Ετικέτες

Του Τάκη Φωτόπουλου*

….Ήταν μορφή σπουδαία, με ευρωπαϊκή μόρφωση, και προστάτης του Χριστιανικού στοιχείου. Άφησε μνήμη αγαθή και η φήμη του έφτασε έως τα δικά μου χρόνια πολύ ζωηρή. Παραθέτω μερικά ανέκδοτα του: Κάποτε ο Οσμάν Πασιάς ειρωνευόμενος τους ρωμιούς της παρέας του (Γιαννιώτες), τους λέει: εσείς λέτε στο τραγούδι «το ουγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου… εσείς τον Τούρκο σφάξατε τον τύραννον σπαράξατε» και πως θέλετε να πάρετε και την Πόλη. Γιατί δεν βάζετε το Γ. Σ. (ένα ονομαστό οικοπεδοφάγο της εποχής του), παλούκ'(ι) το παλούκ'(ι) θα φτάνατε στην Πόλη!…

Όταν ήρθε Πασιας στα Γιάννινα θέλησε να μάθη την οικονομική κατάσταση του Βιλαετιου των Γιαννίνων. Έδωκε αυστηρή διαταγή να εισπράξουν τους καθυστερούμενους φόρους κλπ. Ο Έφορος και Ταμίας έβγαλαν στην αγορά εισπράχτορες (ταξιλντάρηδες) με εντολή όσοι δεν είχαν να πληρώσουν να φυλακίζονται. Μια μέρα, πηγαίνοντας στο Δικαστήριο ακούει φασαρία. Τι συμβαίνει ρωτάει, του είπαν πως έφεραν στα κρατητήρια χρεοφειλέτες του Δημοσίου. Σημειωτέον ότι τα κρατητήρια ήταν στο ισόγειο του κτιρίου, δεξιά όπως μπαίνουμε. Πλησιάζει το καγκελόφρακτο παραθυράκι της πόρτας και ρωτάει έναν πού στεκόταν εκεί τι χρωστάει. 40 γρόσια, ο άλλος 50 γρόσια κ.ο.κ. Οργισμένος λέει:  «αυτού κατάντησε το Ντοβλέτ, να κυνηγάει τον φουκαρά για λίγα γρόσια; Άϊπτίρ (ντροπή). Να βγουν όλοι έξω αμέσως! Φωνάζει αμέσως Ταμία και Έφορο να παρουσιαστούν με τα βιβλία εισπράξεως φόρων.

Βλέπει: Μουσταφά Πασιάς ιδιοκτήτης του Μεγάλου Μπισδουνίου τόσες χιλιάδες γρόσια… ο άλλος Πασιας το ίδιο, ο Μπέης τάδε τα ίδια… Τους ρωτάει οργισμένος, αν είναι κανείς μέσα κρατούμενος απ’ αυτούς. Η απάντηση ήταν αρνητική. Διαταγή να έρθουν «τέζ» (αμέσως) στο Σαράι ενώπιον του όλοι αυτοί. Σε λίγο λαχανιασμένοι έρχονταν ένας – ένας και ρωτούσαν τι τους θέλει. – Βλέπω εδώ στα δεφτέρια, χρωστάς καθυστερημένα τόσες χιλιάδες γρόσια, γιατί; – Πασια εφέντη, δεν πληρώνει τα δοσίματα ο ραγιάς. Την ίδια δικαιολογία ο ένας μετά τον άλλο. – Γιαζίκ (ντροπή σας) τους λέει. Διαταγή να τα φέρετε αμέσως γιατί αλλιώτικα σουργούν (εξορία). Δικαιολογίες δεν δέχομαι! Εβετ Πασιά εφέντη! Ο σκοπός της πύλης ορμηνεμένος τους απαγόρευε την έξοδο: -Γιασάκ (απαγορεύεται) χωρίς προσωπική διαταγή του Πασιά Γύριζαν πίσω να παραπονεθούν. Ο Πασιάς δεν τους δεχόταν. Η απάντηση ήταν: «Σας βρίσκουν οι δικοί σας!» Αυτό ήταν! Έως το βράδυ γέμισε ο χαζνές γρόσια…

 Οι Τουρκικές αρχές της πόλης μας στα τέλη του 19ου αιώνα

Οι Ρωμούνοι βαλμένοι από την προπαγάνδα τους (Προξενείο Ρουμανικό) ζητούσαν να επιτραπεί να λειτουργούνται με παπάδες Ρουμάνους, γιατί δεν καταλάβαιναν, δήθεν, τη γλώσσα την Ελληνική. Και μια μέρα παρουσιάστηκαν στον Οσμάν με μια αίτηση (χαρτζουάλ) στο χέρι οι Μουχτάρηδες (πάρεδροι)  των χωριών όπου την είχαν υπογράψει και σφραγίσει. Αυτός προϊδεασμένος έριξε ένα βλέμμα και κατάλαβε. Τους ρώτησε τι θέλουν και έδειξαν την αναφορά. Φωνάζει τον επί κεφαλής κολλαρισμένο δάσκαλο: – Για έλα να μου πεις, τίνος είναι οι υπογραφές του καθενός, που ήταν ρουμάνικα γραμμένες όλες. Εκείνος μετέφραζε και ο Πασιάς σημείωνε δίπλα τουρκικά το όνομα. Υστέρα φώναζε έναν – έναν τους Προέδρους να δείξουν ποια είναι η υπογραφή τους. Εκείνοι μη ξέροντας ρουμανικά έδειχναν όποια – όποια αυτός όμως σημείωνε το όνομα που του έλεγαν. Ύστερα στρέφεται στον «κολλαρισμένο» να του διάβαση μία – μία τι άγραφε και σημείωνε πάλι. Αποδείχτηκε έτσι πως καμιά δε συμφωνούσε και ότι οι (πάρεδροι) Μουχτάρηδες δεν ήξεραν γρύ από Ρουμανικά. Αποτέλεσμα οργισμένος τους εξαπόστειλε μ’ ένα καλό βρισίδι, και ότι θα τους τσάκιση τα πόδια, αν τολμήσουν να ξαναπαρουσιασθούν!…

Όταν κατά τις εκλογές των Γιαννιωτών για το «Λάσσα», δηλ. την εκλογή Εφοροεπιτροπείας, για τη διαχείριση του πακτωλού των αποστελλομένων χρημάτων των Μεγάλων Ευεργετών, που οι ετήσιοι τόκοι το 1850 έφταναν κατά τον Π. Αραβαντινό τις πεντακόσιες χιλιάδες γρόσια, ποσό αστρονομικό την εποχή εκείνη, άκουσε διαδηλωτές να φωνάζουν στους δρόμους «Βλιώρα», το σύνθημα της φτωχολογιάς και «Κόσα» ήταν της αρχοντιάς, απάντησε γελώντας: «Κι’ εγώ με τη Βλιώρα είμαι!» Αυτό έφτασε να ενθουσίαση το πλήθος.

Όλα αυτά και η αμερόληπτη διαγωγή του τον έκαμαν πολύ αγαπητό και η φήμη του η αγαθή, έφθασε ως τις μέρες μου τόσο ζωηρή. Αλλά και η ευνοούμενη του, η νεαρά Αγγέλα Τουβουρτέλλη (κ. Τουμπουρτέλλω Κερκυραία) υπήρξε ευεργετική προς τους Γιαννιώτες, σαν η κυρά Βασιλική του Αλή Πασιά. Όλοι οι ντουγάδες τους (παρακλήσεις) προς τον Πασια, γίνονται εισακουστοι χάρη σ’ αυτή. Μια Κυριακή του Θωμά, στον Άγιο Νικόλα Κοπάνων, στον όντα που δεξιώνονταν τους προσκυνητές, κλάπηκε μία χρυσή ντούπια που την φορούσαν με αλυσίδα χρυσή οι γυναίκες στο λαιμό. Φωνές κακό η γυναίκα. «Χαλασιάμ’ η ντούπια μου» και τραβούσε τα μαλλιά της. Η Αγγέλα που ήταν παρούσα, σηκώθηκε όρθια, επέβαλε σιγή και με σταθερή φωνή λέει: – Θα βγαίνετε μία – μία από τον οντά και θα σας ψάχνω εγώ πέρα – πέρα… αν την έχει καμία, ας την βάλει κάτω από το στρωσίδι (το μακάτι) από το μπάσι. Μετά την έρευνα βρέθηκε, ώ του θαύματος, στο μακάτι από κάτω! Έξυπνο το κόλπο, χωρίς να προσβολή την κυρά που το σούφρωσε…

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Τα Γιάννινα»

Advertisements