Ετικέτες

Της Α. Τζαμακλή – Χατζγιάννη*

Για Πλατεία είναι μάλλον μικρή, κι εδώ και κάμποσα χρόνια ήταν μικρότερη. Με την διαπλάτυνση της οδού Αβέρωφ, ευθυγραμμίστηκε και η δεξιά μεριά της Πλατείας. Κόπηκε και η μύτη που σχηματίζονταν εκεί που τελείωνε η Αβέρωφ και η Καλλάρη και στέκονταν καταμεσής ο υποσταθμός της Ηλεκτρικής Εταιρίας, κι έτσι, μεγάλωσε λίγο. Σ’ αυτή την Πλατεία, βγαίνουν οι δρόμοι: Αβέρωφ, Καλλάρη, Κουντουριώτου, Γιοσέφ Ελιγιά -παλιά λέγονταν Μαξ Νορντάου-, Εθνικής Αντίστασης -παλαιά λέγονταν Τσουκας-Νεοπτολέμου, Λεωφόρος Καραμανλή -λέγονταν παλιά Σούτσου και τέλος βγαίνει και το Κάστρο. Αυτός ο τόπος, από την πόρτα του Κάστρου ως το σημείο που τελειώνει η Αβέρωφ, είναι το Κουρμανιό.

Για να λέμε την αλήθεια -λέγοντας ότι έχω μαγαζί στο Κουρμανιό- ή κάθομαι στο Κουρμανιό, εννοούμε μια ευρύτερη περιοχή. Γιατί ποιος να πρωτοέχει μαγαζί στο Κουρμανιό και ποιος σπίτι. Δεξιά ήταν τέσσερα μαγαζιά και αριστερά δέκα -και μόνο δυο σπίτια. Κουρμανιό θεωρείται από τον Πλάτανο της Αβέρωφ, η Καλλάρη -η Γιοσέφ Ελιγιά, η Κουντουριώτου ως την Παλιά Άλιανς- η Νεοπτόλεμου, η Αρχή της Α Καραμανλή και ο δρόμος που πάει για τη Σκάλα. Βρίσκονταν -προπολεμικά- σε καθαρά Εβραϊκή περιοχή. Χριστιανικά σπίτια ήταν μετρημένα, ενώ τα μαγαζιά ήταν μοιρασμένα.

Στην Πλατεία όμως μόνο τρία μαγαζιά ήταν εβραϊκά και κανένα σπίτι. Λίγο πριν από τον πόλεμο έγινε ένα -για να λέω κι αλήθειες…Είδε δόξες αυτή η περιοχή…  Όποιος έμπαινε στα Γιάννινα και δεν κατέβαινε στο Κουρμανιό, δεν είχε κάνει τίποτε. Το εμπόριο όλο, εκεί γίνονταν. Αν δεν κατέβαιναν -οι νοικοκυραίοι- τη μια μέρα ως το Κουρμανιό και τη Σκάλα -θα κατέβαιναν οπωσδήποτε την άλλη. Τρεις φούρνοι ήταν και είναι στο Κουρμανιό. Ο τόπος μοσκοβόλαε από το παληοκαιρίτικο ψωμί και να ψηστικά, που ως τη νύχτα δέχονταν οι φούρνοι. Πριν μπαζωθεί η τάφρος που έζωνε το Κάστρο, έρχονταν οι βάρκες από το νησί και τα γύρω χωριά της Λίμνης, και φόρτωναν ή ξεφόρτωναν, ό,τι μπορούσε να πουληθεί και να αγοραστεί. Διακίνηση αγαθών που λέμε. Θυμάμαι την κυραμάνα μου, να γκρινιάζει γιατί έκλεισαν την Τάφρο και δεν μπορούσε να πάει με τη βάρκα στη Σιαράβα, στην αδερφή της. «Τι τ’ς ήρθι κακή τ’ς ημέρα κι έκλεισαν του χαντάκ’. Έμπινα ιδώια κι πήινα στ’ Λενοπούλα ίσια». Καθένας με τον πόνο του!! Εγώ το έφθασα ένα βουρκάρι -στενό χαντάκι- στα μισά του δρόμου προς τη Σκάλα. Κάπου -πριν απ’ τον πόλεμο -μπαζώθηκε και κείνο το κομμάτι. Τότε που άρχισαν να πολεμάνε την ελονοσία που θέριζε τις παραλίμνιες περιοχές. Πριν από το 1930, σύρριζα στο Κάστρο ήταν μάντρες με παλιοσίδερα και ό,τι άρχηστο μάζευαν οι παλιατζήδες. Μετά το 1935 άρχισε να συμμορφώνεται ο χώρος. Επί Τουρκίας υπήρχε εκεί κλούκι, δηλαδή Αστυνομικό Τμήμα με νζιανταρμάδες, για την Τάξη. Το έφτασα όταν το γκρέμισαν κι άνοιξε ο δρόμος από τη Σκάλα για το Κουρμανιό. Το Κουρμανιό μου, που τον χειμώνα δεν ήξερες πουνα πατήσεις από τη λάσπη και τις λακκούβες. Το καλοκαίρι, η σκόνη, να’ναι κουρνιαχτός. Την άνοιξη, να γεμίζει το Κάστρο άσπρο και κίτρινο λουλούδι, οι κιλιλάδες κι οι γκάίλες να σε ξυπνάν απ’ τα χαράματα, μαζί με τους λογιών – λογιών πωλητές.

Στο Κουρμανιό στήνονταν το παζάρι. Εκεί έφερναν τα ζωντανά τους από τα χωριά για πούλημα, και τους έβγαινε η ψυχούλα νηστικά και διψασμένα να βελάζουν σπαρακτικά κι οι ν’κουκύρδις να τα ψάχνουν μην είναι αχαμνά, και να παζαρεύουν με τις ώρες. Εκεί οι κότες δεμένες μάτσο να κακαρίζουν ως που ν’ αλλάξουν χέρια. Εκεί, το χλωρό τυρί, ξίνιζε ώσπου να πουληθεί. Εκεί, οι λαχανούδες από το Στρούνι και το Πέραμα και την Αρδομίστα να σκούζουν για να σε πείσουν ότι έχουν τα καλύτερα λάχανα. Κι άντρες, μόνο άντρες, να ψωνίζουν. Κατάπτυστος ου ν’κουκίρ’ς που θα ‘βγαζε τη γυναίκα του για ψώνια. Αυτά τάκαναν μοναχά……οι παληολαδίτες. Ο νοικοκύρης ήγαινε για ψώνια ο ίδιος, κι αν είχαν δούλα στο σπίτι -όπως έλεγαν τότε τα φτωχά που έπαιρναν από τα χωριά τους και γέραζαν στα σπίτια τους, με μόνη αμοιβή ένα πιάτο φαΐ και τα αποφόρια της φαμίλιας. Αν είχαν δούλα -λοιπόν- τα φορτώνονταν για το σπίτι. Αν πάλι -ήταν πολλά τα ψώνια μιανού ν’κουκύρ’… έβανε μια φωνή ο πωλητής Εναα κ’μάντουου. Τσακίζονταν ποιος θα προλάβει να πάρει το κ’μάντο -δηλαδή κουμάντο. Τώρα τι σχέση είχε το κουμάντο με το ανώι, ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Γιάννινα 1938 (φωτ. Β. Κουτσαβέλης)

Οι κουμανταδόροι ήταν γνωστοί στην πιάτσα. Δεν εμπιστευόσουν τα ψώνια σου έτσι σε όποιον κόσιευε πρώτος… Ο Τζακ ο κουλοχέρης Εβραίος, μάλλον διανοητικώς ανάπηρος, ήταν εκείνος που έκανε τα πιο πολλά… κ’μάντα. Ήταν ήσυχος -με μια μακριά ντρίλινη ρόμπα- ένα μακρύ σακάκι, κα-σκέτο- και στιβάλια στα πόδια, άρβυλα με λάστιχα στα πλάγια. Τον προτιμούσαν γιατί δεν άλλαζε ταρίφα, και ήξερε τα σπίτια όλων, όσο μακριά κι αν ήταν. Στον τοίχο του Κάστρου, εκεί που κάνει τη στροφή κι είναι τώρα παγκάκια… ήταν… ουρητήρια υπαίθρια για τους παζαριώτες… και το καλοκαίρι δεν μπορούσαμε ν’ ανοίξουμε παραθύρια. Σκούξε – σκούξε όμως εμείς οι απέναντι, κάποτε τα ξήλωσαν… χωρίς όμως οι παζαριώτες να πάψουν να επισκέπτονται τον γνωστό τους τόπο! Ας είναι -πέρασαν αυτά… Από το Κουρμανιό άρχιζε η εμποροπανήγυρη, όταν πρωτοστήθηκε -νομίζω- το 1935. Στο Κουρμανιό ήταν τα σκοπευτήρια και οι ταχυδακτυλουργοί, και συνέχιζε προς τον Μώλο. Εκεί που είναι τώρα το περίπτερο, ήταν χρόνια και ζαμάνια ξεχασμένοι οι μεγάλοι σωλήνες της ύδρευσης. Τώρα θα βάλουν το νερό, και τώρα θα βάλουν το νερό και μπήκε το νερό λίγο πριν απ’ τον Πόλεμο.

Η περιοχή όλη αυτή έξω από το κάστρο υπέφερε για πόσιμο νερό. Όλα τα σπίτια είχαν πηγάδι, είχαν όμως και βόθρους που γίνονταν χαρμάνι με το πηγαδίσιο. Γι’ αυτό και τα εντερικά και ο τύφος ήταν σε ημερήσια διάταξη. Ο κυρ Γιώργης ο Κωντανπνίδης, ήταν επιχειρηματίας νερουλάς μαζί με τους γιους του. Είχαν χαμάλες -κάρρα μακριά, χωρίς πλαϊνά— με γερά άλογα που κουβαλούσαν βαρέλες με νερό από την Ντραμπάτοβα. Όχι βέβαια οι ίδιοι… Νησιώτες γέμιζαν τις βαρέλες στη Ντραμπάτοβα, τις έφερναν στο Μώλο, από τις βάρκες τις φόρτωναν στις χαμάλες και έκαναν διανομή στα σπίτια, στους πελάτες τους. Έπαιρναν την άδεια και μας έδιναν γεμάτη. Επίσης, μας έφερναν και νερό για περέτιο, δηλαδή για τς δουλειές του σπιτιού. Αυτό ήταν κατωτέρας ποιότητας που λέμε. Ήταν από τη Λίμνη. Δεν ήταν όμως και λίγοι εκείνοι που πήγαιναν με τις βάρκες στη μεσόλιμνη -πολύ πρωί- κι έπαιρναν νερό για πιει. Είχαμαν κι έναν γραφικό τύπο, τον Σολωμό τον… Τσακτσίβα… ίδιος Τσάρλυ Τσάπλιν. Αγαθός ανθρωπάκος -πάντα γελαστός, κουβαλούσε νερό από τη λίμνη με τα τζιούμια περασμένα στα κουρασμένα χέρια του… κι άκουγες: Σολωμέ, φέριμ’ δυο στράτες νερό… Ίσια ψχίμ’ να σ’ φέρου ιγού, ου Θιός να σ’ έχει καλά πασιάμ’. Ψυχούλα του θεού. Δεν ξαναγύρισε.

Καθημερινή σκηνή στην αγορά της πόλης μας το 1920 (φωτ. Fred Boissonas)

Σταυροδρόμι των Λαών το Κουρμανιό Εβραίοι – Χριστιανοί Γιαννιώτες – Αρβανίτες – Τούρκοι – Βορειοηπειρώτες, Μετσοβίτες – Συρρακιώτες – Καλαρρυτιώτες – Βωβουσιώτες -Ζαγορίσιοι – Καμπίσιοι, και τόσοι άλλοι, στο Κουρμανιό θα γυρόφερναν, εκεί θ’ αντάμωναν τους συγχωριανούς τους -εκεί θα ψώνιζαν, εκεί θα ‘φερναν τα χαλκώματα για καλάϊσμα. Ως τώρα ήταν οι Καλαντζήδες, απέναντι από την Πόρτα του Κάστρου. Παρασκευή απόγευμα, όταν βασίλευε ο ήλιος -και φώναζε στις νοικοκυρές Εβραίες ο γεράκος από την Συναγωγή -ώρα για Σαμπάθ, ξεχύνονταν στο Κουρμανιό η εβραϊκή γυναικεία νεολαία. Όμορφες κοπέλες, καλοντυμένες, πιασμένες αλαμπρατσέτο να μην αποσταίνουν ν’ ανεβοκατεβαίνουν από το Κουρμανιό στο μώλο -ασταμάτητα… και να λένε -να λένε- και να τρών’ πασατέμπο. Τ’ αγόρια παρέες – παρέες να συζητάν’ και να καμαρώνουν τα κορίτσια. Γιαγιάδες, έπαιρναν τα σκαμνάκια τους με τ’ άσπρα μαξιλαράκια, και κάθονταν στις πόρτες της οδού Σούτσου -όπως λέγονταν τότε η Λεωφόρος Καραμανλή- και έκαναν σεργιάνι. Πονάω όταν τα θυμάμαι. Ήταν όμορφες κοπέλες, ευγενικά αγόρια, καλοί νοικοκυραίοι – καλοί γείτονες. Για το Κουρμανιό και τον κόσμο του έχω κι άλλα να πω, που δεν τα παίρνει η ώρα.

Το Κουρμανιό ήταν μια πόλη το ίδιο. Το Κουρμανιό, την Οβραιακή όπως ήταν γνωστό. Από το Κουρμανιό άρχιζαν έξι δρόμοι μ’ ένα σωρό παραδρόμους γεμάτους σπιτάρες και σπιτόπουλα με φαμίλιες Εβραίων. Ήταν πόλη, μέσα στην πόλη μας. Οι πιο κοντινές πάροδοι λέγονταν Κουρμανιό, με καμάρι. Το Κουρμανιό είχε τους μόνιμους γραφικούς τύπους του. Απέναντι από τη Μεγάλη Πόρτα του Κάστρου ήταν το ονομαστό -για την εποχή εκείνη- γαλατάδικο και κρασοπωλείο του Ναουμ. Κανονικός πατριάρχης ο Γερο-Ναούμ -μ’ ένα σωρό τσουπρες και σιρκά… Έκανε το καλύτερο κρασί για τους μερακλήδες. Λίγοι γύρισαν από την πολυμελή φαμίλια του. Είχαμε τον κυρ-Γουσα τον Τσαμπαλίκα μια ζωή όρθιος στο φούρνο του. Εκεί ακριβώς που κρέμασαν τον Άγιο. Ο κυρ Γσύσιας είχε τεράστια κοιλιά. Λέγαμαν σε κάποιον που πάχυνε: Τι γίνκις έτσ’… σαν τουν Τσαμπαλίκα! Στη γωνιά του φούρνου του Κύργιου, μόνιμο κινούμενο μαγαζί-ο Μικος – ψηλός λιγνός-ξανθός με αχώριστο μπερέ στο κεφάλι χειμώνα – καλοκαίρι. Το μαγαζί του ήταν παλιό παιδικό καρότσι -φαίνεται απ’ τα πρώτα που κυκλοφόρησαν στα Γιάννινα. Ό,τι δεκάρα και κοσάρα είχαμαν, στο Μίκο τις καταθέταμαν. Ο βλοϊμένος… και τι δεν είχε: Λουκούμια – καραμέλες -μαντολάτα – πασατέμπο – στραγάλια – φιστίκια – γλειφιτζούρια. Σουλίστρες, μολύβια, κοντύλια, τετράδια, πάν’ απ’ όλα όμως, είχε καραμέλες γάλακτος, γάιδαρος η φίρμα τους, με λαχνούς… Πως ήταν δυνατόν, να μην μας μαζεύει τις δεκάρες; Κι όλη του η πραμάτεια, μέσ’ στη σκόνη. Και το… μαγαζί του πάντα κυκλωμένο από πελατεία. Είπα πολλά για τον Μίκο, αλλά ο Μικος ήταν τα όνειρα μας όλα.

‘Αλλο, σκανδαλιστικό στέκι: ο Μουσιόν Κάηκας: στην αρχή της Αβέρωφ. Εκείνος είχε χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά καλούδια. Το χειμώνα: σαλέπι, σουτζούκια, μαλεμπή. Το καλοκαίρι: παγωτό λεμόνι, μπουζά, λαχαριμιά (τουρσί). Πού να καταλάβετε τώρα τι σημαίνουν αυτά. Φτηνά, ταπεινά εδέσματα που δίνανε χαρά στον κοσμάκη. Ο Ραχαμίμ ήταν στην αρχή της Καλλάρη, όλη η πρόσοψη μπάγκος με πουρκά, οπωρικά τα λεγόμενα, πουρκά όμως χωριάτικα καλοκαιρινά, ήτοι: μπούνες (μούρα), γκόρτζα (αγριο-αχλάδια), ξυλοκέρατα παλιά, κούμπλα, κεράσια, ζέρδιλα, όλα σκονισμένα, σκουλικιασμένα, μυγοφτισμένα, αλλά νοστιμότατα και υγιεινότατα χωρίς χημικά. Δυο μαγέρεικα, χόρταιναν με νόστιμα φαγιά τους παζα-ριώτες και τους περαστικούς απ’ τα Γιάννινα -για τα ψώνια τους- το πρωί και το γιόμα. Ο Χωρ’ Φιντάν’ς, κι η Χήρα δίπλα στον Τσαμπαλίκα. Μοσχομύριζε το Κουρμανιό από τα τηγανητά συκωτάκια, τον πατσά, τις τσίμες, το χέλι και διάφορα κρεατικά με ζαρ-ζαβάτι. Στην άλλη γωνία -Καλλάρη και Κουντουριώτου, ο Σατάρ Εφέντης, ένας ωραίος ηλικιωμένος Τούρκος παλιός Γιαννιώτης- έκανε το υπέροχο παγωτό καϊμάκι, με πρόβειο ολόπαχο γάλα και σαλέπι. Εκείνο λέγαν παγωτό κι όχι τούτα τα άνοστα που τρώμε τώρα με τα… 0 λιπαρά!! ‘Έλεγαν πως ο παππούς του Σατάρ, όταν κρέμασαν τον ΑΓΙΟ απέναντι τους, πήγε τη νύχτα και του έβγαλε το τσουράπι και το ‘χε για σακούλα για τους παράδες του. Έτσι έφτασε στ’ αυτιά μου από τον παππού μου.

Στο Κουρμανιό, αρχή της Αβέρωφ, ήταν οι ονομαστοί μπουγατσατζήδες αδελφοί Σακελλαρίου. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ήταν το άλλο μαγαζί στην οδό Αβέρωφ, στην Πλατεία την κάτω. Τα γλυκά τους ήταν ονομαστά. Μπουγάτσες, κανταΐφι, μπακλαβάς, ρεβανί. Η καρβουναποθήκη του Κώστα Σούλη, καταμεσής στο Κουρμανιό, ήταν τόπος εφοδιασμού καυσίμων. Τώρα παίρνουμε τηλέφωνο και λέμε: «Θέλω τόσους τόννους πετρέλαιο». Τότε έρχονταν οι νοικοκυραίοι και παράγγελναν. Τόσες μεριές -ήταν πολύ μεγάλα τσουβάλια- θέλουμε… κάρνα. Τα φόρτωνε το παιδί της αποθήκης -που νόμιζες πως ήταν Αφρικανός από την καρβουνόσκονη- πάνω στη μεγάλη χαμάλα και τα πήγαιναν στα καρβουναριά τους για όλη τη χρονιά προμήθεια. Ο φτωχόκοσμος τα ‘παιρνε ένα ένα τσουβάλι, κι ήταν κι άλλοι που δεν μπορούσαν να πάρουν ούτε τσουβάλι, κι έπαιρναν με τον γκ’βά μόνο χ’νουμ, την σκόνη που έμεινε στην αποθήκη κάτω κάτω. Στο Κουρμανιό, στη μύτη που έκανε η Αβέρωφ με την Καλλάρη -σε ένα επί ένα- ήταν το Σούπερ Μάρκετ του Κώτσιου Γελέκη. Εκείνα βλέπατε μαγαζί, κι όχι τα μεγαθήρια Σούπερ Μάρκετ σήμερα. Σε ένα επί ένα βρισκόταν ό,τι μπορούσε να χρειαστεί άνθρωπος. Σχολικά είδη – βιβλία τσέπης – σοκολάτες – λιναρόσπορος – βεντούζες, έμπλαστρα,… βδέλλες, αγκίστρια, άδεια μπουκάλια – παιχνίδια – βαμπάκι, οινόπνευμα – ρακί, καρύδια – λεφτόκαρα, αποκριάτικα, τόσα και τόσα και τόσα. Αυτά τα γραφικά συνέβαιναν ως το ’44. Έπειτα αρχίζει άλλη εποχή για το Κουρμανιό.

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες από τα Γιάννινα που έφυγαν»

Advertisements