Ετικέτες

Του Δημητρίου Κοράκη*

Γυρίζοντας νοσταλγικά στα περασμένα, δε θυμούμαστε μόνο τα αγαπημένα μας πρόσωπα, την παλιά, όμορφη και ήρεμη μικρή μας πόλη τα Γιάννινα, με τις γραφικές τους γειτονιές και τη χιλιοτραγουδισμένη λίμνη Παμβώτιδα, αλλά και τα παλιά γιαννιώτικα τραγούδια, που τα τραγουδούσαν οι παλιοί Γιαννιώτες στα γλέντια τους, σε πανηγύρια, σε γάμους και στους καφενέδες.

Αυτά τα τραγούδια και άλλα δημοτικά και ελαφρά τραγούδια της κάθε εποχής τα τραγουδούσαμε και στα σπίτια μας και ιδιαίτερα τα κρύα βράδια του χειμώνα, όταν οι οικογένειες μαζεύονταν γύρω από το μαγκάλι με τα μπόλικα αναμμένα κάρβουνα ή μπροστά από το αναμμένο τζάκι. Επίσης πολλοί τα τραγουδούσαν στις δουλειές τους και τις νύχτες καθισμένοι στους μπαξέδες των σπιτιών τους ή περπατώντας στα σοκάκια των Γιαννίνων με παρέα κατά τις περιόδους της άνοιξης και του καλοκαιριού.

Τα τραγούδια, που τραγουδιόταν στα πολύ παλιά Γιάννινα ήταν οι αμανέδες και άλλα μακρόσυρτα ανατολίτικα τραγούδια, επηρεασμένα από τα τούρκικα τραγούδια και τα τραγούδια, που έλεγαν οι πρόσφυγες, που είχαν έρθει στα Γιάννινα από τη Μικρά Ασία, γι’ αυτό και πολλά ήταν λυπητερά.
Επίσης, ήταν πολλά δημώδη γιαννιώτικα τραγούδια, που χορεύονταν σε γάμους, σε γιορτάσια, τις αποκριές κι αλλού, όπως το: «Δόντια πυκνά»…

..Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια
φωνή σαν τ’ αηδονιού
στόμα χελιδονιού
μου σήκωσες το νου απ’ το κεφάλι μου
Μια Κυριακή και μια καλήν ημέρα
βρίσκω μια περιστέρα
μια καγκελοφρυδάτη
να μην την είχα δει δε θα’χα ζουρλαθεί
Τ’ έχεις μωρέ, μωρέ ζαλιάρικο
Τ’ έχεις μωρέ και βάζεις με το νου σου
φυλάξ’ από τσ’ οχυρούς σου
η σκύλα η πεθερά σου θέλει μαχαίρωμα
ως το ξημέρωμα

και της τάβλας (τραπεζιού) ή της ψάθας, που τραγουδιόταν από τους παλιούς Γιαννιώτες καθισμένους, όπως το: «Κίνησα να ‘ρθώ ένα βράδυ…»

…Κίνησα να ‘ρθώ ένα βράδυ μ’ έπιασε ψιλή βροχή το Θεό παρακαλούσα για να σ’
ευρω μοναχή
Ας ερχόσουν κι ας βρεχόσουν κι ας γινόσουνα παπί. Είχα ρούχα να σ’ αλλάξω σκέπασμα να σκεπαστείς και κορμάκι ν’ αγκαλιάσεις ώσπου να το βαρεθείς.

Τα ελαφρά τραγούδια της κάθε εποχής τα τραγουδούσαμε στα παλιά Γιάννινα και ιδιαίτερα του αείμνηστου γιαννιώτη μουσικοσυνθέτη και στιχουργού Λάκη Κέκεση κι αργότερα του επίσης γιαννιώτη μουσικοσυνθέτη Τάκη Μουσαφίρη.
Όλα τα καλά τότε ελαφρά τραγούδια γίνονταν κτήμα των παλιών Γιαννιωτών και τραγουδιόνταν με κέφι, χαρά κι απόλαυση, γιατί σ’ ευχαριστούσαν τα λόγια των στίχων τους και σε γοήτευε η γλυκιά μελωδία τους.
Πολλοί ασφαλώς Γιαννιώτες θα θυμούνται με νοσταλγία ένα από τα ελαφρά τραγούδια του Λάκη Κέκεση, το: «Χαμένη μου χαρά…», που ακόμα και τώρα το σιγοτραγουδούμε.
Μερικοί μάγκες παλιοί Γιαννιώτες, οι λεγόμενοι μπαντίδοι (παλικαράδες), με το σακάκι φορεμένο μόνο από τη μια μεριά, με ζωνάρι πάνινο χοντρό στη μέση, με κομπολόι στο χέρι και με το κασκέτο φορεμένο στραβά στο κεφάλι τους τραγουδούσαν λαϊκά και ρεμπέτικα εκείνης της εποχής στα καπηλειά και καμιά φορά στο δρόμο περπατώντας κουτσαβακίστικα.

Εκείνα όμως τα τραγούδια, που αγάπησαν περισσότερο οι παλιοί Γιαννιώτες και που συνδέθηκαν πολύ περισσότερο με την εποχή εκείνη της γραφικής μας πόλης ήταν οι καντάδες, τα τραγούδια αυτά της αγάπης και του έρωτα, που τα τραγουδούσαμε με μεράκι και ιδιαίτερα συναισθήματα, γι’ αυτό και τα θυμούμαστε και τα σιγοψιθυρίζουμε με συγκίνηση και νοσταλγία.

 Γιαννιώτικη μπάντα το 1910

Μπορεί οι ρίζες της καντάδας να είναι βενετσιάνικες και να θεωρείται ως το μόνο αντιπροσωπευτικό του επτανησιακού φολκλόρ, γιατί από την Ιταλία, πέρασε στα Επτάνησα κι απ’ αυτά απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα, αγαπήθηκε όμως από τους παλιούς Γιαννιώτες, γι’ αυτό και συμπεριλαμβάνεται στα τραγούδια των παλιών Γιαννίνων.
Όλα αυτά τα υπέροχα τραγούδια με ερωτικό περιεχόμενο τραγουδιόνταν τη νύχτα στους δρόμους της πόλης μας και κυρίως την άνοιξη και το καλοκαίρι με ολόγιομο φεγγάρι από παρέες – χορωδίες με ιδιαίτερη ψυχική διάθεση.

Εδώ θα πρέπει ν’ αναφέρουμε μερικούς παλιούς Γιαννιώτες κανταδόρους της περιόδου κυρίως 1920 – 1950, εκ των οποίων πολλοί έπαιζαν βιολί, κιθάρα, μαντολίνο ή ακορντεόν και οι οποίοι συμμετείχαν σε γλεντζέδικες παρέες και σε χορωδίες.
Αυτοί ήταν: ο Γεώργιος Τσεκούρας, ο Σπυρίδων Κριθαράς, ο Αλέκος Τσουκανέλης, ο Κώστας Κουντουράς, ο Πάνος Κατσάνος, ο Χρήστος Βαρλαμίτης, ο Κώστας Φρίγκας (ή Κώτσιο μπας), ο Φόντας Μπάζας, ο Λάκης Κέκεσης, ο Τάκης Βερτόδουλος, ο Γιάννης Νούσιας, ο Μανώλης Οικονόμου, ο Γεώργιος Χαριλάου, οι Αδελφοί Παπαθανασίου (Καπαμά), ο Σπύρος Σταματιάδης, ο Μιχαήλ Μπάζας, ο Κώστας Κοράκης, οι Αδελφοί Παπατζίμα και ο Σπυρίδων Παλάσχας.

Ήταν πολλά τα τραγούδια, που τραγουδιόνταν και τραγουδούσαμε σε καντάδες από γειτονιά σε γειτονιά, τότε που αυτές ήταν γραφικές και ήσυχες με τα χαμηλά σπίτια και χωρίς αυτοκίνητα.
Όταν η νύχτα έπεφτε για τα καλά, ξεκίναγε η παρέα για καντάδα και με τη συνοδεία κιθάρας, που παλιότερα υπήρχε και μαντολίνο, ακούγονταν η γλυκιά μελωδία των τραγουδιών με ιδιαίτερη ευχαρίστηση από τα κορίτσια της γειτονιάς, που μερικές φορές γι’ αυτά γίνονταν η καντάδα, κι από τους άλλους κατοίκους της, χωρίς ποτέ να διαμαρτύρονται.
Ποιος θα διαμαρτύρονταν όταν άκουγε το: «Στης νύχτας τη σιγαλιά…» ή το:
«Ω! μη κοιμάσαι, ξύπνα να σε δω ψυχή χαριτωμένη σε ποθώ».
Και η παρέα συνέχιζε να τραγουδάει το:
«Κοιμήσου και μη νοιάζεσαι, κοιμήσου τώρα φως μου,
και μη ρωτάς ποτέ γιατί, στενάζω και δακρύζω»
κι ακολουθούσαν κι άλλα κι έβλεπες ν’ ανοίγουν παράθυρα και μπαλκονόπορτες, για ν’ ακούσουν τα τραγούδια καλύτερα και να ευχαριστήσουν τους κανταδόρους.

Ενώ τα κορίτσια άνοιγαν με τρόπο τη γρίλια ή τράβαγαν με το χέρι το μπερντεδάκι του παραθυριού του δωματίου τους, για να δουν τους αγαπημένους τους, που τραγουδούσαν γι’ αυτές.
Ωραίες εποχές, που τώρα άλλαξαν, όπως άλλαξε και η μικρή μας όμορφη πόλη, που θέριεψε κι έγινε μεγαλόπολη με πολυκατοικίες κι έτσι δεν τραγουδάει πλέον κανένας κάτω απ’ τα μπαλκόνια των παλιών σπιτιών.

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο «σεργιάνι στα περασμένα..»

Advertisements