζονται επικίνδυνα οι νεοναζιστές και οι νεοφασίστες.

(Μάρτιος 1994)

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δημητρίου Κοράκη «Ιστορίες από τα παλιά Γιάννινα».

Advertisements