Ετικέτες

,

Του Δημήτρη Σαλαμάγκα*

…. Στους Χριστιανούς που είχαν οργανώσει για την περίπτωση αύτη τη λιτανεία, είχαν εκείνη τη χρονιά προστεθεί και οι Εβραίοι, ενώνοντας κι’ αυτοί -σε χωριστή τελετή- τις παράκλησες τους προς τον Θεό του Ισραήλ, τον αυστηρό Ιεχωβά.
Τότες, και μερικοί Τούρκοι- από ασύνειδη ίσως παρόρμηση της θρησκείας τους (οι Τουρκογιαννιώτες, οι περισσότεροι, προέρχονταν από εξισλαμισμένους, μετά το 1611 ιδιαίτερα Χριστιανούς), καλλιέργησαν την ιδέα και μιας δικής τους λιτανείας, πιστεύοντας και βεβαιώνοντας ότι ο Αλλάχ και ο Μπεγιαμπέρ τους (ο Προφήτης), θα εισάκουαν περισσότερο από των «άπιστων», τις προσευχές τους.

Σηκώθηκαν τότε μια ομάδα τους, να ζητήσουν – όπως άλλως τε συνήθιζαν σε κάθε σημαντική περίσταση – και τη συμβουλή, άλλα και τη συμπαράσταση του Μεγάλου Σιέη – του τζαμιού του Ασλάν Πασιά—του πιο σεβαστού Ιερωμένου της πόλης.
Ο Σιέης, τους άκουσε υπομονετικά, και παίρνοντας μια απόφαση, τους προσκάλεσε να ξανάρθουν την επόμενη μέρα, ακριβώς το μεσημέρι.
Κι’ έτσι έγινε.
Ο ήλιος φλόγιζε τα πάντα. Ξεκίνησαν τώρα όλοι από το Τζαμί, με προπορευόμενο το Σΐέη.
Τον είχαν ρωτήσει κατά που θα πήγαιναν, ντάλα μεσημέρι, όμως τους καθησύχαζε, παρακινώντας τους νάχουν υπομονή.
Μερικοί τους, καθώς ο Σιέης πήρε το δρόμο κατά το Κουρμανειό, άρχιζαν κιόλας να λαχανιάζουν – τους έκαιγε το λιοπύρι, και τους είχε ξεραθεί η γλώσσα.
Πήραν τον ανήφορο κατά το Κονάκι και το Ναμαζγκιάχ – όπου σήμερα το Διοικητήριο—έστριψαν κατηφορίζοντας κατά την Καλούτσια, μα δεν σταμάτησαν, ούτε στο Τζιαμί της.
Ντουλαμάδες πεταγόταν, ο ίδρωτας τους μούσκευε, και ο Σιέης ακόμα περπατούσε.

Διάσχισαν έτσι όλη την Καλούτσια και, τελικά, εκεί που σταματούσαν τα μποστάνια, ο Σιέης, σαν κάτι να είδε, έστριψε αριστερά κατά τη Λίμνη.
Οι ακόλουθοι του είχαν μεταβληθεί σε απελπισμένα, έκπληκτα και υγρά ράκη, που άχνιζαν λαχανιασμένα.
Ένας εκεί μποσταντζής, είχε καταφύγει στη μικρή καλύβα του, και λαγοκοιμόνταν αποκαμωμένος.
Ο Χότζιας – επί τέλους!.. – σταμάτησε.
Τα μποστανικά, είχαν κατεβάσει προς την ξεραμένη γη τα φύλλα τους. Δίπλα
όμως, το ροδάνι (που μ’ αυτό αντλούσαν νερό για τα φυτά τους), αδρανούσε.

– Ανταμ σέντα!.. του φώναξε ο Σιέης. Γιατί δεν ποτίζεις τα λαχανικά σου;
Ο μποσταντζής, πλησίασε τότε φοβισμένα και, – Εφέντιμ, αποκρίθηκε, αυτή την ώρα, με το κάμα, δεν κάνει να τα ποτίσουμε.
– Γιατί, τζιάνουμ, ρώτησε ο Σιέης, αυτά, κοντεύουν να ψηθούν.
– Αν τό κάναμε, απολογήθηκε ο μποσταντζής, θα μας χαλούσαν όλα. Θα ποτιστούν το βραδάκι, στο γέρμα του ήλιου.
Η ομάδα των Τούρκων, παρακολουθούσαν αλαλιασμένοι και γεμάτοι αξεδιάλυτες απορίες.
Τι τάχα νόημα να είχαν όλα αυτά;
– Βρε μπουνταλάδες, γυρίζει τότε ο Σέης και τους λέει. Ακούτε: Αυτός εδώ ο παλιομποσταντζής, ξέρει πότε πρέπει να ποτιστούν τα λαχανικά του και πότε όχι και δεν ξέρουν, μπουνταλάδες, πότε θα μας ρίξουν το νερό ο Αλλάχ και ο Προφήτης μας;
– Κομματιαστείτε κι άιντε στα σπίτια σας!.. Χαμένοι!..

* Ο Δημήτρης Σαλαμάγκας μεταφέρει στα «Άπαντα» του μια αφήγηση του Χρήστου Χρηστοβασίλη.

Advertisements