Ετικέτες

Της Π. Μπακόλα – Μαρκοπούλου*

«Το κάστρο λέει αυτός εκεί, είναι η κεφαλή, ουρά είναι η Λούτσα Σεράγι και Καλούτζασμι Οι άκρες των πτερύγων»

Είναι στίχοι του αείμνηστου Παΐσιου, ο οποίος είχε τα Γιάννινα μέσα στα φυλλοκάρδια του.
Την Καλούτσια και το Σεράγι στην αντίθετη μεριά της πόλης, ήταν οι άκρες από τα φτερά του αετού, που παρομοιάζει την πόλη, τα Γιάννινα.
Με αυτά τα δεδομένα η Καλούτζια (η Καλούτσιανη) είναι μια από τις παλιές συνοικίες της πόλης των Ιωαννίνων, η οποία αραδιάζει ξέχωρη ιστορία στο πέρασμα των χρόνων και αποτελεί ζωτικό αναπόσπαστο τμήμα της.

Εκτείνεται νότια της πόλης. Όπως άλλοτε και σήμερα, κατά ένα μέρος η Καλούτοιανη είναι η είσοδος και έξοδος στο αστικό κέντρο. Παλιότερα από την Καλούτσιανη διάβαινε ο μόνος δρόμος, χωματόδρομος, καρρόδρομος κι έβγαινε από την πόλη προς τα έξω, τον Άγιο Ιωάννη της Μπουνίλας, την Πρέβεζα, Άρτα, Αθήνα. Πλούσιος σε κίνηση και πάντοτε ο δρόμος αυτός, πολυσύχναστος και πολυάνθρωπος. Αγρότες και κτηνοτρόφοι κατέβαιναν στα Γιάννινα να πουλήσουν τα προϊόντα τους, να κάνουν προμήθειες για τις ανάγκες του τόπου τους.
Ο δρόμος της Καλούτσιανης από εκείνο τον παλιό καιρό έσφυζε από κίνηση, ήταν ονομαστός και γνώριμος.

Το τοπωνύμιο

Η ονομασία του οικισμού της Καλούτσιανης είναι τούρκικο κατάλοιπο και πρέπει να μας απασχολήσει με λίγα λόγια πιο κάτω.
Στα χρόνια πριν την κατάκτηση από τους Τούρκους, στην αρχή της Καλούτσιας υπήρχε βρύση με τρεχούμενο νερό. Πλάι στη βρύση ένα φουντωτό πλατάνι, ρωμαλέο άπλωνε τα κλωνάρια του. Έπιανε το δυτικό μέρος του δρόμου που έβγαινε από την πόλη. Προς την πλαγιά του όλου τοπίου.
Στη βρύση σταματούσαν οι περαστικοί με τα φορτιάρια τους να πιουν νερό και να ξεκουραστούν.
Με τον ερχομό των Τούρκων, η βρύση, ο πλάτανος και το ωραίο τοπίο, όπως και άλλα επίκαιρα σημεία της ιστορικής πόλης των Ιωαννίνων, αποτέλεσε εξέχουσα θέση και τόπο λατρείας για τους Οθωμανούς.
Στα 1430 οι Τούρκοι μπήκαν από την Καλούτσια στα Γιάννινα.
Ήρθαν από το νότιο μέρος από την Αιτωλοακαρνανία, την Άρτα, πέρασαν τον κάμπο των Ιωαννίνων, τον Άγιο Ιωάννη Μπουνίλας, την Καλουτσανη κι έφθασαν στα Γιάννινα, στην καστρόπολη.
Πρώτη η Καλούτσια δέχθηκε τους Τούρκους κατακτητές και στρατοπέδευσαν στο χώρο αντάμα με τους γύφτους.

Αφού εδραίωσαν για καλά σαν μαχαραγιάδες, στα μετέπειτα χρόνια κοντά στη βρύση της Καλούτοιας, έχτισαν το πανύψηλο τζαμί με τον προεξέχοντα μιναρέ που βίδωνε στα μεσούρανα. Συνδύαζε τη λατρεία των Οθωμανών με τις παροχές του Αλάχ, το νερό από τη δροσερή βρύση, τη δροσιά από το λαϊκό πλατάνι, την εμφάνιση στους περαστικούς και την προσέλκυση σε εξισλαμισμό.
Η περιοχή της Καλουτσιανης κατοικήθηκε πρώτα από τσιγγάνους, γύφτους και έπειτα από Τούρκους. Από την συνοικία της Καλουτσιανης ξεκίνησε η επανάσταση του φλογερού μοναχού Διονυσίου Φιλόσοφου (Σκυλόσοφου) το 1611 για την ελευθέρωση του τόπου.
Πνίγηκε στο αίμα. Έμεινε στην ιστορία αθάνατος. Από τότε η νερομάνα βρύση πήρε το όνομα «Καλού-Τσεσμέ» Βρύση του αίματος. Η περιοχή «Καλούτσια» και οι κάτοικοι της Καλουτσιαμιώτες όπως τους έλεγαν ανέκαθεν απ’ τα μαρτυρικά εκείνα χρόνια.
Από τότε και στη συνέχεια στα μετέπειτα χρόνια ο πλάτανος στην Καλού-Τσεσμέ καθορίστηκε από τους Τούρκους ως τόπος εκτέλεσης κάθε ρωμιού, πού ήθελε να αντισταθεί κατά της τουρκικής εξουσίας. Κάτω από τα φουντωτά κλωνάρια του, βρήκαν πολλοί Έλληνες αγωνιστές τραγικό θάνατο.

Οι γυφτοτσιγγάνοι της συνοικίας της Καλούτσιας ήταν οι εκτελεστές ραβδούχοι, γδάρτες, αγχονιστές δήμιοι σε κάθε άσχημη καταδίκη από τουρκικά δικαστήρια και δούλευαν κάτω από την πίεση και επιβολή των Οθωμανών.
Οι Τούρκοι, το γύφτικο στοιχείο στη συνοικία αυτή και σ’ όλα τα Γιάννινα βέβαια είχαν εξοικειωθεί με τους Γιαννιώτες, συζούσαν και πονούσαν και συνέδραμαν ο ένας τον άλλο στη χαρά, στη λύπη, στη δουλειά. Περισσότερο εκείνα τα χρόνια τα παλιά, που η ανάγκη εγίνονταν φιλοτιμία.
Το 1954 για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε ψυχαγωγική και κατατοπιστική εκδρομή από Γιαννιώτες στην Κωνσταντινούπολη. Στην πόλη με την Αγιά Σοφία, το μεγαλείο του Χριστιανισμού.
Στο θρυλικό Βόσπορο, στη Χάλκη, στο Πατριαρχείο, στον Πατριάρχη Αθηναγόρα, στο Μπαλουκλί στους τάφους των Πατριαρχών. Μεταξύ των εκδρομέων ο αείμνηστος Τάκης Σιαμόπουλος, γυμνασιάρχης τότε, ο Γενικός Διοικητής Ηπείρου, ο έπαρχος Γ. Τρεμπέλης και άλλοι.
Μετείχα κι εγώ νωπή δασκάλα, με την μάνα μου, σαν τελευταίοι της παρέας. Θεωρώ πως είχα τύχη μπορώ να πω.
Ανάμεσα στις επισκέψεις αφιερώσαμε μια ημέρα και πήγαμε στο Πέντιχ (Παντίχ) απέναντι στην Ασιατική ακτή των στενών του Βοσπόρου. Στο Πέντιχ είχαν εγκατασταθεί από την τουρκική κυβέρνηση οι γιαννιώτες Οθωμανοί με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922.
Τους έχουν τοποθετήσει στο καλύτερο εδαφικό μέρος, ξεμοναχιασμένους γιατί δεν μιλούσαν καθόλου τούρκικα και τους αποκαλούσαν τουρκογιαννιώτες.
Μόλις μας είδαν έβαλαν τα κλάματα. Μας χαιρετούσαν, μας αγκάλιαζαν, μας μιλούσαν άπταιστα ελληνικά, μας χαίρονταν, μας ρωτούσαν για τους Καλουτσιαμιώτες, τους γιαννιώτες με πόνο ψυχής.
Ένας παλιός τουρκογιαννιώτης κλαίγοντας μας είπε:
– Χρωστάω στον μπάρμπα Γιαμαρέλο είκοσι δύο γρόσια. Τα έχω πάρει δανεικά και θέλω να τα δώκω.
Θα σας τα δώκω εσάς να τα δώκετε σας παρακαλώ και να του πήτε τον ευχαριστώ πάρα πολύ. Μένει στην Καλουτοια κοντά στο τζαμί από την πάνω μεριά.
Έλεγε αυτά τα συγκινητικά λόγια και τα δάκρια του έτρεχαν βρύση από τα μάτια του. Ο Σιαμόπουλος τον άκουε με προσοχή, μέχρι που συγκινήθηκε κι αυτός από την συμπεριφορά του απλού τουρκογιαννιώτη.
Βλέπετε ψυχή φωλιάζει σε ανθρώπινο κουφάρι!
Εσύ Χριστό κι εγώ Αλάχ! Εσύ αχ κι εγώ βαχ!
Όταν τα ανθρώπινα συναισθήματα είναι απ’ τον δημιουργό δοσμένα δεν αλλοιώνονται από πολιτεύματα, θρησκείες και συνοριακούς διαχωρισμούς.

Όψη της Καλουτσιανης
Η συνοικία της Καλούτσιανης παλιά, ήταν η φτωχότερη της πόλης. Η Καλούτσια και τα Ζευγάρια είχαν τις φτωχότερες οικογένειες. Τα σπίτια της Καλούτσιανης έφταναν ως τα σημερινά «Πλατανάκια».
Μια σειρά σπίτια απ’ την κάτω μεριά του δρόμου προς τα μποστάνια και μια σειρά από την πάνω μεριά του δρόμου, και πάνω ήταν πλαερά λειβάδια.
Αυτή ήταν η συνοικία της Καλούτσιανης στα 1930.
Σπίτια, μπαράγγες, πλινθόκτιστα, πενιχρής κατασκευής στέγαζαν πολυμελείς φαμίλιες γύφτικες. Κοιμώνταν κάτω στο χώμα.
Χαμηλομάγαζα εργαστήρια κυρίως σιδεράδικα επί του δρόμου, όπου έφτιαχναν σιδερικά διάφορα. Γεωργικά εργαλεία κάθε είδους τα οποία έκαναν χρήση οι ξωμάχοι γεωργοί στα χωράφια, στη σκληρή δουλειά.
Στην Καλούτσιανη ήταν απλωμένη η γύφτικη μεγαλοπρέπεια, πέρα για πέρα. Οι σιδεράδες στην ακμή τους! Ένα κι ένα στο χρώμα, το σίδερο με την πέτσα του κατεργαστή. Μαύρο, βουερό φυσερό με τ’ ασκιά, έκανε το κάρβουνο κόκκινο κι έβγαζε καυτερές φλόγες μπλε, γαλάζιες.
‘Ελυωνε το πιο σκληρό ατσάλι. Γοερό το βούισμα της χόβολης ανταμώνονταν με τους ήχους της βαρείας που έπεφτε με δύναμη στο αμόνι και χτύπαε το φλογισμένο σίδερο, ρυθμικά, όσο να το κάνουν του χεριού τους, να το κολλήσουν, να το τροχίσουν.
«Στη βράση κολάει το σίδερο» από εδώ βγήκε η παροιμία και ο λαός την εφάρμοζε παραβολικά σε θέματα και ζητήματα περιστασιακά.
Η θεαματική δουλειά του γύφτου στην Καλούτσιανη εκείνο τον καιρό μας θύμιζε τον Προμηθέα, τον Ήφαιστο, το θεό της φωτιάς και του σίδερου.


Παρ’ ότι η φάτσα και η ράτσα αυτή βαραίνεται με κατάρα από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, από τα θλιβερά πάθη του Χριστού μας, μ’ όλα ταύτα, εδώ στα Γιάννινα ρίζωσε από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και επέζησε.
Έχει περιφρονητικό περιεχόμενο, αλλά αγκάλιασε δυο βασικές ηπειρωτικές, γιαννιώτικες λαϊκές τέχνες με θέληση για προσφορά, του γύφτου σιδερά και του γύφτου βιολιτζή. Του σιδηρουργού και του μουσικού.
Στην Καλούτσιανη, στα χωματερά εργαστήρια των σιδεράδικων έβλεπες πλάι στο φυσερό κι ένα βιολί. Κοντά στο αραγμένο σφυρί ένα ντέφι με αστραφτερά τέλια, ένα κλαρίνο με πολλές λιγιερές νότες, προσαρμοσμένες στη μουσική κλίμακα. Το Σολ.

Η αριστοκρατία της πόλης των Ιωαννίνων έβλεπε αφ’ υψηλού τους Καλουτσανιώτες, θα λέγαμε. Παρέστεκε με συμπάθεια κοντά τους για το δικό τους συμφέρον πάντα. Δεν προτιμούσε να μένει, να κατοικεί στη γειτονιά αυτός.
Πολύ ολίγοι βρέθηκαν να έχουν σπίτια κοντά τους. Ούτε μια εβραϊκή οικογένεια, στο μακρύ διάβα των αιώνων δεν έμενε στην Καλούτσιανη.
Οι καλουτσανιώτες όμως, ήταν νύχτα μέρα στην υπηρεσία τους. Πολλοί έγιναν χαμάληδες, καρραγωγείς, μεταφορείς, φορτοεκφορτωτές και δούλευαν στην πιάτσα της αγοράς της πόλης και έβγαζαν τον επιούσιον. Οι δημοτικές αρχές της πόλης απασχολούσαν πολλούς καλουτσανιώτες στην καθαριότητα της πόλης.
Είχαν προσλάβει πολλούς σκουπιδιαραίους, να καθαρίζουν τα σκούπρα από τους δρόμους και τους κοινόχρηστους χώρους της μικρής μας πόλης. Μερικοί και ταχτικά έλεγαν: Στην Καλούτσια κατοικούν τα σκούπρα, παρακατιανοί κάτοικοι.
Έκαναν όλες τις βαρείες δουλειές και εκτίμηση δεν είχαν αλλ’ ούτε και ίση μεταχείριση.

Στα δημοτικά σχολεία της μικρής περιοχής που ήταν πολλά γυφτάκια, οι γιαννιώτες απέφευγαν να στέλνουν τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα. Τα έστελναν σε άλλα σχολεία της πόλης, γιατί τα θεωρούσαν παρακατιανά αυτά.
Κάποτε στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, που ήταν υποψήφιοι για την πόλη των Ιωαννίνων ο αείμνηστος Κ. Φρόντζος και ο αείμνηστος Γρ. Σακκάς, έγινε το εξής περιστατικό:
Οι δυο υποψήφιοι δήμαρχοι στις ομιλίες τους προς το κοινό είχαν διαφορετικούς τρόπους και ελιγμούς και κατευθύνσεις. Στη βάση του, το πρόγραμμα ανάπτυξης του Δήμου, ήταν το ίδιο, απλά στις αγορεύσεις είχαν και πονηρές εκφράσεις, όπως άλλωστε φαίνεται και στην πολιτική.
Ο μεν Κ. Φρόντζος αποκαλούσε ορισμένους πολίτες «ρέ-τζελα» «…ήρθαν τα ρέτζελα να διοικήσουν τους αρχοντονοικοκυραίους… αριστοκράτες…».
Ο δε Γρ. Σακκάς σε μια συγκέντρωση στην Καλούτσια κατέταξε τους γύφτους σε υψηλή θέση, τους ανέβασε το φιλότιμο.
«..Λένε ότι είσαστε γύφτοι, όχι, για όνομα του Θεού! Εσείς δεν είστε τέτοιοι. Είστε Αιγύπτιοι, έχετε την καταγωγή από τη μεγάλη χώρα την Αίγυπτο και διακρίνεστε για το φιλότιμο και την αγάπη σας…».
Έτσι ο Κ. Φρόντζος έχασε τις εκλογές.
Ο Γρ. Σακκάς με τις κολακίες έδρεψε την εκλογική νίκη. Αργότερα στις υπηρεσίες του Δήμου τις δύσκολες, ανέθεσε σε Καλουτσιανιώτες και Ζευγαριώτες να εργάζονται σε διάφορες κουραστικές εργασίες όπως: οδοκαθαριστές, κηποκαλλιεργητές, σκατατζήδες.

Η αγορά (τα μαγαζιά) στην Καλούτσιανη
Η Καλούτσανη στο αρχικό στάδιο δημιουργίας δεν είχε καταστήματα, πλαισιώνετο ο οικισμός από μικρά σπίτια και Χάνια.
Τα Χάνια στην Καλούτσανη διακρίνονταν. Ήταν χτισμένα ψηλά διάφορα με μαντρότοιχους, αποθήκες, πηγάδια, παχνιά για τα ζώα. Ήταν επί του δρόμου, έπιαναν μεγάλη έκταση και είχαν την όψη φρουρίου.
Σαν φρούριο έστεκε μέχρι τώρα τελευταία 1990 το Χάνι του Ντανάκα το οποίο πρέπει να χτίστηκε αρχές του 18ου αιώνα. Τα άλλα μεταγενέστερα όπως: το Χάνι του Τσινάβου, το Χάνι του Μουλια, το Χάνι του Χολέβα, το Χάνι του Λύτρα, το Χάνι της Αγίας Παρασκευής, το Χάνι του Γοργόλη, το Χάνι του Κιτσαρά.
Σήμερα δεν σώζεται κανένα. Τα έφαγε η μανία του εκσυγχρονισμού, της πολυκατοικίας, της αντιπαροχής.

Όσα τα χάνια της Καλούτσανης, τόσα και τα μαγειρεία. Κάθε Χάνι είχε στην πρόσοψη και το μεγειρείο (εστιατόριο). Εθνικό φαγητό, σε ημερήσια βάση η φασολάδα. Ο χαντζής προτιμούσε τους πελάτες. Καταλάβαινε πότε θα πέσουν στην αγορά πελάτες. Είχε έτοιμη πάντοτε τη φασολάδα. Και αν τύχαινε να έρχονταν έκτακτα πελάτες έριχνε νερό στη φασολάδα, έβραζε λίγο ακόμα στην κατσαρόλα και ήταν έτοιμη για σερβίρισμα. Από τότε βγήκε το λαϊκό: «Αντράλλα στο Χάνι, νερό στα φασούλια».
Εξέχουσα θέση απέκτησαν στα χρόνια του μεσοπολέμου το μαγειρείο του Πάνου Παππά, από τα Πεστά. Πατέρας του παιδιάτρου σήμερα Ηλία Παππά, ως και του Γιάννη Λίτρα και Χολέβα.
Το Χάνι του Ντανάκα, το άλλοτε Γκιντρίμη είχε και πεταλωτήριο. Μόνιμος ο πεταλωτής πετάλωνε τα φορτιάρια, άλογα, μουλάρια, φοράδες, ζαντραβέλια. Μονά πέταλα, διπλά, μεγάλα, μικρά όλα τα νούμερα, όλα τα γύφτικα κατασκευάσματα με πεταλοκάρφια αντοχικά, τετραγωνική κεφαλή, δυναμικά, έβγαζαν φωτιές στο στερνάρι όπου πατούσε και περνούσε ο καβαλάρης με το γρήγορο άλογο.
Τα άλλα χάνια της Καλούτσιανης εξυπηρετούσε στο καλίγωμα μετακινούμενος πεταλωτής. Περνούσε κάθε μέρα και δυο φορές την ημέρα με τα σύνεργα στην πλάτη, τανάλια κοφτερή, ονυχοκόφτη αιχμηρό, σφυρί γερό και πάνω απ’ όλα έσερνε μαζί του τη διάθεση, το κέφι και την τέχνη του πεταλωτή σε μια συνοικία της πόλης των Ιωαννίνων, την φτωχότερη.
Είχε ξέχωρο δικό της οργασμό, δραστηριότητες ανάλογες με μαγαζιά στην εξυπηρέτηση του ντόπιου και ξένου ενεργού πληθυσμού.

Στα χάνια κοντά ήταν τα σαμαράδικα. Ακούραστοι οι σαμαράδες έφτιαχναν σαμάρια για τα υποζύγια. Για να γίνει ένα σαμάρι ήθελε δυο μεροκάματα δουλειά. Όλο από ξύλο οξυάς καλοδουλεμένο και περήφανο. Το σαμαροσκούτι, το άχυρο, η βρυζάλα, τα λουριά, τα διακοσμητικά καρφιά, όλα συμπλήρωναν το κιουστέκι για κάθε φορτιάρι, τον αχώριστο σύντροφο και βοηθό του ανθρώπου της εποχής εκείνης.
Άριστος τεχνίτης με πολύχρονη πείρα στην κατασκευή αρμάτας για τα υποζύγια ήταν ο Κ. Μπολονέζος. Έφυγε από την Καλούτσιανη στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Διατηρούσε πολλά χρόνια, εργαστήριο και μαγαζί στην αρχή της οδού Κουγκίου κοντά στο τζαμί.
Στο εργαστήρι του Μπολονέζου πέρα από την επιδεξιότητα, την τέχνη, εύρισκαν απ’ όλα τα εξαρτήματα για τα φορτιάρια, οι ενδιαφερόμενοι έκαναν παραγγελιά στα μέτρα καθενός ζώου. Περήφανες σέλλες, σπειρουνια, χαλινάρια, καμουτσίκια, καπίστρια, κρίκους, κρικέλες. Όλα στη διάθεση του πελάτη.

Απέναντι στη γωνία αντίκρυ στο τζαμί η μοναδική συντροφιά, το φαρμακείο Ζάγκλη. Το μοναδικό φαρμακείο στην Καλούτσιανη. Σαράντα χρόνια προσφοράς στην φαρμακευτική περίθαλψη του κοινού σε δύσκολους καιρούς.
Τρία κουρεία πλαισίωναν την πιάτσα στην παλιά συνοικία των Ιωαννίνων στην Καλούτσιανη. Δυο τσαρουχάδικα με πρώτο και καλύτερο τον αείμνηστο Καπελιάρη στο κέντρο της συνοικιακής αγοράς. Ο φούρνος, του Αλέξη Πλιάκου, με τις πίτες στη μόστρα, πιο κάτω ο φούρνος του Γιωτοπουλου με το σταρένιο ψωμί. Κεντρικά στο δρόμο «ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ» του Μ. Παπαδόπουλου. «ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ ΤΟ ΝΕΟΝ» του Γρηγόρη Τζίμα 1930. Το καφενείο του Αλ. Σπύρου αργότερα. Πιο κάτω το κρασοπωλείο του Παύλου Καναρινή, το «ΟΥΖΕΡΙ» Γιάννη Μπακόλα.
Ο «ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΠΑΣ», μαγειρείο στη φάτσα, με πλούσιες νοστιμιές.
Κάτω και πλάι στον μεγάλο πλάτανο δυο λουστραδόροι με τη μόστρα τους ο ένας παρέκει από τον άλλον. Κάθε Κυριακή και γιορτή λούστριζαν τα παπούτσια των περαστικών, οι οποίοι πήγαιναν στην εκκλησία, στην Αϊ-Μαρίνα. Με ένα φράγκο τα παπούτσια βερνικωμένα, γυαλισμένα ευπαρουσίαστα.
Το ιστορικό, θρησκευτικό οθωμανικό τέμενος έγινε πρακτορείο αυτοκινήτων επαρχιακών συγκοινωνιών.
Αρκετά χρόνια στεγάζει στο χώρο τα γραφεία για τα κινούμενα τροχοφόρα.

Η κίνηση είναι φοβισμένη, ανήσυχη, φτωχή! Είναι δεκαετία του 1950!
Απ’ έξω από το τζαμί στο λασπιασμένο δρόμο η χαμάλα με το γρίβο άλογο.
Είναι του Δ. Κατσούρα περιμένει δρομολόγιο.
Αντίκρυ στο στενό σοκάκι ο Γεραλής με τη χαμάλα του ζευγμένη στον Καρρά κατεβαίνει με τσουβάλια άλευρα της ΟΎΝΚΑ φορτωμένη. Στην άλλη γωνία απ’ το τζαμί ένας αμαξάς με το παϊτόνι περήφανα στολισμένο καρτερεί πρόσχαρα.
Στην άκρη στο χαλικοερειπωμένο πεζοδρόμιο δυο κάρα το ένα πλάι στο άλλο με τα αφεντικά τους αραγμένα.
Η Καλούτσιανη έγινε η αρχή και το τέρμα του υψηλόκορμου εφημεριδοπώλη Αλέξη Μουλια.
Σαράντα χρόνια στη δουλειά. Γύριζε όλη την πόλη και πουλούσε τον ημερήσιο τοπικό τύπο «ΕΘΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ».
Διαπεραστική φωνή. Εφημερίδες… έλεγε αστεϊζόμενος για κατανάλωση της πραμάτειας του.
– Ξυπνάτε όρνια… όταν πλησίαζε σε κοσμοπαρέες με αριστερούς.
– Ξυπνάτε μπούφοι… όταν πλησίαζε σε παρέες με δεξιές ιδέες
Φώναζε και τα τζάμια έτριζαν απ’ την δραχτερή φωνή του.

Είναι απόβραδο στην Καλούτσιανη.
Στρατιώτες ημιονηγοί και πεζικάριοι βγήκαν από τον Ακραίο για τη βραδινή έξοδο. Διαβαίνουν στην Καλούτσιανη, ανεβαίνουν στην πλατεία της πόλης για βόλτες.
Ανηφορίζουν τον χωματόδρομο, νεαροί, αργόσχολοι, από την φτωχογειτονιά της Καλούτσιανης να περάσουν βράδυνες ώρες στο νυφοπάζαρο στην πλατεία στα Γιάννινα.
Η Καλούτσιανη αυτές τις ώρες είναι κοσμοπολίτικη και η μικρή αγορά της είναι κλειστή.

* Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες από τα Γιάννινα που έφυγαν»

Advertisements