Ετικέτες

,

Της Αντιγόνης Ντίνου – Βρέλλη*

Η συνοικία Ντιντιρούτς, πήρε το όνομα από το τζαμί, «Ντεντέ Ουρούτς» που βρίσκονταν στην πλατειούλα που σχημάτιζε ο πλάτανος. Στη ρίζα του υπήρχε παλιά βρύση που έτρεχε αδιάκοπα και ξεδιψούσε τους περαστικούς. Ο πλάτανος σήμερα είναι πελώριος και δίπλα του ένας μικρότερος, μάταια προσπαθεί να σηκώσει το ανάστημα στον προκάτοχο του, γιατί εκείνος άπλωσε τα κλαδιά του στους πέντε δρόμους, που ενώνονται στην όμορφη πλατειούλα, που σχηματίζεται στις ρίζες του.

Οι δρόμοι αυτοί, εκτείνονται ακτινοειδώς και είναι οι εξής: Η οδός Σαμουήλ, η οδός Δεσποτάτου Ηπείρου, η οδός Τεπελενίου, η οδός Δοσιθέου Φιλίτου και η οδός Μελετίου Γεωγράφου. Η πλατεία διαμορφώθηκε από τους δημάρχους κ. Φίλιππα Φίλιο και Ελευθέριο Γκλίναβο, σε παραδοσιακό στυλ, πλακόστρωτη σε σχήμα κυκλικό, με καθίσματα και πεζουλάκι ολόγυρα και στη μέση λιθόκτιστη βρύση, που ομορφαίνει όλη τη συνοικία. Είναι μια μικρή όαση ανάμεσα στις τσιμεντένιες πολυκατοικίες. Η συνοικία Νπνπρούτς, περιλαμβάνει το χώρο, από τη συμβολή των οδών Αρχιμανδρείου και Μελετίου Γεωγράφου, την οδό Σαμουήλ ως το σημείο που συναντά την Πινδάρου, πάνω από το Στάδιο. Την Δεσποτάτου Ηπείρου μέχρι τη συμβολή της με τη Σταυρίδη έως τη Σπύρου Λάμπρου. Επίσης, τις οδούς Τεπελενίου και Δοσιθέου Φιλίτου, ως την Σπύρου Λάμπρου.

Στη συμβολή των οδών Δοσ. Φιλίτου και Σπύρου Λάμπρου αριστερά, παλαιά υπήρχε εξοχικό κέντρο «Ο Κήπος του Αλλάχ». Σήμερα είναι ο κόμβος που σχηματίζεται εκεί με το περίπτερο. Η συνοικία Ντιντιρούτς, συνορεύει προς βορράν με τις συνοικίες Αρχιμανδρείου και Καραβατιάς. Προς ανατολάς με το Στάδιο, προς νότον με τη συνοικία Μεϊντάνι και προς δυσμάς με τα Εβραίικα μνήματα.

Στη συνοικία Ντιντιρούτς, ήλθα νιόνυφη, στην οδό Δεσποτάτου Ηπείρου 30, το έτος 1952. Ακόμα, υπήρχε το τζαμί μισοερειπωμένο. Όλοι το ήξεραν ως τζαμί τ’ Λύτ'(η). Την ίδια χρονιά το χώρο αυτό τον αγόρασαν οι αδελφοί Καζαντζή. Τον κατεδάφισαν, και ανηγέρθη η σημερινή οικοδομή, η οποία καταλαμβάνει το χώρο απ’ την αφετηρία της Μελετίου Γεωγράφου ως τη γωνία της Δοσιθέου Φιλίτου με όλη την πρόσοψη προς την πλατεία. Στο ισόγειο της οικοδομής, λειτουργεί ο φούρνος της γειτονιάς του κ. Καζαντζή, και το γαλακτοπωλείο του γαμβρού του απ’ αδελφή. Επίσης, με πρόσοψη προς την πλατεία, απέναντι υπάρχει κι άλλο γαλακτοπωλείο, και στην άλλη γωνία ανθοπωλείο. Επίσης, υπάρχει και περίπτερο το οποίο εξυπηρετεί τη γειτονιά και τους περαστικούς. Επί της Σαμουήλ υπάρχει Μίνι – Μάρκετ οπωροπωλείο, κρεοπωλείο, καθαριστήριο και άλλα καταστήματα που εκπληρούν τις ανάγκες της γειτονιάς.

Το έτος 1952 στη συνοικία όλα τα σπίτια ήταν παλιά, άλλα διώροφα, άλλα μονόροφα, με μεγάλες αυλές, υψηλούς μανδρότοιχους που έκρυβαν πίσω τους λουλουδένιους κήπους, δένδρα οπωροφόρα και μη και τα απαραίτητα παραδοσιακά πηγάδια, με στέγαστρο, πλακόστρωτο περίγυρο, και τα πηγάδια όμορφα κτισμένα με πέτρα πελεκητή περίτεχνα, με σκέπαστρο σιδερένιο, για να μη πέφτουν μέσα, φύλλα, σκόνες, ζωύφια και άλλα αντικείμενα. Επίσης σύστημα αντλήσεως του νερού με την τριχιά και τον μεταλλικό κουβά.

Στην οδό Δεσποτάτου Ηπείρου που έμενα, το σπίτι ήταν παλιό, τούρκικο, με ένα στενόμακρο πλακόστρωτο διάδρομο, με μαύρη πλάκα ασβεστωμένη γύρω γύρω, πελώρια ψηλοτάβανα δωμάτια με τζαμαρίες και μεγάλα παράθυρα, μεγάλη κρεββάτα κι όπως καταλαβαίνετε, το χειμώνα δε ζεσταινόταν με τίποτε, με τις θερμάστρες και τα μέσα της εποχής εκείνης. Στο πίσω μέρος, μεγάλη αυλή, με πλυσταριό, πηγάδι σε μισότοιχο με τη διπλανή κατοικία, με μεγάλες μαύρες πλάκες σιδεροδεμένες χτισμένο και στο βάθος τουαλέττα. Όλα τα σπίτια τις τουαλέττες τις είχαν μακριά από τις οικοδομές. Δίπλα μας προς το μέρος της πλατείας, ήταν το σπίτι του Χαραλάμπους ή Τσανάκα και στη γωνία όπου σήμερα το γαλακτοπωλείο η ταβέρνα του Φάνη. Ένα παλιό ερειπωμένο κτίριο.

Δεξιότερα και επί της Σαμουήλ, το σπίτι και το εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του Νίκου Τριαντάφυλλου. Εκεί έβλεπες στην αυλή, πελώρια χάλκινα καζάνια γεμάτα με καρυδάκι, νερατζάκι, πέργαμο και άλλα γλυκά, να μουσκέβουν στο νερό, ώσπου να ξεπικρίσουν. Μετά τα έβραζαν με τη ζάχαρη για να είναι έτοιμα και να τα αγοράσομε εμείς στα βάζα. Όλη η γειτονιά μοσχοβολούσε βανίλια, γκιουλς και άλλα αρώματα από τα κάθε λογής γλυκά του κουταλιού ή του ταψιού που παρασκεύαζαν οι τεχνίτες.

Πιο κάτω, προς το δεξιό μέρος πάντοτε, υπάρχει μια μεγάλη ερειπωμένη πόρτα, η οποία βγάζει στο λεγόμενο σπίτι του Δεσπότη. Ένα πολύ παλιό και ωραίο αρχοντόσπιτο, το μοναδικό που διασώθηκε από την πυρκαϊά του 1820. Επί τουρκοκρατίας ανήκε στην οικογένεια Χουσείν – Μπέη και μετά την απελευθέρωση, αγοράστηκε σε δημοπρασία από τα αγαθοεργά καταστήματα της Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Η ονομασία, σπίτι του Δεσπότη, οφείλεται, στο ότι ήταν για πολύ χρονικό διάστημα έδρα του Μητροπολίτη Ιωαννίνων. Σήμερα το σπίτι αυτό είναι σε αθλία κατάσταση μισοερειπωμένο και κοιτάζοντας το σου προκαλεί θλίψη, αυτό που άλλοτε ήταν ένα πραγματικό κόσμημα. Θυμάμαι όταν κάναμε γυμναστικές επιδείξεις στο στάδιο, περνούσαμε αυτή τη μανδρόπορτα και αντικρίζαμε αυτό το όμορφο αρχιτεκτόνημα. Τότε ήταν σε καλή κατάσταση, με λουλούδια μπροστά στον κήπο. τώρα είναι σκουπιδότοπος και μια μπόχα σου ερεθίζει τη μύτη από τις ακαθαρσίες. Η πρόσοψη του είναι στραμμένη προς την ανατολή, προς το Μιτσικέλι. Είναι επί της οδού Πινδάρου, η οποία ανοίχτηκε αργότερα και ένα στενό δρομάκι, ανάμεσα από πολυκατοικίες, σου επιτρέπει να το ‘δεις και με τη σκέψη σου να ‘ρθεις στην εποχή της ακμής του. Απ’ την αριστερή πλευρά του σπιτιού μου, της οδού Δεσποτάτου Ηπείρου, ήταν το σπίτι του κ. Λάνη, σήμερα οικία Θωμά Μπαϊρακτάρη. Το σπίτι αυτό συνεχίζει και σήμερα να είναι μονοκατοικία, αφού υπέστη πολλές μετατροπές, ώσπου να πάρει τη σημερινή του όψη. Πιο πέρα, πάλι σε παλιό τούρκικο σπίτι, κάθονταν η κυρά-Βικτώρω. Θυμάμαι ένα βράδυ που έτυχε να είμαι εκεί, ήταν καλοκαίρι και είχε πανσέληνο. Η κυρά – Βικτώρω, κάθονταν στην κρεββάτα της και μου λέει: «Δε μου λες ουρ’ Αντιγόν; αυτό του φιγγάρ’ που βλέπουμι τώραγια ημείς ιδώ, είνι του ίδιου κι στ’ Πρέβιζα κι σν’ Αθήνα κι σ’ όλ’ τν’ Ιλλάδα; Αφού είνι τα βουνά μπρουστά, πώς του βλέπουν κι αυτοί;»

Πιο πέρα το σπίτι του Πρωτόγερου, πελώριο σπίτι κι αυτό με απέραντο κήπο που έφτανε ως το στάδιο. Σήμερα υπάρχει ολόκληρο συγκρότημα πολυκατοικιών. Απέναντι, του Τσιφόπουλου, που ήταν Δημοτικός Σύμβουλος, δίπλα, της κυρά-Ρουλας, της κυρ-Ανάστας με τις κατσίκες, το φτωχικό της Χατιτζιές, το αρχοντικό του Λουτση, με τον απέραντο κήπο, με τις τζαμαρίες και τα σκαλιστά ταβάνια, υψωνόταν μεγαλόπρεπρο στη γειτονιά. Το φτωχικό του Μπαλή, της Φιλονόης Δάφλου δίπλα, απόρθητο με μεγάλο μανδρότοιχο που είχε ένα καφασωτό παράθυρο νια να ελέγχει την κίνηση στη γειτονιά. Την είχαμε καθηγήτρια καλλιτεχνικών στο γυμνάσιο. Στη γωνιά της σημερινής Τεπελενίου, τα Τζιμογιαννέικα, αδέλφια και ξαδέλφια. Σήμερα είναι κάτω το ανθοπωλείο και δίπλα και επάνω η οικοδομή. Η οδός Τεπελενίου, το έτος 1952 ήταν κλειστή. Άνοιξε πολύ αργότερα ανάμεσα από τα αμπέλια της Αθηνάς Χατζή και του Πέτρου Σάρρα δεξιά και του Μπάμια αριστερά.

Η οδός Δεσποτάτου Ηπείρου, πρώτα, συνέχιζε μέχρι τον κήπο του Αλλάχ. Τώρα έχουν μερικά χρόνια που τη διχοτόμησαν κι από τον πλάτανο μέχρι τον Αλλάχ της δώσαν το όνομα Δοσιθέου Φιλίτου. Ένα δεν μπορώ να καταλάβω: Γιατί αλλάζουν τα ονόματα των οδών και τις μεταφέρουν πότε από δω και πότε από κει; Δεν υπάρχουν άλλα ονόματα να τους δώσουν; Και τι γίνεται με τους ιδιοκτήτες, που είχαν σπίτι στην τάδε οδό και μετά βρέθηκαν σε άλλη;

Η σημερινή συνοικία δεν θυμίζει τίποτε από τα παλιά. Οι πολυκατοικίες, άχαρες, τσιμεντένιες, χωρίς γούστο, έκλεισαν τους δρόμους, και η πληθώρα των αυτοκινήτων δεξιά κι αριστερά εμποδίζουν τους περαστικούς. Τα πεζοδρόμια στενά και κακοφκιαγμένα, γίνονται συχνά παγίδες για τους περαστικούς. Η μόνη όαση κι ανάσα της γειτονιάς είναι ο πλάτανος. Η πλατειούλα γύρω απ’ τις ρίζες του φιλοξενεί κάθε περαστικό, κάθε ηλικίας και του προσφέρει απλόχερα δροσιά και ξεκούραση. Γιαγιάδες, παππούδες, με τα εγγονάκια, άλλοι γείτονες, περαστικοί, γνωστοί, στήνουν κουβεντούλα και περνούν την ώρα τους. Τα μεσημέρια, που τελειώνουν τα σχολεία, τα παιδιά σαν τα μελίσσια κατακλύζουν την πλατεία και συζητούν τα προβλήματα τους. Και οι γείτονες, πηγαίνοντας στα γύρω μαγαζιά να κάμουν τα ψώνια τους, όλο και θα βρουν κάποιο γνωστό για λίγη κουβέντα. Στα πεζουλάκια, το πρωί, θα βρεις τη λάχανου, τον παραγωγό με τις ελιές, τα πορτοκάλια, τσάι, ρίγανη. Επίσης, την τσιγγάνα που απλώνει το εμπόρευμα της, χαλιά, κουβέρτες, σεντόνια και ό,τι άλλο μπορείς να φαντασθείς. Μια μικρή λαϊκή αγορά.

Η μεγάλη κίνηση όμως της συνοικίας είναι κατά τις ημέρες της αποκριάς. Ο πλάτανος είναι στο φόρτε του. Φωταγωγημένος, με χρωματιστά λαμπιόνια, μπαλόνια και γιρλάντες και τα μεγάφωνα στη διαπασών, να μεταδίδουν τραγούδια κάθε προτίμησης. Η παράδοση της Τζαμάλας κρατάει από παλιά. Υπάρχει πολιτιστικός σύλλογος ο «Πλάτανος», με χορευτικό συγκρότημα. Αυτός αναλαμβάνει την οργάνωση της φωτιάς. Η τζαμάλα γίνεται την Κυριακή της Τυρινής, κι από την προηγούμενη υπάρχει οργασμός στην πλατεία. Τα γύρω σπίτια της πλατείας φωταγωγούνται και κρεμούν διάφορες φιγούρες, μπαλόνια και γιρλάντες, και δίνουν εορταστική όψη. Στήνουν τη τζαμάλα στη μέση του δρόμου με τα ξύλα που τους έχει προμηθεύσει ο Δήμος, πρόχειρο κυλικείο, θέση για τους οργανοπαίκτες και μπροστά στο φούρνο και το γαλακτοπωλείο, βγάζουν καρέκλες και τραπεζάκια, ψήνουν σουβλάκια και το κρασί ρέει άφθονο. Συρρέουν άνθρωποι μασκαρεμένοι και μη, απ’ όλα τα Γιάννινα, στήνουν το χορό γύρω απ’ τη φωτιά και το γλέντι συνεχίζει μέχρι και την Καθαρά Δευτέρα έως τα ξημερώματα της Τρίτης.

Το όνομα της συνοικίας Ντιντιρούτς, λίγοι το γνωρίζουν. Το χαρακτηριστικό της είναι ο πλάτανος. Και όταν θέλεις να συγκεκριμενοποιήσεις, που ακριβώς μένεις, λες: κοντά στον πλάτανο, πάνω από το στάδιο.

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες από τα Γιάννινα που έφυγαν».

Advertisements