Ετικέτες

,

Του Τάτση Αποστολίδη

Μνήμη Μπάμπη Τσάρα

Καίγεται το χωριό απέναντι στο βουνό, ο νυχτερινός ουρανός λαμπαδιάζει και η μικρή Άρκτος σβήνει. Άνθρωποι στις εξώπορτες μισόγυμνοι – φοβούνται πολύ. Στον ύπνο του ένα όνειρο τον τυραννάει κοιμάται, ξυπνάει, αυτό εκεί: Οπλές, οπλές, το ιππικό υποχωρεί, καταφεύγει στη στενωπό – δεν χωράνε, χτυπάνε το ένα το άλλο, θυμώνουν πολύ τα άλογα, γδέρνονται αγριεμένα, γδέρνονται στους τοίχους. (Του είχαν κάποτε χαρίσει ένα πέταλο, «φέρνει τύχη». Παλιά, έβλεπε το γύφτο μες στον ιδρώτα να το καρφώνει στο πέλμα. Έτρεμε το άλογο, το κεφάλι σκυφτό, βαριά τα μάτια, υγραμένα. Βυθίζονταν τα καρφιά, το σφυρί τα χτυπούσε λίγο ακόμα. Πώς μπορεί να φέρνει τύχη;)

Οβίδες   σφυρίζουν,   χτυπάνε   τους   λόφους, το Υδραγωγείο, τον περιφερειακό της λίμνης, πέφτουν μέσα της, παφλασμός, το πυρωμένο σίδερο σβήνει στο νερό. Ο Σίλας ξυπνάει. Έξω ακούγεται η ερημιά, ποτίζουν τους κήπους. Πέρα, οι ξένοι στρατιώτες πάνε γυμνάσια – ο άνεμος παίρνει τα εμβατήρια. Ανηφορίζει τη Σαμουήλ, περνάει κάτω από το θολωτό σπίτι, χτισμένο σαν γέφυρα. Το πρωινό έχει τη γεύση της ομίχλης, σιγά σιγά το γυρίζει σε νοτιά, έρχεται βροχή. Πιο πάνω, το παγώνι του Ράδου κρώζει πίσω απ’ τις σιδεριές. Στο λόφο της Δεξαμενής λόχμες για τους ερωτευμένους και τα φίδια, μακριά στρωμένη η πεδιάδα, τα πρώτα χτίσματα, ο κήπος της θείας Ρωξάνης. Ο στενός δρόμος βγάζει στην Αγία Μαρίνα της μητέρας το χαμομήλι γλιστράει μέχρι τις ανοιχτές θύρες. Μέσα ψάλλουν τον όρθρο – λιγοστοί πιστοί φτιάχνουν Θεό. Στο ραφείο του Παπανικολάου ο γλόμπος αιωρείται πάνω απ’ το φθαρμένο πάγκο. Απέναντι, το ψηλό σπίτι με τις αδελφές, στη στροφή το Ωδείο. Η Λιούμπα θα κοιμάται ακόμη. Για ν’ αποφύγει τη λάσπη της αγοράς, ο Σίλας μπαίνει στα Εβραίικα, βαδίζει σύρριζα στο Κάστρο, για το μόλο. Η λίμνη. Ανατριχιάζει ως πέρα. Την κοιτάζει. Ακίνητος. Το βουνό ανεβαίνει με χίλια βάσανα, το χωριό καίγεται ακόμα. Τηλεγραφόξυλα στη σειρά τρέχουν έξω από την πόλη, τα σύρματα μεταφέρουν τη γραμμή της Κεντρικής Επιτροπής κάτω από τα νευρικά ποδαράκια των πουλιών. Δίπλα, το μπορντέλο με τους χρωματιστούς τοίχους και τα στολίδια των παλιών μαστόρων. Εδώ τον περιμένει ο Σύνδεσμος – στην κεφαλή του βαρύ φωτοστέφανο η μετώπη της πρόσοψης. «Φεύγω για πάνω», λέει. «Τα πράματα δυσκολεύουν, πρόσεχε την οργάνωση της εβδόμης.» Δεν τον ξαναείδε. Τον έπιασαν στα φυλάκια της εξόδου, τον κρέμασαν το ίδιο πρωί, στο προαύλιο της Γενικής Διοίκησης. Ύστερα, η λεύκα λικνιζόταν από τον αέρα.

Βρήκα το Σίλα έξω από τα μπιλιάρδα. Οι στρατιώτες με τα φαιά έδιωχναν τον κόσμο που ήταν μαζεμένος στην πλατεία. Είχαν αρχίσει οι συλλήψεις, σε λίγο θα έβγαινε απαγορευτικό της κυκλοφορίας. Στο μεγάλο Ρολόι, η σημαία της Νεολαίας πάνω απ’ τους σταματημένους ωροδείκτες, στον ιστό. Ψηλά η σημαία. Ο Σίλας μούδιασε. Τον έβλεπα: κάτασπρος, τα μάτια κόκκινα, όρμησε να περάσει απέναντι, τον τράβηξα πίσω. Στρίψαμε το στενό, απ’ το κουρείο του Τσάβαλου. Στην αυλή του σχολείου βρήκαμε τους άλλους, μαζεύτηκαν γύρω του. Έσκυψε αμήχανα, τάχα έψαχνε τις τσέπες του. Ο Τάσος ψιθύρισε «εσύ την έβαλες;», σήκωσε το κεφάλι, κοίταζε πέρα, δίστασε μια στιγμούλα, ανέβασε μετά τους ώμους, έκανε έτσι ν’ ανοίξει δρόμο, να ξεφύγει απ’ τον κλοιό, με κοίταξε, απάντησε αδιάφορα: «Ίσως».

*Από τη συλλογή «Δέκα πέντε ιστορίες και μια βόλτα με ποδήλατο»

Advertisements