Ετικέτες

,

Του Λάμπρου Μάλαμα*

Από τα πρώτα και δυναμικά στελέχη της ΕΠΟΝ στην περιφέρεια Γιαννίνων, ήταν ο Χαράλαμπος ή Μπάμπης Τσιάρας και η Μαργαρίτα Μολυβάδα (Περδικάρη). Για την ηρωική δασκάλα των 22 ανοίξεων που κρεουργήθηκε σ’ ένα καμποχώρι της Άρτας, στα Ρόκα, από δήμιους αντάρτες του Βόιδαρου στις 17.2.44, την έκανε ποίημα ο Σπ. Μουσελίμης, και ο Γερ. Σταύρου θέατρο. Για τον αρχηγό της ΕΠΟΝ Μπάμπη Τσιάρα δεν έγραψε κανένας τίποτα.

Γεννήθηκε στα Γιάννινα στον Κουραμπά το 1923. Σπούδαζε στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Θεσ/νίκης. Ο πατέρας του Αλκιβιάδης ήταν φαρμακοποιός και η μάνα του δασκάλα. Τον είχανε μοναχογιό. Ο Μπάμπης σαν φοιτητής είχε μυηθεί στη μαρξιστική ιδεολογία. Μιλούσε τρεις γλώσσες και άπταιστα γερμανικά. Ήταν ευφυέστατο και οργανωτικό μυαλό. Παλικάρι με πολύ ευγενική αλλά κι επαναστατική ιδιοσυγκρασία. Φωτεινό πνεύμα και φλογερή καρδιά. Στη Θεσσαλονίκη δούλεψε για τους πρώτους πυρήνες της ΕΠΟΝ θαρραλέα κι αποφασιστικά. Μα οι γερμανοί τον πήραν μυρουδιά και τον κυνήγησαν. Ντυμένος γυναίκα τους ξέφυγε από τη Βόρεια Ελλάδα… Ήρθε στα Γιάννινα. Δικτυώθηκε με τη Μαργαρίτα. Οργάνωσαν τις πρώτες τριάδες των επονιτών. Μέσα στην πρώτη και αξιότερη για δράση, με προκηρύξεις και συνθήματα στους τοίχους, ήταν και ο κατοπινός λοχαγός των επονιτών και διοικητής του 15 Συντ/τος του εφεδρικού ΕΛΑΣ Κ. Βελιαρούτης.

Ο Τσιάρας έβγαινε στα χωριά και αψηφώντας τους γερμανούς και τους ντόπιους καταδότες, έβγαζε πύρινους πατριωτικούς λόγους. Αυτός μας μύησε στην οργάνωση, όπου το καλοκαίρι του 1943 βγήκαμε στο αντάρτικο. Με τη φωτισμένη καθοδήγηση του διαμόρφωνε κα σφυρηλατούσε επαναστατικές συνειδήσεις. Ήταν ριψοκίνδυνος και άφοβος. Δε λογάριαζε ζωή, μπροστά στον αγώνα για τη λευτεριά του λαού μας. Στις 31 Γενάρη 1944 οργάνωσε με γερό αντιστασιακό ξεσήκωμα ένα μεγάλο συλλαλητήριο στην πόλη, ενάντια στους καταχτητές και τους ντόπιους λακέδες τους με διαμαρτυρίες και αιτήματα για τρόφιμα που σάπιζαν στις αποθήκες και ο λαός πεινούσε!… Ευθύνη για την πείνα και την απόγνωση του πληθυσμού είχε και ο γεν. δ/ντής Ηπείρου Κουίσλιγκ Τσιμπρής. Μπροστά στην πείνα, στην τρομοκρατία, στις συλλήψεις, στα βασανιστήρια και στις εκτελέσεις, ο Μπάμπης τονώνοντας το αίσθημα και το φρόνημα του λαού, μπήκε επικεφαλής της διαδήλωσης και στο σταυροδρόμι των οδών Αβέρωφ, Ανεξαρτησίας και Μητροπόλεως τον συνέλαβαν οι γερμανοί. Μαζί του και τους Γιάννη Τάτση και Γιάννη Φίλιο.

Οι ντόπιοι χαφιέδες είχαν οργιάσει… Τους βασάνισαν, τους πέρασαν στρατοδικείο στο κτίριο της μεραρχίας στην Κεντρική Πλατεία… Ο Μπάμπης απολογήθηκε στα γερμανικά και ανέλαβε όλες τις ευθύνες των διαδηλώσεων και της οργάνωσης. Τους μίλησε ώρα πολλή, για τα ιδανικά του αγώνα και τα χρέη των σκλάβων αδερφών ελλήνων… Οι χιτλερικοί αξιωματικοί έμειναν κατάπληχτοι από την παρρησία, την παλικαριά και την απόφαση του Τσιάρα για αυτοθυσία. Του πρότειναν, σαν άλλου Σουκατζίδη στο Χαϊδάρι, ν’ απαρνηθεί τις ιδέες του, να του χαρίσουν τη ζωή και να τον κάνουν φίλο. Η απάντηση του για τους βάρβαρους επιδρομείς, τον Τσιμπρή και τους ντόπιους χαφιέδες τους, ήταν καταπελτική και ταπεινωτική!.. . Η απόφαση τους βγήκε αμετάκλητη να εκτελεστούν. Απέξω ο πατέρας του κι άλλοι συγγενείς με κορυφωμένη αγωνία, εκλιπαρούσανε το γλιτωμό τους… Όταν βγήκαν οι μελλοθάνατοι από την έκτακτη δίκη, και βάδιζαν δεμένοι για την κλούβα με τις χειροπέδες, ο Μπάμπης με το μέτωπο ψηλά, ήρεμος και με χαμόγελο αισιοδοξίας είδε τους συγγενείς του και τους αποχαιρέτησε με τα παρακάτω λόγια: – Πατέρα, μας καταδίκασαν σε θάνατο! Μα θα νικήσουμε. Η λευτεριά πλησιάζει. Φίλησε μου τη μάνα μου… και νά ‘στε περήφανοι για το γιο σας!…

Έμειναν κρατούμενοι στη φυλακή της Ζωσιμαίας… Ήταν 4 του Απρίλη και πριν ο ήλιος της Ανατολής ροδίσει, εκτέλεσαν τον Αρχηγό της Νεολαίας και τους άλλους δύο, όπως βγαίνουμε από την πόλη κι αρχίζει τ’ αεροδρόμιο, αριστερά κάτω από μια κερασιά σε μια μπατουλιά. Πριν τραβήξουν τη σκανδάλη, ο Μπάμπης φώναξε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του: «Ζήτω η λευτεριά», «Ζήτω το ΚΚΕ», «Ζήτω ο αδούλωτος λαός μας». Στη στιγμή, τα ριγηλά κορμιά της λεβεντιάς έπεσαν στο νοτισμένο απ’ τη δροσιά τ’ Απρίλη χώμα! Σε λίγο οι πρώτες λιαχτίδες χάιδεψαν και φίλησαν τα ματωμένα πρόσωπα τους. Η μυροβόλα η αύρα θρόισε τα νιόφυλλα της Κερασιάς κι αναριγούσανε, σα νά ‘θελαν να δώσουν με το σίμωμα της πασκαλιάς κι εκείνα, πνοή και μήνυμα αιώνιας ανάστασης.

Ο Τσιάρας, ο απαράμιλλος, σεμνός αγωνιστής της λευτεριάς, άξιος μακρινός απόγονος του Νικοτσάρα, έμπαινε με τους δύο συντρόφους του μαζί στη χορεία των νεκρών αγγέλων της ζωής, στην ατέλειωτη στρατιά των αφανών ηρώων και μαρτύρων του λαού. Σε λίγον καιρό οι ρίζες της Κερασιάς που ποτίστηκαν με το άλικο αίμα των παλικαριών ξεράθηκαν και σάπισε και ο κορμός! Έπειτα, οι τρεις μανάδες πήγαιναν πότε πότε, τα ταπεινά χεραμολούλουδα στο κενοτάφιο τους. Πέρασε καιρός. Στέρεψαν και τα μάτια των ορφανών γονιών του Τσιάρα, καθώς δεν είχαν άλλα δάκρυα να κλαιν το μοναχό και ακριβό τους παλικάρι, τη μόνη ελπίδα της ζωής τους. Από τότε, κύλησαν 65 ολάκερα χρόνια. Κανείς δεν τον θυμήθηκε. Κανείς δεν έγραψε δυο λόγια. Κανείς δε μνημόνεψε επίσημα και ανοιχτά το Μπάμπη το λεβέντη! Δεν είναι κρίμα που κανείς δεν του ‘ψαλλε για ν’ ακουστεί τον ύμνο της θυσίας, του Τσιάρα και των άλλων δυο ηρώων και μαρτύρων; Πρόβλεψαν τάχα εκείνοι, πριν παντρευτούνε εκουσίως με το θάνατο, πως οι μελλούμενοι θά ‘χανε τέτοια αχαριστία και λησμοσύνη; Ω αθλιόψυχε νεότερε ατομικιστή ρωμιέ, πως βούλιαξες αδιάφορος μες στην αγνωμοσύνη!

*Από το βιβλίο «Με τη χρυσή της νιότης πανοπλία»

Advertisements