Ετικέτες

, ,

Του Δημήτρη Σαλαμάγκα

Εκεί δα, κατά τα μέσα του Μάη, καθώς το Γιαννιώτικο τοπίο πνίγεται στην πρασινάδα, την τόσο φρέσκη και δροσερή, που γεμίζει το στήθος σου με μιαν ανείπωτη χαρά, αν, κουρασμένος από τις κοντινές απόψεις γύριζες το μάτι σου κατά το Ντρίσκο, κάτου χαμηλά προς τα βόρεια, θάβλεπες μια πλατειά μωβ ανοιχτή κηλίδα, στο κέντρο σχεδόν μιας περιοχές από σκούρο πράσινο γύρω – γύρω, ήταν ο βράχος του Μιτσκελιού χαμηλά, η καλαμιά και μπροστά, η απλωσιά της νοτιοανατολικής λεκάνης της Λίμνης» η γνωστή ως μεγάλη Πλατειά ή Βαθειά.

Στα χαμηλά αυτής της περιοχής, διακρίνεις πάντοτε, και τώρα, τον τετράγωνο περίβολο ενός Μοναστηρίου, όμως, δεν υπάρχει πια, ούτε η συστάδα των αγριοκουτσουπιών, που το άνθισμα τους χάριζε, στο κατά τα άλλα άγριο εκείνο τοπίο, τη χαριτωμένη; ανοιχτή του μωβ νότα.

Το Μοναστήρι αυτό, είναι η Παναγιά της Ντουραχάνης, ιδρυμένο εκεί σε μνήμη του Γενέσιου τής Θεοτόκου, και το πανηγύρι του γιορταζόταν στις 8 του Σεπτέμβρη. Γιορταζόταν… Γιατί και πριν ακόμα από τον τελευταίο πόλεμο, ένα αιματηρό εκεί δράμα, σκέπασε το Μοναστήρι και το Πανηγύρι του, με μια πλατειά φρίκη:  «Άγνωστοι» κατακρεούργησαν τον καλόγηρο και την καλογριά του, και λήστεψαν τα φτωχικά τους αποθέματα. Και στον καιρό της κατοχής, ξένοι και δικοί, κατάκοψαν σύρριζα το πυκνό και άγριο δάσος. Κι’ έτσι, η απόλυτη ερημιά κι’ -αγιοσύνη σκέπασαν οριστικά, το τραχύ και κακοτράχαλο πια εκείνο τοπίο. Μάταια τώρα μερικοί νοσταλγοί, αναζητούν τη χαριτωμένη μωβ συστάδα και δύσκολα ξαναβρίσκουν στη μνήμη τους, περασμένες από το πανηγύρι τής Ντουραχάνης αναμνήσεις.

Το Μοναστήρι της Ντουραχάνης – ο θρύλος λέει – είναι κτισμένο από έναν Τούρκο. Ο θρύλος όμως αυτός – που είναι γνωστότατος ίσαμε τα πιο απομακρυσμένα χωριά του Μετσόβου και της Δυτικές Μακεδονίας ή Θεσσαλίας, όσα άλλοτες κατέβαιναν από (το Ντρίσκο και) τον Πόρο για νάρθουν στα Γιάννινα – ο θρύλος λοιπόν αυτός, δεν είναι μονάχα θρύλος.- Είναι και καθαρή Ιστορία:

Από τα μέσα ακόμα της 14ης μ.Χ. εκατονταετηρίδας, είχαν αρχίσει ευρύτατα να κυκλοφορούν στη Βαλκανική – και στην Ήπειρο και στην Αλβανία – τα Τούρκικα στίφη, και να γίνονται οι πρώτοι Αλβανών φυλάρχων εξισλαμισμοί. Στην Ηπειρώτικη σκηνή, εμφανίζεται την εποχή αυτή και ο περίφημος στην ιστορία τού Τούρκικου Κράτους στρατηγός Εβρενόζ, ο επονομασθείς αργότερα Γαζή, πρώτος επικυρίαρχος των Γιαννίνων.

Στα 1387, οι Τούρκοι, με επί κεφαλής τον – αργότερα Σουλτάνο – Βιαγιαζήτ, τον επονομαζόμενο Γιλντιρίμ (κεραυνό, λαίλαπα), καταλαμβάνουν τη Σαλονίκη. Ο Δεσπότης τότε του Κάστρου των Γιαννίνων Ισαΰ Μπουοντελμόντε, γνωστός στην ιστορία του τόπου, ως Ιζάουλος (Ιζαού), δεινά, πιεζόμενος από τα ισχυρότατα Αλβανικά φύλα της περιοχής, και από την εκμηδένιση σχεδόν του Βυζαντίου, πηγαίνει, όπως είπαμε και πιο πάνω, στη Σαλονίκη, «προσκυνάει» εκεί το Βαγιαζήτ, και γίνεται υποτελής του, μετά. δέκα τέσσαρες δε μήνες ξαναγυρίζει στα Γιάννινα, συνοδευμένος από το Στρατηγό Εβρενόζ, ο όποιος, σα σημάδι της Τούρκικης επικυριαρχίας, χτίζει στα Γιάννινα ένα Τεκέ κι ένα Τζάμι και κάνει την εγκατάσταση, της πρώτης εδώ, (όχι από καθαρούς Τούρκους, άλλα από Τουρκομάνους), παροικίας.

Η πτώση της Θεσσαλονίκης κι’ η υποτέλεια του Κάστρου των Γιαννίνων, έφερε σα συνεπακόλουθο και την υποτέλεια, όλων σχεδόν των γειτονικών τοπαρχιών, της Ηπείρου, Αλβανίας και Θεσσαλίας. Μεσολάβησε κατόπι η πανωλεθρία των Τούρκων από τις ορδές του Ταμερλάνου, και ως επακολούθημά της, η απόρριψη της υποτέλειας από τα. προσκυνημένα κάστρα. Ύστερα όμως από μερικές δεκαετηρίδες κατά τη διάρκεια των οποίων το Βυζάντιο ψυχορραγεί, οι Τούρκοι, ξαναγυρίζουν πανίσχυροι και στα 1430 πολιορκούν, όπως είπαμε, το Γιαννιώτικο Κάστρο, που τελικά συνθηκολογεί, διατηρώντας έτσι μια ευρύτατη και προνομιακή αυτοτέλεια.

Παρόμοιες σαν του Γιαννιώτικου Κάστρου αυτοτέλειες, συναντούμε στην αρχή του 15ου αιώνα, και βορινότερα των Γιαννίνων. Στις Αλβανικές δε περιοχές, ανάμεσα στους εκεί Τοπάρχες, Φεουδάρχες και Δεσπότες, συναντούμε και τους: Ιωάννη Καστριώτη, (πατέρα του Σκεντέρ μπέη), που κυριαρχεί στην περιοχή Ντίμπρας, ίσαμε το Αδριατικό, και Αριανίτη Σπάτα Κομνηνό, που δεσπόζει στην νοτιότερη περιοχή του Ελβασάν, (κι αργότερα έγινε πεθερός του Σκεντέρ μπέη).

Στα 1434, ο Αριανίτης αυτός, επαναστατεί κατά της Σουλτανικής κυριαρχίας. Ξεκινώντας από τις περιοχές της Τσερμενίτσας, συγκρούεται με τον Επίτροπο του Σουλτάνου, Αλή – έναν από τους γιούς του Εβρενόζ – τον κατατροπώνει, τον αναγκάζει να καταφυγή, αυτός και τα υπολείμματα τού στρατού του, στα Γιάννινα, και πολιορκεί το Αργυρόκαστρο. Μπεϊλέρ – μπέης την εποχή αυτή της Ρούμελης, ήταν ο Ντουραχάν Πασιάς, περίφημος κι’ αυτός Στρατάρχης των Σουλτάνων Μουράτ του Β’ και Μωάμεθ του Β’, και έδρευε στη Θεσσαλία απ’ όπου είναι πιθανό και να καταγόταν, και κάτω από το Πασιαλίκι της οποίας υπαγόταν και τα Γιάννινα. Σπεύδει λοιπόν αυτός με το στρατό του για βοήθεια του Αλή και εναντίον του επαναστάτη Αριανίτη, και για να προλάβει την επέκταση της ανταρσίας, βιαστικός, δε διστάζει, σε καιρό βαρύτατου χειμώνα, να καβαλήσει το Ζυγό, την Κατάρα και τον Ντρίσκο, και να κατέβη προς το Γιαννιώτικο κάμπο.

Η Λίμνη τότε των Γιαννίνων βρισκόταν σ’ έναν από τους πολλούς κι’ ιστορικά εξακριβωμένους παγετούς της. Είχε πιθανότατα χιονίσει απάνω στην παγωμένη έκταση κι’ ανεμοστρόβιλοι θα είχαν μετακινήσει δώθε – κείθε τους χιονένιους όγκους. Το πιθανότερο είναι, να είχε πέσει τη μέρα που βιαστικά περνούσαν τα φουσάτα του Ντουραχάν, πυκνή ομίχλη, από τις γνωστές στα Γιάννινα χειμωνιάτικες αντάρες. Μέσα στο χιονοστρόβιλο, ο Ντουραχάν, έχασε τον προσανατολισμό του, και βάδισε ανύποπτος στο ανοιχτό πεδίο, χωρίς να μπορεί να βλέπει τίποτα μπροστά του.

Κανόνια βέβαια δεν είχε μαζί του ο Ντουραχάν ανθρώπους όμως κι υποζύγια, ακόμα κι’ αραμπάδες, πολλές φορές ίσαμε σήμερα έχουν βαστάξει απάνω τους τα παγωμένα της Παμβώτιδας νερά. Κάποτε βέβαια ο Ντουραχάν και τα φουσάτα του, πάτησαν την πραγματική στεριά, κι’ έμαθαν τότε εκεί, από που ακριβώς είχαν περάσει. Ο Ντουραχάν Πασιάς, ήταν, κατά την παράδοση, γέννημα – ο ίδιος ή οι γονιοί του – χριστιανικό. Κατεβαίνοντας από το Ντρίσκο, εκεί κοντά στον Πόρο, είχε δει ένα χτιστό εικονοστάσι, μ’ ένα καντηλάκι, που έκαιε μπροστά σε μιαν εικόνα. Και πίστεψε στο θαύμα. Μα τώρα, δεν είχε καιρό για σταματεμούς, ο χειμώνας ήταν βαρύς, και το Αργυρόκαστρο κινδύνευε. Προχωρώντας προς τα βορινά, κατατροπώνει τον Αριανίτη, απελευθερώνει το Αργυρόκαστρο, και γυρίζοντας στην έδρα του, ορίζει – λέει ο θρύλος – και χτίζουν στη θέση της θαυματουργής εικόνας, ένα Μοναστήρι:  Την Παναγιά της Ντουραχάνης.

Advertisements