Ετικέτες

,

Του Χρήστου Χρηστοβασίλη*

Ο Κουτσογιάννης —Θεός σχωρέσ’τον— ήταν ο αγριάνθρωπος του χωριού, το σκιώρισμα των λόγγων, των λάκκων και των πλαγιών. Είχε γίνει είκοσι χρονών και δεν ήξερε τι θα ειπεί Γιάννινα, αν και το χωριό του δεν ήταν πλειότερο από έξι ώρες μακριά απ’ αυτήν την πολιτεία. Όλο του τον καιρό ήταν τρυπωμένος στα λόγγια με τα γίδια του και τα γιδάρικά του τα πρόβατα και δεν έβγαινε καθόλου στον κόσμο. Σωστό ανθρωπάγριμο.

Αυτή ήταν η ζωή του αφόντας, μικρό παιδί ακόμα, εφτά-οχτώ χρονών είχε βγάλει ένα κακό βγαλτό, μια μαύρη λούγγα στο παραδάγκαλο και κουτσάθηκε. Η κουτσαμάρα τον έκανε να ντρέπεται να φαίνεται στο χωριό και στον κόσμο, για να μην τον βλέπουν οι τσιούπρες και τον περιγελούν, για να μην τον βλέπουν τα λιανόπαιδα και του φωνάζουν: – Γιάνν’, Γιάνν’, Κουτσογιάνν’! Οι δικοί του του πήγαιναν καθεμέρα ψωμί και προσφάγι στο χειμαδιό ή στον λόγγο, και κάθε σαββατόβραδο τα σκουτιά του για ν’ αλλάξει και στον μήνα ή στους δυο μήνες μια φορά από ένα ζευγάρι φασκιές για τα τσαρούχια του, τσαρούχια με λουριά, που δένονταν ως στο γόνα. Ο Κουτσογιάννης ήταν ένας από τους πλειό όμορφους άντρες του τόπου μας κι από τους πλειό γερούς, κι αν και κουτσός έτρεχε τόσο, που δεν τον έφτανε κανένας γερός, και δεν του γλίτωνε γίδι που να μην το πιάσει στην αρέντα. Ήταν αγέρας μοναχός. Λες κι η κουτσαμάρα του ‘χε βάλει φτερά.

Απόφευγε τις γυναίκες, που πήγαιναν κάθε πουρνό στο λόγγο να κόψουν ξύλα, και δεν σμίγονταν να κουβεντιάσει κι αυτός, σαν άνθρωπος που ήταν, μ’ άλλο είδος ανθρώπους, παρά με πιστικούς, είτε χωριανούς του, είτε συνορίτες του, κι όταν τον έπιανε ο γλυκός καημός, που αιστανόταν μέσα του, τι λεβέντης θα ήταν αν δεν κουτσαίνονταν, κι αυτός ο καημός τον έπιανε κάθε μέρα, ανέβαινε σε μια κοντοραχούλα κι άρχιζε να λαλάει την φλογέρα του, που ήταν από αϊτοκόκκαλο, και δεν την έβανε στο σελάχι του, αν δεν έβλεπε τα γίδια του που βόσκαγαν ολόγυρα του, να παρατήσουν το κλαδί, από την γλύκα του ήχου, και να γυρίσουν τα μούτρα τους προς αυτόν.

Όταν λαλούσε ο Κουτσογιάννης την φλογέρα, τον αφηκρούνταν όσοι βρίσκονταν κοντά του, με μεγάλη προσοχή. Είχαν παραλογίσει όλοι οι πιστικοί με την φλογέρα του κι έσκαζαν από την ζήλεια τους. Έλεγαν συναμεταξύ τους και σ’ όλον τον κόσμο ότι το λάλημα αυτό, πόμοιαζε σαν αγγελικό, δενόταν τάχα δικό του, αλλά το ‘χε τάχα η φλογέρα να λαλάει έτσι όμορφα κι ανήκουστα. Έλεγαν ότι τάχατες η φλογέρα λαλούσε έτσι κι όχι το στόμα, τα δάχτυλα κι η ψυχή του Κουτσογιάννη. Φθονερός κόσμος!

Μια μπαμπόγρια, χειρότερη απ’ όλους, έλεγε ότι η φλογέρα του Κουτσογιάννη ήταν του αντρός μιανής ξωτικιάς, κι ότι την είχε βρει μια μέρα ο Κουτσογιάννης στην βρύση, όπου την είχε λησμονήσει τάχατες ο άντρας της ξωτικιάς. Αυτά έλεγε η μπαμπόγρια, κι οι άλλοι, που δεν μπορούσαν να λαλήσουν σαν τον Κουτσογιάννη, κι αν δεν ήταν να το πιστέψουν, το πίστευαν μ’ ευχαρίστηση.

Μια μέρα, τέσσερες-πέντε πιστικοί, χωριανοί και ξενοχωρίτες, από τον φθόνο που τους έτρωγε τα φυλλοκάρδια, συνεννοούνται, κι εκεί που κοιμόνταν ο Κουτσογιάννης γλυκά-γλυκά κάτου από μια πολύκλαδη και πυκνόφυλλη βαλανιδιά, πήγε ένας τους σιγά-σιγά, σαν λαγός, κι ανάλαφρα-ανάλαφρα, σαν ίσκιος, και του την ξέσυρε από το σελάχι, χωρίς να τον καταλάβει καθόλου, κι επειδή δεν ήθελε κανένας τους ύστερα να την αφήσει στον άλλον, για να μην μαλώσουν και φανερωθούν, αποφάσισαν να την τσακίσουν κι έτσι την έκαναν αγκίδες!

Ένεκα απ’ αυτό, ο Κουτσογιάννης, το γλυκόφωνο αηδόνι των λόγγων, βουβάθηκε, χήρεψε από την αγαπημένη του την φλογέρα, που την έσερνε πάντα μαζί του δέκα χρόνια ακέρια, παρηγορώντας μ’ αυτήν τ’ αδικημένα του τα νιάτα και την αδικημένη του την λεβεντιά. Του’ρθε να σκάσει, του’ρθε να σκοτωθεί από το κακό του, για τον χαμό της φλογέρας του, και περπατούσε κα-θεμέρα με το ντουφέκι στα χέρια, για να πετύχει κανέναν αϊτό να τον σκοτώσει και να του πάρει τις φλογέρες του. Αλλά δεν είναι πολύ εύκολο να σκοτώσει κανείς αϊτό, γιατί δεν ζυγώνεται καλοπίχειρα, πετάει-πετάει πολύ ψηλά κι έχει φωλιά σ’ απάτητους γκρεμούς. Πέρασε έτσι το καλοκαίρι, πέρασε ο χινόπωρος, πέρασε κι ο χειμώνας και μπήκε η άνοιξη με τον Μάη, κι ο καημένος ο Κουτσογιάννης βρίσκονταν ακόμα χωρίς φλογέρα! Τα λόγγα κι οι ρεματιές είχαν βουβαθεί πλειά, χωρίς το ξωτικήσιο λάλημα της φλογέρας του, και τα γιδοπρόβατά του βόσκαγαν λυπημένα και ξέκαρδα. Χινόπωρος και χειμώνας, χωρίς φλογέρα, κακό, αλλά κάτι υποφέρεται, αλλά άνοιξη και καλοκαίρι είναι ανυπόφορα. Ο πιστικός, αν δεν έχει μέσα εκεί, στην ερημιά του λόγγου, την φλογέρα του, αναχασμιέται, νυστάζει, κοιμάται και χάνει από κοντά του τα γιδοπρόβατά του. Πιστικός χωρίς φλογέρα είναι χαμένο ον. Είναι σαν εκκλησιά χωρίς σήμαντρο, σαν αηδόνι χωρίς φωνή, σαν ρεματιά χωρίς μουρμουρητό, σαν κοπάδι χωρίς κυπροκούδουνα. Η φλογέρα δίνει όρεξη του πιατικού, τον γεμίζει χαρά κι ευφροσύνη, και τον κάνει να στέκεται άγρυπνος και να συμμαζεύεται η κοπή γύρα του.

Μια μαγιάτικη Δευτέρα περνούσε ο ξάδερφος του ο Κώστας, για τα Γιάννινα. Ο ξάδερφος του ο Κώστας ήταν από το παρακάτω χωριό, κι όσοι παν για τα Γιάννινα γνωρίζονται από μακριά: ή θα ‘χουν ξύλα φορτωμένα τα πράγματα τους ή, αν είναι καβάλα, θα ‘χουν μια βελέντζα στρωμένη στο σαμάρι, ενα ντισακκι περασμένο στα σκαρβελια , μια κάπα δεμένη, αν δεν βρέχει, και κάμποσα σακούλια και κάμποσες πλόσκες κρεμασμένες, όλα πίσω και μπροστά στο σαμάρι. Βλέποντας ο Κουτσογιάννης από μακριά τον ξάδερφο του τον Κώστα να διαβαίνει, βγήκε πανήδρομα και του φώναξε: —Για π’ ώρα καλή, ωρέ Κώστα; —Για τα Γιάνν’να! —Για στάσου τσιότσιο. Στάθηκε ο Κώστας, κι ο Κουτσογιάννης βρέθηκε σε λίγο πλάγι του. —Καλ’μέρα, Κώστα! —Πολλά τα έτη! —Δεν μου λες. Μ’ αγοράζεις μια φλογέρα; —Να σ’ πω, Γιάννη… Δεν γνωρίζω από φλογέρες, κι ούτε μπορώ να σου αγοράσω. Μπορεί να μην σου αρέσει εκείνη που θα σ’ αγοράσω εγώ. Το καλύτερο είναι να πας καμιά μέρα στα Γιάννινα ν’ αγοράσεις μόνος του ό,τι λογής φλοέρα θέλει η καρδιά σου. —Τότε πρέπει ν’ αποφασίσω να’ρθω μόνος μου, κατά το λέγει σου… —Νοικοκύρης είσαι…Όπως θέλ’ς. —Με παίρ’ς μαζί σου; —Σε παίρνω, λέει…Όρεξη να’χεις. Ο Κουτσογιάννης αποφάσισε να κάνει το ταξίδι ως τα Γιάννινα, ξέλαμψε από χαρά το πρόσωπο του, κι είπε με ξαποφασιά, σαν ν’ αποφάσιζε μεγάλο πράγμα: —Ομπρός, κι ό,τι είπε ο Θεός! Και λέγοντας αυτά τράβηξε μπροστά. Ο δρόμος για τα Γιάννινα περνούσε μες από το χωριό του Κουτσογιάννη και μάλιστα μπροστά από το σπίτι του. Φθάνοντας μπροστά στο σπίτι του, ο Κουτσογιάννης φώναξε την μάνα του απ’ έξω με βροντερή φωνή: —Ωρ’ μάνα! Ωρ’ μάνα! —Όρσε! Απολογήθηκε η μάνα του από μέσα και στην στιγμή βγήκε ξαφνιασμένη στην εξώθυρα. —Τα καλά μ’ τα σκουτιά! Της είπε με μεγάλη βία. —Σε καλό σου, παιδάκι μου! Του είπε η μάνα του με μεγάλη απορία, που τον έβλεπε ανεπάντεχα μέρα μεσημέρι στο χωριό. Τι τρέχει; Πώς ήταν αυτό; —Θα πάω στα Γιάννινα ν’ αγοράσω φλογέρα, θα πάω με τον Κώστα. Κι ενώ η μάνα του άνοιγε την κασέλα για να του βγάλει τα καλά του τα σκουτιά, ο Κουτσογιάννης της έλεγε χαρούμενα: —Εγώ, που λες, μάνα, θα πάω με το θέλημα του Θεού στα Γιάννινα κι αύριο θα είμαι εδώ… όσο που θα λείπω, να πάει ο Παύλος στα σφαχτά… Ο Παύλος ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του, κι είχε ως έργο το ζευγάρι.

Σε μια στιγμή άλλαξε ο Κουτσογιάννης, συγυρίστηκε, πήρε και πεντέξι γρόσια από την μάνα του, γιατί αυτή νοικοκύρευε στο σπίτι, αφόντας είχε πεθάνει ο άντρας της, και ξεκίνησε, κάνοντας τον σταυρό του, σαν να ξεκινούσε για κανένα μεγάλο ταξίδι. Ως ένα διάστημα, έξω από το χωριό, τον ακολούθησε κι η μάνα του, κάνοντας τον σταυρό της, δακρύζοντας και λέγοντας: —Ώρα σου καλή, παιδάκι μου! Ώρα σου καλή! να σε ξεκινήσω και για γαμπρό, να δώσει ο Θεός! Βλέποντας ο Κουτσογιάννης να τον ακολουθάει η μάνα του πλειότερο απ’ ό,τι έπρεπε για ένα ταξίδι ως τα Γιάννινα, γύρισε και της είπε: —Γύρνα πίσω και μην χολοσκάνεις! Αύριο θα είμαι εδώ, σου είπα. Μόνον τα σφαχτά και τα μάτια σας, ώσπου να γυρίσω. Ο Κουτσογιάννης με τον ξάδερφο του τον Κώστα σκα-πέτησαν, κι η μάνα του γύρισε σταυροκοπώντας και πουσπουρίζοντας: — Ώρα του καλή του Γιάννη μου! Ώρα του καλή! Καλό του πρωτοξεκίνημα. Και γαμπρό να τον ξεκινάω γλήγορα, Παναγιά μου.

Σ’ όλον τον δρόμο δεν περπατούσε ο Κουτσογιάννης, αλλά πετούσε. Μεγάλη χαρά τον είχε πιάσει, που βγήκε έξω από τα σύνορα του χωριού του κι έμελε να ιδεί τα Γιάννινα, την περίφημη πολιτεία, κι αυτό τόδινε φτερά, τα Γιάννινα που του ήταν χρυσό όνειρο. Ήκουε από τα μικρά του χρόνια ότι είναι πολιτεία κι όχι χωριό, ότι είχε απ’ όλα τα πράγματα του κόσμου, αλλά δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του τι λογιών ήταν η πολιτεία. Χωριά είχε ιδεί απ’ αγνάντια, καμιά δεκαριά και πλειότερα, που είναι γύρω στο χωριό του, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι πράμα και πώς ήταν η πολιτεία. Εκείνο μονάχα που ήξερε αόριστα για τα Γιάννινα, ήταν ότι βρίσκονταν εκεί και του πουλιού το γάλα, κι ότι πουλούσαν κι αγόραζαν εκεί ο κόσμος ό,τι ήθελαν. Τα ήξερε αυτά τα πράγματα από κουβέντες και μολογήματα των αλλονών, και πάντα ονειρεύονταν να τα ιδεί με τα μάτια του, να τα χορτάσει και να μην ανοίγει το στόμα του, σαν χάχας, όταν μιλούσε κανείς για τα Γιάννινα, που την θεωρούσε ως τη μόνη πόλη του κόσμου, γιατί δεν έφταναν παραπέρα οι γεωγραφικές του γνώσες.

Αν ο Κουτσογιάννης ήξερε τον δρόμο, με την δύναμη που’χε στο περπάτημα, ήταν ικανός να μπει στα Γιάννινα, όχι σ’ έξι ώρες που απείχαν από το χωριό του, αλλά σε δυο μοναχά. Ήθελε να τραβήξει μπροστά, αλλά φοβόνταν μην ξεδρομίσει και χαθεί κι έτσι ήταν αναγκασμένος κάθε λίγο και λιγάκι να καρτερεί τον ξάδερφο του τον Κώστα, πόρχονταν από πίσω άναργα-άναργα καβάλα στ’ αδύνατο μουλάρι του. —Μωρέ, χτύπα το το ξάλειμμο! του φώναξε του Κώστα, για να φτάσομε καμιά φορά στα Γιάννινα! Αλλ’ ο Κώστας, άνθρωπος που ήταν πηγαιμένος εκατό φορές και πλειότερο στα Γιάννινα, και δεν είχε καμιά περιέργεια να τα ιδεί το γληγορότερο, δεν ήθελε να χαλάσει την ζαχαρένια του μουλαριού του, κι όσο στενοχωριόταν κι αδημονούσε ο Κουτσογιάννης, τόσο αυτός πήγαινε ήσυχα-ήσυχα, χωρίς καμιά βία.

Ήταν μεσημέρι, όταν ξεμύτισαν στην «Προσκύνηση». Προσκύνηση λέγεται μια ραχούλα, δέκα λεφτά της ώρας δυτικά της πλατείας, απ’ όπου φαίνεται η λίμνη, το κάστρο κι ένα κομμάτι του Γιαννίνου. Λέγεται «Προσκύνηση» γιατί απ’ αυτού φαίνονταν ο χρυσομέγαλος Σταυρός του Μοναστηριού του Άι-Γιάννη, που ‘ναι σήμερα τζαμί του Ασλάν πασά, και σταυροκοπιόνταν ο κόσμος, πόρχονταν από τα χωριά στην πολιτεία. Αλλ’ άλλοι λεν – κι αυτό δεν είναι αληθινό – ότι, όταν πρωτόρθαν οι Τούρκοι να καταχτήσουν τα Γιάννινα, σ’ αυτό το μέρος βγήκαν να τους υποδεχτούν οι προύχοντες οι Γιαννιώτες και τους προσκύνησαν, και γι’ αυτό λέγεται «Προσκύνηση».

Απ’ εκεί αγνάντεψε για πρώτη φορά ο Κουτσογιάννης τα Γιάννινα, και στη στιγμή έμεινε με το στόμα ανοιχτό από την ονειροφάνταχτη ομορφιά της πανώριας πολιτείας που ξετυλίγονταν μπροστά του σαν μαγικός καθρέπτης. Ζερβιά μεριά η λίμνη με τα λαμπροξάστερα νερά της, σαν απέραντος καθρέφτης που καθρεφτίζονταν μέσα του ο καταγάλαζος ουρανός με τον κατάχρυσον και κατάλαμπρον ήλιο του και τα κάτασπρα συννεφάκια του και τα βραχόχτιστα και λογγοσκέπαστα βουνά, το Μιτσικέλι, ο Δρίσκος και τα Τζουμέρκα με τα λόγγα τους, τους βράχους τους, τες ράχες τους και τα κοπάδια τους• δεξιά μεριά το πελώριο κάστρο με τους πύργους του, τες πολεμίστρες του, τα κανόνια του και τα τζαμιά του, μεγάλο-μεγάλο κι ακίνητο σαν μικρό βουνό ή σωστότερα, σαν κοιμάμενο θεόρατο στοιχειό, κι η πανώρια πολιτεία με τα πακιλόβαφα κι αλο-γάριαστα σπίτια της, με τις κεραμιδοσκέπαστες σκεπές της, κόκκινες σαν παπαρούνες, με τα κατάμαυρα κυπαρίσσια της και με τους πανύψηλους κι αχτιδοστόλιστους μιναρέδες της, που ξεπετούσαν τ’ αψηλού σαν γιγάντιες λόγχες.

Σ’ αυτό το αναπάντεχο και παράδοξο θέαμα ο Κουτσογιάννης τα ‘χασε, ντράπηκε, φοβήθηκε, νόμισε πως ονειρεύονταν, γύριζε το μυαλό του σαν σβούρα και, μην μπορώντας να σταθεί ορθός, στρώθηκε καταγής με την κλίτσα του στην αγκαλιά, έχοντας τες πλάτες προς την λίμνη και τα μούτρα προς τον Κώστα πόρχονταν. —Τι έκατσες αυτού, ωρέ; Του είπε ο Κώστας όταν τον ζύγωσε. Ο Κουτσογιάννης, με την ψυχή στα δόντια και τρέμοντας από τον φόβο του, του απολογήθηκε σιγαλά – σιγαλά: —Στάσου τσιότσιο, αδερφούλη μου! Μην φεύγεις, θέλω να σε ρωτήσω. —Τι έχεις κι έγινες κίτρινος σαν φλωρί; Μην σου λύθηκε τίποτα ο αφαλός; —Μήνα ξέρω κι εγώ αδερφούλη μου τι έχω; Είδα μπροστά μου ένα σωρό ησκιώματα, ονειροφαντασίες… ξέρω κι εγώ τ’ είναι; Ο Κώστας άρχισε να στενοχωριέται, κι ο Κουτσογιάννης εξακολούθησε να του λέγει σιγαλά – σιγα- λά: —Δεν είχαν ιδεί άλλη φορά τα μάτια μου ό,τι είδαν τώρα!… —Τ’ είδες, μωρέ χαμένε, και ξωλαλάς έτσι; —Εσύ δεν γλέπεις τώρα τίποτε; —Τι να ιδώ, μωρέ; —Ό,τι είδα κι εγώ! —Τ’ είδες, εσύ, που να σε κάψει η αστραπή; —Πα κοίταξε ίσια-πέρα για να ιδείς. Αν απ’ εδώ πίσω μου δεν το γλέπεις τώρα, μπορεί να ξαφανίστηκαν. Και λέγοντας αυτά εξακολουθούσε να’χει γυρισμένα τα μούτρα του προς τον κάμπο και τες πλάτες του προς τα Γιάννινα, για να μην τα βλέπει κι έτρεμε ολόβολος από το φόβο του. —Να, κοιτάζω και δεν γλέπω τίποτε. Δεν γλέπω κανένα ήσκιωμα και καμιά ονειροφαντασία. —Δεν γλέπεις τίποτε, λες; Δεν γλέπεις έναν μεγαααάλον καθρέφτη μπροστά σου; Δεν γλέπεις κάτι άλλα σαν μάγια, που δεν μπορώ να σου τα παραστήσω; Δεν γλέπεις ένα μεγαααάλο σπίτι σαν βουνό; —Αυτά όλα, ωρέ χαμένε, είναι η λίμνη, το κάστρο και τα Γιάννινα! —Τα Γιάννινα! ξεφώνησε ο Κουτσογιάννης. Τα Γιάννινα! Φτάσαμαν, αδερφούλη, στα Γιάννινα; Τα Γιάννινα ήταν αυτά που είδα, δεν είναι ησκιώματα; Δενείναι διαβολικά; Ούι! Ούι! καλ’μέρα μου! —Τα Γιάννινα είναι, ωρέ χαμένε, τα Γιάννινα.

Ακούοντας ο Κουτσογιάννης ότι εκείνα που είχε ιδεί δεν ήταν φαντάσματα κι ησκιώματα, και δεν είχε τίποτε να φοβηθεί, σηκώθηκε αμέσως απάνω ορθός σαν γερός και καλά, γύρισε προς την πολιτεία, κι έριξε το βλέμμα του απανωθιό της, στάθηκε ακουμπώντας στην κλίτσα του με το ζερβί το χέρι, έκανε με το δεξί τον σταυρό του κι έλεγε μονάχος του: —Τα Γιάννινα είν’ αυτά, Παναήγια μου! Τα Γιάννινα είν’ αυτά, Θεέ μου! Ντέι! ντέι! Τι πολιτεία που’ναι τα έρημα! Χρειάζεται να’χει δεκατέσσερα μάτια κανείς και πάλι δεν τα χορταίνει! Γυρίζοντας ύστερα προς τον Κώστα, τον ρώτησε: —Τ’ είν’ αυτό, που’ναι σαν μεγάλος καθρέφτης; Μήπως είναι ποτάμι; Γιατί δεν τρέχει, αν είναι ποτάμι; —Αυτό είναι λίμνη… —Τι θα πει λίμνη; —Πολυυυυύ νερό, μεγααααάλη γούρνα. —Αυτή είναι η λίμνη, που λεν; Ντέι! ντέι! τι πράμα είναι! Από πού έρχεται κι ως πού πάει; —Να, αυτού βγαίνει κι αυτού χωνεύει το πλειότερο. Τ’ άλλο, χωνεύει μακρύτερα. Αυτού μέσα έπνιξε ο Αλή-πασάς τες δεκαφτά αρχόντισσες με την Κυρά-Φροσύνη. —Κι αυτό το μεγαααάλο, που’ναι σαν μαντρί, κι έχει γύρα-γύρα ψηλούς τοίχους, αντί για φράχτη, τ’ είναι; —Αυτό είναι το κάστρο του Γιαννίνου. Αυτού μέσα είναι τα κανόνια, ο στρατός, οι φυλακές με τους φυλακωμένους. Απ’ αυτού πολεμούσε τρία χρόνια ο Αλή-πασάς με τον Σουλτάνο. —Ντέι! ντέι! Τι μεγάλο που είναι το ξάλειμμο! Αν ήταν μαντρί, ωρέ Κώστα, πενήντα χιλιάδες γιδοπρόβατα θα χωρούσαν μέσα! Δεν θα χρειάζονταν καθόλου σκυλιά, γιατί ο λύκος κι οι κλέφτες θα χρειάζονταν να γένουν πετούμενα, για να’μπουν μέσα. Κι αυτά τα θεόρατα τα σου-βλιά, που’ναι δέκα φορές ψηλότερα απάν’ από τα σπίτια, τ’ είναι; Δέντρα είναι; —Αυτά είναι τζαμιά… πάει να πει τουρκοκλησιές. Αυτού ψηλά, που φαίνεται μια στρογγυλή εξέδρα, ανεβαίνει ο Χότζας και διαβάζει. —Τι είν’ αυτός ο Χότζας; —Είναι ο τουρκόπαπας. —Ντέι! ντέι! τι ψηλά που ‘ναι τ’ αντίχριστα! Κι εκείνο το ψηλότερο το σπίτι, που’ναι ψηλότερο απ’ όλα τ’ άλλα, τ’ είναι; —Αυτό είναι το σεράι… Αυτού μέσα κάθεται ο πασάς, κι αυτού μαζώνει τους μεγάλους και κάνει συμβούλιο. —Ντέι! ντέι! τι μεγάλο και τι ψηλό που’ναι το μυριό-ρημο!

Ύστερα απ’ όλα αυτά τα ρωτήματα ξεκίνησαν για μέσα κι ο Κώστας θέλοντας να τον κοροϊδέψει του είπε: —Δεν μου λες, ωρέ όρνιο, από τα Γιάννινα σκιάχτηκες έτσι; Μωρέ, παλικάρι που είσαι! —Να σου ειπώ την καψαλήθεια, Κώστα, του απολογήθηκε ο Κουτσογιάννης. Μου πάει ρόβι. Σκιάχτηκα, άμα είδα όλ’ αυτά τα πράματα. Άμαθος άνθρωπος μαθές. Χάχαχαχαχα! Και ξεκαρδίστηκε από τα γέλια ο Κουτσογιάννης με το πάθημα του. —Δεν λες πως είσαι ντιπ λογγήσιος, παρά λες άμαθος. Του απάντησε ο Κώστας, μην μπορώντας να κρατήσει κι αυτός τα γέλια του. Έτσι προχωρούσαν ολοένα για την πολιτεία, σαν και πριν, ο Κώστας καβάλα, ο Κουτσογιάννης πεζός, με μόνη τη διαφορά ότι τώρα ο Κουτσογιάννης δεν πήγαινε μπροστά, όπως πριν, αλλά πίσω, γιατί κοντοστέκονταν κάθε τόσο και θυαμαίνονταν και ξαπορούσε με ό,τι έβλεπαν για πρώτη φορά τα μάτια του.

Δεν είχαν φτάσει ακόμα στο κομμέρκι, όταν ο Κουτσογιάννης ξεφώνησε δυνατά, σαν να τον είχε δαγκά-σει σκορπιός. —Αδελφούλη Κώστα! Τι θάμα είν’ αυτό; —Ποιο, ωρέ! Του απολογήθηκε ο Κώστας. —Τι διάολος είν’ εκείνος, που περπατάει απάνω στο νερό; Ήταν μα βάρκα που’χε ξεκαμπίσει από το κάστρο και, λάμνοντας ήσυχα-ήσυχα, τραβούσε σαν νύφη καμαρωμένη, για το Νησί. —Βάρκα είν’, ωρέ ζουλάπι… Του είπε ο Κώστας. —Τι πράμα είν’ η βάρκα; Ζωντανό είναι; —Χάχαχαχαααααααα! Ξεκαρδίστηκε ο Κώστας από τα γέλια, κι ύστερα είπε μόνος του: —Έρμε λύκε! Τι ζουλάπι άφσες να ρθεί στα Γιάννινα και δεν το’τρωγες! Ακούοντας τα λόγια αυτά ο Κουτσογιάννης είπε με παράπονο στον Κώστα: —Γιατί γένεσαι τέτοιος, ωρέ Κώστα; Δεν ξέρω ο καημένος και σε ρωτάω! Γιατί με μπιλιαρίζεις έτσι; Σάματις ήρθα κι άλλη φορά στα Γιάννινα και πρέπει να τα ξέρω όσα βλέπω; Εσύ τα’ξερες αυτά, όταν πρωτόρθες εδώ πέρα; Ο Κώστας κατάλαβε το άδικο του, σταμάτησε το μουλάρι και του είπε ήρεμα: —Η βάρκα είναι ένα μεγαααάλο σκαφίδι, κι ως ξύλο που είναι στέκεται ψηλά στο νερό. Έχει από το ένα πλευρό κι από τ’ άλλο δυο κουπιά, είδος μακριά φτυάρια, περασμένα σε δυο θηλιές, και μ’ αυτά την σπρώχνει ο βαρκάρης απάνω στο νερό, κι αυτή κολυμπάει και φεύγει σαν πάπια. —Κι είναι βαθιά η λίμνη; —Ως σαράντα οργιές… —Δεν μπαίνω εγώ, ωρε γιε μου, μέσα σ’ αυτόν τον πειρασμό που τον λεν βάρκα, κι ας μου χάριζαν δέκα χιλιάδες γιδοπρόβατα, μ’ όλους τους πιστικούς, τα σκυλιά και τα καρδάρια τους. Και λέγοντας αυτά, έφτυσε τρεις φορές στην αράδα ως ξόρκισμα και σταυροκοπήθηκε.

Έφθασαν στο κομμέρκι. Κομμέρκι λέγεται στα Γιάννινα ο σταθμός του δημοτικού φόρου. Φώναξε ο κομμερκιάρης Αρβανίτης, κατά τον τρόπο που μιλούν οι Αρβανίτες τα ρωμαίικα: -Πω! τι έκετες, ωρε στα σακούλια— —Δεν έχομε, αγά μου, τίποτε! Απολογήθηκε ταπεινά ο Κώστας. —Πω, εγκώ ξέρει ότι έκετες… —Έλα να χαλέψεις, αγά μου… Κατέβηκε ο κομμερκιάρης από τον σταθμό, κι άρχισε να ψάχνει τα σακούλια και, βλέποντας ότι δεν είχε σκοπό ο Κώστας να τον «γκαβώσει» με καμιά εικοσάρα, του είπε με θυμό: —Πω, να κατεβαίνει, ωρε κάτω, να ξεσαμαρώσομε το μουλάρι. Μπορεί και να έκει μπαρούτι μες στο σαμάρι. Τότε, για να γλιτώσει ο Κώστας από την τυραγνία του κομμερκιάρη, του είπε: —Αμάν, αγά μου, μην με παιδεύεις! Δεν είμαι κακός άνθρωπος εγώ, για να’χω τέτοιο πράμα. Πάρε μια κοσάρα για τον κόπο σου κι άφσε με λεύτερον. Παίρνοντας ο κομμερκιάρης την εικοσάρα, είπε στον Κώστα χαρούμενος: —Πω, έτσι κάνε, ωρε ντεριζή και μην στέκεσαι με το κέρια σταυρωμένα, σαν νύφη! Άιντε τώρα, ώρα καλή! Δεν έκεις μπαρούτι. Χτύπησε ο Κώστας το μουλάρι του κι ακολούθησε από πίσω ο Κουτσογιάννης, κι όταν ξεμακρύνθηκαν λίγο από το κομμέρκι τον ρώτησε περίφοβος: —Τι διάολος ήταν αυτός; —Κομμερκιάρης… —Γιατί χάλευε στα σακούλια κι ήθελε να ξεσαμαρώσει το μουλάρι; —Για να βρει την κοσάρα να την πάρει. —Δεν του την έδινες, λοιπόν, από πριν;

Σε λίγο μπήκαν στα Γιάννινα. Εκεί κάτω στο έμπα της πολιτείας, στην ρίζα ενός τοίχου, ήταν μια Αράπισσα, η περίφημη Ζαρά, που κοιμόνταν χειμώνα-καλοκαίρι μέσα σε μια μεγάλη κασέλα, και ζούσε διακονεύοντας από τους χωρικούς πόρχονταν στα Γιάννινα, γιατί από τον καιρό που της είχε πεθάνει το μόνο της παιδί, της είχε λείψει κάθε πόρος ζωής. Αλλά το διακόνι της, δεν ήταν παρακαλεστικό, όπως είναι όλων των διακοναραίων, αλλ’ απαιτητικό, σαν είδος φορολογία, και πολλοί ανίδεοι χωρικοί την φοβόνταν κι ως «Τούρκισσα» κι ως Αράπισσα, και πλειότερο ως Αράπισσα, μ’ εκείνο το ξερακιανό κορμί της, το ψηλό ανάστημα της, το κατάμαυρο πρόσωπο της, την πλατιά μύτη της, τα χοντρά χείλια της και τα μακρουλά χέρια της που ήταν το καθένα σαν μασιάς με πέντε περόνια. Την φοβόνταν οι χωρικοί, σαν να ήταν αυτή κανένα ανθρωποφάγο θηρίο, και της πετούσαν από ένα όβολο, μικρό επτανησιακό νόμισμα, που πήγαινε τότε δυο παράδες, ή το πολύ μια πεντάρα τούρκικη.

Αυτή η Αράπισσα Ζαρά ήταν ο φόβος κι ο τρόμος των παιδιών, που γένονταν φόρτωμα στες μάνες τους ή στους πατεράδες τους να τα πάρουν να ιδούν τα περίφημα Γιάννινα, γιατί τους έλεγαν εκείνοι, για ν’ αποφύγουν την παιδική επιθυμία: —Σε παίρνω στα Γιάννινα, αλλά στέκει στο έμπα της πολιτείας η Αράπισσα, η Ζαρά, που ‘ναι μαύρη σαν κακάβι, κι άμα σε ιδεί έρχεται αμέσως και σ’ αναγκάζει να της φιλήσεις τον… πισινό. Και τα καημένα τα παιδιά αναγκάζονταν να παραιτηθούν από το χρυσό τους όνειρο, να παν να ιδούν τα πανέμορφα Γιάννινα.

Ήξερε ο Κουτσογιάννης αυτόν τον μύθο από τα μικράτα του και πίστευε ότι κάθε πρωτόφερτος στα Γιάννινα έπρεπε να λογαριαστεί με την Αράπισσα, την Ζαρά, αλλά τον είχε τυφλώσει η επιθυμία ν’ αποκτήσει φλογέρα, και δεν τον θυμήθηκε καθόλου κι όταν, μπαίνοντας στα Γιάννινα, προχωρούσαν μπροστά ο Κώστας καβάλα και πίσω αυτός πεζός, και ζύγωσαν να περάσουν μπροστά από την Αράπισσα, την είδε άπαχτα, πρώτη φορά βλέποντας μαύρον άνθρωπο, τρόμαξε και πηγαίνοντας από την άλλη μεριά του μουλαριού είπε του Κώστα με κομμένη φωνή: —Τι διάβολος είν’ αυτός ο καρβουνιασμενος, Κώστα μου, αδερφούλη μου; —Αυτή είναι η Αράπισσα η Ζαρά! —Η Αράπισσα! Ου! φουρτούνα μου και χαλασιά μου! Πως θα γλιτώσω τώρα, Κώστα μου, ο καημένος; —Σκύψε… του είπε ο Κώστας πονηρά, βαστώντας με δυσκολία τα γέλια. Σκύψε τόσο που να μη φαίνεσαι πλάι μου, και σε γλιτώνω… Έσκυψε ο Κουτσογιάννης περπατώντας ζερβιά του μουλαριού, κι ο Κώστας έριξε ένα όβολο στην Ζαρά, για να την απομακρύνει το γληγορότερο, κι έτσι πάει κι αυτό.

Περνώντας από την Ζαρά, ήταν πλειά μέσα στα Γιάννινα. Κόσμος πολύς αναδεύονταν άνω κάτω και πέρα δώθε. Βλέποντας ο Κουτσογιάννης το πλήθος αυτό, που δεν είχε ιδεί άλλη φορά στη ζωή του, με τες ασυνήθιστες φορεσιές τους, για τα μάτκχ του: γούνες, τζουμπέδες, ντουλαμάδες, σαλιβάρια, λιμπαντέδες, φράγκικα, είπε: —Ούι, μάνα μου, αρχόντοι! Νομίζοντας ότι κάθε άνθρωπος, που δεν φόραε σιγκούνια ή φουστανέλλες, ήταν άρχοντας χωρίς άλλο!… Όταν ζύγωσε το πλήθος, άρχισε να καλημεράει δεξιά και ζερβιά, φέροντας το δεξί του χέρι στα στήθια του, σ’ ένδειξη μεγάλου σεβασμού: —Καλ’μέρα! Καλ’μέρα! Καλ’μέρα! Αλλά κανένας δεν απολογιόνταν: —«Καλή σου ημέρα!» ή —«Πολλά τα έτη», αλλά τραβούσαν όλοι στην δουλειά τους, χωρίς να τον προσέχουν.

Τότε ο Κουτσογιάννης, καλημερίζοντας και μη λαβαίνοντας απάντηση, θύμωσε και, μουτζώνοντας με τα δυο του χέρια όλον εκείνον τον κόσμο που αναδεύονταν σαν μελίσσι, ξεφώνησε: —Ου! στον διάολο, παλιανθρώποι! ας είστε κι αρχόντοι! Και δέκα χιλιάδες γιδοπρόβατα αν είχαταν στο μαντρί καθένας σας, πάλε δεν θα είχαταν τόσο σηκωμένη την μύτη, και θα καταδέχοσταν ν’ απολογηθείτε στην καλ’μέρα του θεού! Ου! να μου χαθείτε. Βλέποντας κι ακούοντας αυτά ο Κώστας του φώναξε με θυμό: —Γιάνν’! Γιάνν’! Ωρέ Γιάννη! Ο Κουτσογιάννης ξακολουθούσε να βρίζει απάνω στον θυμό του, σαν να μην άκουσε τον Κώστα, λέγοντας: —Ωρέ, έχω καλ’μερήσει και καλ’μερήσει ανθρώπους τσιελιγκάδες βαρβάτους με δυο χιλιάδες, με τρεις, με τέσσερες, με πέντε, μ’ εφτά και με δέκα χιλιάδες γιδοπρόβατα και κανείς δεν μ’ αρνήθηκε την καλ’μέρα. Έχω καλ’μερήσει Σκέντο, Μπέζα, Γκίζα, Γιάγκα, Μπάρδα κι ούλη την Βλαχουνιά, κι ούλοι μου απαντούσαν: «Καλή σου ημέρα» και «πολλά τα έτη» κι εσείς οι κ… —Ωρέ Γιάνν’! ωρέ Γιάνν’! Φώναζε συγκρατούμενα ο καημένος ο Κώστας ψηλά από το μουλάρι, αλλά πού να βάλει αφτί ο Κουτσογιάννης. Κάποτε επιτέλους του απολογιέται: —Ε! ωρέ, τι θέλεις; —Είσαι ντίπου λάβδα-ολό, καημένε! Τι σε φταίν’ ο κόσμος και τους βρίζεις; Δεν λες ότι σου τες βρέχει και κανένας; —Γιατί δεν απολογιούνται στην καλ’μέρα μου; —Γλέπειζ τι πολυκοσμία είν’ εδώ πέρα; —Και σαν είναι τι; —Έχει λογαριασμό! Αν όλος αυτός ο κόσμος χαιρετούσαν τον έναν και τον άλλον, που απαντούσαν στον δρόμο, τότε δεν θα’καναν άλλη δουλειά, παρά να χαιρετούν από το πρωί ως το βράδυ. Σώπασε ο Κουτσογιάννης, αλλά κοίταξε άγρια-άγρια όλους τους ανθρώπους που αντιδιάβαιναν σαν να ήθελε να τους φάγει με τα μάτια ή να τους πιάσει με την κλίτσα του και να την σπάσει στην ράχη τους.

Εκεί που όλο έμπαιναν προς τα μέσα της πολιτείας, ένας Χότζας, σαν ανθρώπινο πετούμενο, άρχισε άξαφνα το μπαγλάτημα, ψηλά σ’ έναν μιναρέ, και να ψάλλει την προσευχή του: —«Αλλαααααάχ…» Ξεπετάχτηκε ο Κουτσογιάννης ως απάνω κι είπε στον Κώστα με φόβο και περιέργεια: —Αδερφούλη, Κώστα! Τ’ είναι αυτός ο διάολος, που ψάλλει εκεί απάνω; —Ο Χότζας, ο Τουρκόπαπας, που διαβάζει… —Έτσι είναι οι Τούρκοι παπάδες; —Έτσι… —Το μεσημέρι λειτουργούν οι χοτζάδες; —Ωρέ, έλα κοντά μου, διάολε, και μην γκαρίζεις έτσι, γιατί θα μας ακούσουν οι Τούρκοι και θα βρούμε κανένα άντεμα! Ακολούθησε ο Κουτσογιάννης τον Κώστα κι όσο προχωρούσαν προς την καρδιά της πολιτείας, τόσο πυκνότερη η πολυκοσμία, τόσο κι η οχλοβοή δυνατότερη. Χριστιανοί, Τούρκοι, Εβραίοι πήγαιναν άνω-κάτω και πέρα-δώθε σαν μελίσσια στο κρινί. Οι Χριστιανοί περπατούσαν περήφανα, οι Τούρκοι αργά-αργά και πολλοί απ’ αυτούς τραβούσαν τσιμπούκι ενώ περπατούσαν, κι οι Εβραίοι, ζωσμένοι στην μέση τους ταβλάδες γεμάτους πραγματείες, περπατούσαν άναργα-άναργα, φωνάζοντας ψαλμωδικά: —Ραααααάματα καλά! Πραμααααάτειες καλεεεεεές. Βλέποντας όλ’ αυτά ο καημένος ο Κουτσογιάννης γύριζε σαν ανεμοδείχτης, αλλά τι να πρωτοειδεί και τι να πρωτακούσει απ’ όλα όσα ήταν ολόγυρα του. Βρίσκονταν σ’ έναν φοβερό λαβύρινθο μέσα, που του’χε πάρει όλον του τον νου. Ήθελε να’χε χίλια μάτια να βλέπει κι άλλα χίλια αφτιά ν’ ακούει. Ένα ζευγάρι μάτια κι ένα ζευγάρι αφτιά δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν καθόλου την περιέργεια του. Τέλος έφτασαν στο χάνι του Πράσσου, στον «Πλάτωνα», μοναδικό χάνι και ξακουσμένο σ’ όλην την Ήπειρο.

Εκεί ήταν ο μεγαλύτερος θόρυβος και το μεγαλύτερο κακό. Σαράντα καβάλες έμπαιναν και σαράντα καβάλες έβγαιναν. Θόρυβος, κακό, κοσμοχαλασιά! Οι λαχανοπούλοι φώναζαν απ’ έξω: —«Σπανάκια, παζιά, μαρούλια, μακεδονίσι, κολο κυθάκια, χλωροκούκια…» Οι κρεασοπούλοι: ο ένας απ’ εδώ βρσντερά-βροντερά: —«Κατσκομούνχοο!» Οι άλλοι απ’ εκεί: —«Κριασίσιοοο!» Τρίτος με ψιλή φωνή: —«Αρνάκι το καημένο!» Τέταρτος: —«Κατσιιιίκι!» Κι ανάμεσα σ’ όλες αυτές τες φωνές ξεχωριστές κουβέντες των κρεασοπούλων που πουλούσαν κι έκοβαν: —Κσψ’ τ’ αγά το κεφάλ’! —Βγάλτ’ του μπέη τον λαιμό! —Κόψ’ τ’ άρχοντα το μπούτι!

Τα ποδοβολητά των αλόγων και των μουλαριών ψηλά στα καλτερίμια ξυπνούσαν και πεθαμένους, και κοντά σ’ αυτά όλα, που είπαμε, άλλοι συγκρατούμενοι θόρυβοι από τες ζυγαριές των καταστημάτων, από τα ξεφορτώματα των φορτιών, από τα χλιμιντρίσματα των γαϊδουριών, από τα βελάσματα των προβάτων, των γιδιών, των αρνιών και των κατσικιών, που τα κουβαλούσαν στην αγορά για να τα πουλήσουν, από τα πελεκήματα των σαμαράδων, από τα χτυπήματα των τσαρουχάδων και των κουντουράδων, από τα τσιοκανίσματα των σιδεράδων και των χαλκωματάδων, από τα καλιγώματα των πεταλωτάδων, από τα τραγούδια των τσιούρηδων και των μπαντίδων, που είχαν πάντα την κάπα τους κρεμασμένη στα χάνια, από τα λαλούμενα των Γύφτων, έκαναν ένα είδος διαβολικής μουσικής, πόφτανε ως τα κατακλείδια της γης κάτω, κι ως τον ουρανό απάνω.

Κατέβηκε από το μουλάρι ο Κώστας, το ξεφόρτωσε και το παράδωκε σ’ ένα από τους πολλούς αχουρτζήδες του χανιού, έδωκε την κάπα του και την βελέντζα του σ’ ένα χαντζόπουλο, και πήρε τες μπλόσκες του, τα σακούλια του και το ντισάκκι του για να βγει στο παζάρι να ψωνίσει. Ο Κουτσογιάννης τον πήρε από το κοντό, σαν το πιστό σκυλί τον αφέντη του. Μόλις έκαναν λίγα βήματα, κι ο Κουτσογιάννης ρώτησε τον Κώστα ανυπόμονα: —Που π’λουν φλοέρες; —Στο παζάρι… —Πότε θα πάμε στο παζάρι; Τι πράμα είναι το παζάρι; —Να, εδώ είναι το παζάρι… Στο παζάρι βρίσκομέστε… Βρίσκονταν ακριβώς στον περίφημον και ιστορικόν «Πλάτωνα», όπου αρχίζει η καρδιά του παζαριού, όπου διχαλώνεται ο μεγάλος δρόμος, κι ο ένας πάει κατά το Κοραμανειό και το Κάστρο κι ο άλλος κατά την Μητρόπολη και το Σεράι.

Βρίσκονταν στον «Πλάτωνα» που ήταν μια φορά οι ψησταριές, οι κρεμάλες, και τα τσιγκέλια για τους Αρματολούς και Κλέφτες, αφόντας είχαν πέσει τα Γιάννινα στα τούρκικα τα χέρκχ, ως την ημέρα που σκοτώθηκε ο Αλή πασάς, κι ως ύστερα ακόμα, ως τα 1854. Βρίσκονταν στον τρομερόν «Πλάτωνα», τον ελληνικόν Γολγοθά, που ήταν θρεμμένος με αίμα γενναίο ελληνικό, αφόντας είχε φυτρώσει από της γης τον κόρφο, και δεν περνούσε κανένας χριστιανός μπροστά του, χωρίς ν’ ανατριχιάσει! Αμα άκουσε ο Κουτσογιάννης ότι βρίσκονταν στο παζάρι, όπου του είπε ο Κώστας πως πωλιούνται οι φλογέρες, πιάστ’τον αν μπορέσεις! Δυνάστεψε την περπατησιά του, ξεπέρασε τον Κώστα, χωρίς να το καταλάβει, κι άρχισε να ρωτάει σε κάθε εργαστήρι που περνούσε: —Έχ’ς φλοέρες; Έχ’ς φλοέρες; Δοκίμασε ο Κώστας να τον φτάσει, αλλά δεν μπόρεσε. Ο Κουτσογιάννης έτρεχε «ντζικ-ντζικ» πολύ δυνατότερα ρωτώντας παντού: —Έχ’ς φλοέρες; Έχ’ς φλοέρες; Έχ’ς φλοέρες;

Ρωτούσε, ρωτούσε, κι όλο ρωτούσε. Ρωτούσε σε μπακάλικα, σε φούρνους, σε χαλκωματάδικα, σε σιδεράδικα, σε ραφτάδικα, σε σαράφικα, σε καφενεία, σε τσαρουχάδικα, σε κουντουράδικα, σε λαχανοπουλειά, σε κρασοπουλειά, σε φαρμακεία, σε ζαχαροπλαστεία, σ’ εμπορικά, που πουλούσαν ρουχικά, πανικά, τσίτια και λοιπά, αλλά δεν είχαν φλογέρες. Οι φλογέρες ήταν μακριά ακόμα, παρακάτω, πολύ παρακάτω, παρακάτω κι από το τζαμί του παζαριού ακόμα! Ρωτώντας-ρωτώντας ο Κουτσογιάννης και μην βρίσκοντας, άρχισε ν’ απελπίζεται και να στενοχωριέται, νομίζοντας ότι δεν θα’φτανε ποτέ στην «γη της επαγγελίας» του, όπου πουλούσαν τες φλογέρες και ξεφώνησε: —Ε! μωρή παζάρα του διαόλου, που δεν έχεις τελειωμό! Εκεί πότρεχε τον κατήφορο ο Κουτσογιάννης, ρωτώντας και ρωτώντας, έλαχε μπροστά του ένα τούρκικο γραφείο, όπου κάθονταν σταυροπόδι ένας Τούρκος κι έγραφε στο γόνα αναφορές, αγωγές, καταγγελίες. —Έχ’ς φλοέρες; Τον ρώτησε ο Κουτσογιάννης φωναχτά, και τον έκανε να τρομάξει και να πέσει το κοντύλι από το χέρι του. Ο Τούρκος νομίζοντας ότι ήθελε να τον κοροϊδέψει ο Κουτσογιάνης πετάγεται στον δρόμο μ’ ένα γερό μπαστούνι στα χέρια, αλλ’ εκεί που θ’ άρχιζε να τον ξυλομετράει, πρόφτασε ο Κώστας και με τα: —Αμάν, αγά μου! κι —Αμάν, αφέντη μου! τον κατάφερε να μην τον δείρει, λέγοντας του: —Αυτός, αφέντη μου, είναι ένας ζουρλός… ένας χωριάτης…. ένα γίδαρης… ένας παλιάνθρωπος… «ένα όριον-έθου»… Και μ’ αυτά και μ’ αυτά, κι άλλα γλυκά λόγια κι ότι, ξαναρχόμενος στα Γιάννινα, θα τόφερνε από το χωριό μια χρονιάρα κι είκοσι αυγά, κατάφερε να καταπραΰνει τον θυμό του Τούρκου! Σ’ αυτό απάνω, που καταγένονταν ο Κώστας να τα βολέψει με τον εξοργισμένον Τούρκο, προχωρούσε ο Κουτσογιάννης τον κατήφορο προς το Κάστρο, ώσπου έφτασε στ’ αργαστήρια που είχαν φλογέρες, και φλογέρες λογής λογιών κι όχι φλογέρες μοναχά, αλλά κι απ’ όλα τα ειδίσματα της στάνης.

Ζύγωσε σ’ ένα από τα πολλά αργαστήρια που πουλούσαν φλογέρες… και κοίταξε απ’ έξω λογιών φλογέρες. Και τι δεν είχε μέσα εκείνο τ’ αργαστήρι! Φλογέρες μακριές —τζαμάρες— και φλογέρες μέτριες, φλογέρες πλατιές και φλογέρες στενόμακρες, φλογεροπούλες και φλογερούλες, φλογέρες ξύλινες, φλογέρες σιδερένιες —από λαμνί ντουφεκιού— και φλογέρες κοκκαλένιες, απ’ αΐτοκόκκαλο, φλογέρες διπλές με τσαμπούνα, φλογέρες πλατιές από κάτω, σαν κλαρινέτα, και φλογέρες μ’ ασκί – ασκαύλι. Κι όχι μια ή δυο από το κάθε είδος, αλλ’ από πενήντα, εκατό, και παραπάνω ακόμα. Και δεν πουλούσαν μοναχά φλογέρες εκεί πέρα, αλλά και κλίτσιους για τες κλίτσες, ξύλινους, σκαλιστούς, σιδερένιους, χαλκοποτιομένους και μπρουζένιους, καρδάρες κι καρδάρια, καρδαρόπουλα και καρδαρούλια, κουμπλίτσες και κουμπλίτσια, κούτλους και κουτλόπουλα, ντρομπολίτσες και μπάτζους, κάδες και καδοπούλες, καύκες και καυκούλες, καυκιά και κουκούλια, σκάφες και σκύφους, χουλιάρες και χουλιάρια και κουτλοχούλιαρα, βαρέλες και βουτσέλες, βουτσέλια και βουτσελόπουλα, όλα ξύλινα κι όλα από κέδρο, έλατο, πεύκο, πυξάρι ή σφοντάνι, κουλούρια για κουδούνια και κουλούρια για κύπρους, κουδούνια και κουδούνες, λαμπροκούδουνα, και τροκάνια και τσιοκάνια, κύπρους και κυπριά, κύπρους μακριούς και κύπρους κοντούς, κύπρους μακρόπλατους και κύπρους κοντόπλατους, κύπρους στενόμακρους και κύπρους κοντόστενους, κύπρους μονούς και κύπρους διπλούς, και κύπρους τριπλούς, που δεν μπορούσαν να τους σύρουν παρά τριανταοκάρινοι τράγοι.

Βλέποντας όλ’ αυτά τα πράγματα ο Κουτσογιάννης, άραξε, παραλόγησε, παρατόρησε, δεν ήξευρε τι να ειπεί, δεν ήξευρε τι να ζητήσει. Τι θησαυροί ειδίσματα της στάνης εκεί μέσ’ αμέτρητοι! Ήρθε ν’ αγοράσει μια φλογέρα μόν’ και μοναχά, κι ηύρε τόσα πράγματα της στάνης, που μπορούσαν ν’ αρματώσουν εκατό κοπάδια, εκατό τσιελιγκάτα, εκατό στρούγκες, χίλιους πιστικούς και πάλε να περσέψουν! Ντρέπονταν να ζητήσει μονάχα μια, κι αναστέναξε βαθιά, που δεν είχε να τ’ αγοράσει όλα! Αλλ’ η έρημη η σακούλα δεν είχε πλειότερο από πέντε γρόσια, και δεν σήκωνε πλειότερο από μια φλογέρα! Όλος ο κόσμος που περνοδιάβαιναν και στριφογύριζαν εκεί πέρα δεν ήταν άλλο, παρά Βλάχοι και μόνον Βλάχοι: Βλάχοι Σαρακατσαναίοι, Βλάχοι Καραγκούνηδες, Βλάχοι Σαρρακιώτες, Βλάχοι Μετσοβίτες, Βλάχοι Ζαγορήσιοι, Βλάχοι Ασπροποταμίτες που γνωρίζονταν από τες φορεσιές τους: τσιελιγκάδες, σκουτέρηδες, σμιξιαραίοι, πιστικοί. Άλλοι πουλούσαν μαλλιά, άλλοι τυριά, άλλοι βουτυράτα, άλλοι γιδοπρόβατα, ζυγούρια και βετούλια, κι άλλοι ζητούσαν πιστικούς κι οι πιστικοί ρόγα. Παρακάτω λάγιαζαν απάνω στον δρόμο μερικά κοπαδάκια από δέκα ως τριάντα κεφάλια γιδοπρόβατα, που τα είχαν φέρει για πούλημα. Άνοιξε πλειό η καρδιά του Κουτσογιάννη και θάρρεψε, μόλις ένιωσε ότι βρίσκονταν ανάμεσα σ’ ανθρώπους των γιδιών και των προβάτων. Του φαίνονταν ότι κάπου είχε ιδεί όλους εκείνους τους άγνωστους ανθρώπους, που αντιπροσώπευαν εκατό στάνες και περιττό, κι ότι κάποτε είχε μιλήσει μαζί τους. Του φαίνονταν ως δικοί του άνθρωποι, ως φίλοι του, ως συγγενήδες του. Τόρχονταν ν’ ανοίξει τα χέρια του και να τους αγκαλιάσει όλους.

Τέλος ζυγώνει σ’ έναν απ’ αυτούς και του λέγει: —Καλ’μέρα, κουμπάρε! . —Καλή σου μέρα, κουμπάρε! —Τι κάνετε; Πώς είστε; —Δόξα σοι ο Θεός! Κι εσείς τι κάνετε αυτού κάτω; —Δόξα σοι ο Μεγαλοδύναμος! Βρισκόμεστε. —Και τα ζωντανά σας πώς τα’χετε; —Καλά ας τα πούμε… Τσαγκάδια πολλά είχαμε φέτος, το έρημο, κουμπάρε μου! —Κι εμείς το ίδιο. Το ήφερε η χρονιά. —Έκανε φοβερό αγριοκαίρι. —Δεν μου λες, για ψώνο ήρθες, για πούλο ή για ρόγα; —Ούτε για πούλο, ούτε για ρόγα, κουμπάρε μ, Δόξα σοι ο Θεός, έχω καμιά εκατοστή γιδάκια και προβατάκια δικά μου και δεν ξενόμησα ποτές από το χωριό μου. Εκεί τα βόσκω χειμωγκαλόκαιρο. Τα βαστάει ο τόπος, τόσο λίγα που ‘ναι τα.  Ό,τι έχομε για πούλημα: τα σερκά, τα παλιά, τα μαλλιά, με συμπάθειο, τα πουλούμε εκεί κατατοπής. Έρχονται που λες, κουμπάρε μ’, πραματευτάδες και μου τ’ αγοράζουν. Πολλά ξοδεύει και το σπίτι. Αν πεις για το τυρί και το βούτυρο, πολύ λίγο μας περσεύει. Είμεστε δέκα νοματαίοι φαμίλια απάνω-κάτω.

Για όλον τον άλλον κόσμο ο Κουτσογιάννης ήταν αγρίμι, ήταν ζούδιο, ήταν τίποτε, αλλά για τους ανθρώπους της τέχνης του ήταν φρόνιμος και σωστός άνθρωπος, γι’ αυτό και μιλούσε με τον άγνωστο του τσιέλιγκα, όχι σαν ανήξερος, αλλά σαν αληθινός τσιέλιγκας. —Και πως το λοιπόν ήρθες εδώ; Για σείρι; Τον ρώτησε ο τσιέλιγκας. —-Ήρθα που λες κουμπάρε μ’, ν’ αγοράσω μι’ αϊτήσια φλοέρα… Τι να ‘κανα; Είναι χρόνος καιρός, ενάμισι ξάμηνο τώρα, που βρίσκομαι χωρίς φλοέρα. Μου την έχουν κλέψει το κατσίβελο! Προσπάθησα σ’ αυτό το διάστημα να σκοτώσω κάναν αϊτό, να του πάρω τες φλοέρες, αλλά δεν μου βόλεσε, κι έτσι αποφάσισα κι ήρθα εδώ ν’ αγοράσω μια φλοέρα. —Ενάμισι ξάμηνο χωρίς φλοέρα! Μωρέ, πως το φτούρησες τόσον καιρό! —Τι να ‘κανα, κουμπάρε μ’; Είμαι μοναχός… Κι επειδή είμαι άμαθος από παζάρι, σε παρακαλώ να μου παζαρέψεις εσύ μια καλή φλοέρα. —Έλα μαζί μου! Του είπε ο τσιέλιγκας, εδώ-γιά παρακάτω έχω έναν φίλο. Αυτός έχει καλύτερα και φτηνότερα πράματα. Έκαναν λίγα βήματα μαζί και μπήκαν σ’ ένα αργαστήρι μεγαλύτερο από εκείνο που ‘χε ιδεί ο Κουτσογιάννης. Εκεί φώναξε ο τσιέλιγκας: —Φέρε μας εδώ ένα δεμάτι φλοέρες κοκκαλένιες. Ένα παιδί του αργαστηριού του πήγε αμέσως ένα δεμάτι φλογέρες. —Διάλεξε τώρα όποια σου αρέσει! Είπε ο άγνωστος τσιέλιγκας του Κουτσογιάννη. Ο Κουτσογιάννης ρίχτηκε αμέσως στο διάλεγμα. Δοκίμασε την μια, δοκίμασε την άλλη, τες πέρασε όλες από τα χείλια και στο τέλος κράτησε μια, αλλά το μάτι του έμεινε καρφωμένο σ’ όλο εκείνο το δεμάτι. —Πόσο ωρέ, την κάν’ς την φλοέρα; Ρώτησε ο τσιέλιγκας. —Τρία γρόσια. Απολογήθηκε το παιδί. —Δος του, κουμπάρε, εκατό παράδες, είπε ο τσιέλιγκας του Κουτσογιάννη, κι ας λέει αυτός τρία γρόσια. Εδώ στα Γιάννινα όλο και το παραπόνου γυρεύουν. Μας γδύνουν, αν δεν ανοίξομε τα μάτια μας!

Έβγαλε το πουγγί του από τον κόρφο του ο Κουτσογιάννης, που το’χε με δώδεκα θηλιές δεμένο, τάνοιξε, έδωκε τις εκατό παράδες, έβαλε χαρούμενος την φλογέρα του στο σελιάχι του κι αποχαιρέτησε τον τσιέλιγκα κι όλους τους άλλους, λέγοντας: —Σ’ αφήνω γεια, κουμπάρε! και με το καλό ν’ ανταμωθούμε! Σας αφήνω γεια, ωρέ, ολονών! Καλές αντάμωσες. Καλό ξεκαλοκαίριασμα να δώσει ο Θεός! —Ώρα σου καλή, κουμπάρε! με το καλό να ξανανταμωθούμε. Του είπε ο τσιέλιγκας. —Ώρα σου καλή! Του είπαν κι όλοι οι άλλοι.

Ο άγνωστος τσιέλιγκας έκανε προς την μια μεριά καιχάθηκε μέσα στην πολυκοσμία κι ο Κουτσογιάννης προς την άλλη, κρατώντας περίχαρα την φλογέρα του στο σελιάχι, σαν πολύτιμο γκόλφι, σαν πανέμορφο πουλάκι, που μπορούσε να του ξεπετάει και να του φύγει από τα χέρια του. Δεν έκανε όμως πέντε-δέκα δρασκέλες δρόμο και θυμήθηκε τον ξάδερφο του, τον Κώστα! Κοντοστάθηκε, συλλογίστηκε πού τον ξεχωρίστηκε, κοίταξε μπροστά και πίσω, δεξιά και ζερβιά, πουθενά ο Κώστας!! Τότε άρχισε να φωνάζει μ’ όλα του τα δυνατά ολόγυρα: —Ωωωωώρε Κώσταααα. Ωωωωώρε Κώσταααα! Ωωωωώρε Κώσταααα! Ωωωωώρε Κώσταααα! Αλλά πού ο Κώστας! Άφαντος ο Κώστας! Από την στιγμή που είχε πιαστεί με τον Τούρκο ο Κουτσογιάννης, τον έχασε ο Κώστας από μπροστά του, κι από τότε γύριζε όλους τους δρόμους της πολιτείας για να τον βρει, κι επειδή ήξευρε τι άνθρωπο είχε χάσει, έβαλε κι άλλους περιχωρίτες του, που βρέθηκαν στα παζάρια, να τον γυρεύουν.

Έσκασε ο καημένος ο Κώστας, γυρεύοντας τον, και λελίζονταν σαν τι να ‘λεγε στηνκάκω του, όταν θα γύριζε στο χωριό, χωρίς τον Κουτσογιάννη! Αλλά κι ο Κουτσογιάννης τραβούσε τώρα τα επίχειρά του! Πήρε τον ανήφορο το παζάρι, φωνάζοντας ολοένα συγκροτούμενα: —Ωωωώρε Κώσταααα! Ωωωώρε Κώσταααα! Αλλά που Κώστας! Φωνάζοντας, φωνάζοντας διάβηκε το τζαμί του παζαριού, πέρασε τον Άι-Νικόλα και ζύγωνε στον Πλάτωνα. Εκεί πλειά φούσκωσε η απελπισία του, έτριζε τα δόντια του, και πετούσαν αστροπελέκια από τα μάτια του. Κοντοστάθηκε πάλε, κι άρχισε να φωνάζει ολόγυρα, σαν ο χότζας απάνω στον μιναρέ: —Ωωωωωώρε Κώστααα! Ωωωωωώρε Κώστααα! Κι ενώ αυτός φώναζε μ’ όλα του τα δυνατά, ο κόσμος περνοδιάβαινε πέρα-δώθε κι απάνω-κάτω, και τα διάφορα αργαστήρια, που ήταν εκεί γύρα, σιδεράδικα, χαλκωματάδικα, τσαρουχάδικα και κουντουράδικα δούλευαν κι ακούονταν τα σφυριά τους, «τσιγκ, τσιουγκ, τσιακ, τσικ, τσιου», οι καβάλες πήγαιναν άνω-κάτω γοργά-γοργά, οι λαχανοπούλοι φώναζαν, ο πηγαινοερχόμενος κόσμος βούιζε σαν μελίσσι, οι κρεασοπούλοι ξελαρυγγιάζονταν, και χύνονταν ένας μεγάλος θόρυβος απ’ άκρη σ’ άκρη, σαν να σφάζονταν βουβάλια, σαν να πάλευαν θεριά, σαν να πολεμούσαν δράκοι, κι έπνιγαν όλα τα χουγιατά του Κουτσογιάννη, σαν ο αγριεμένος ωκεανός την μικρή ψαρόβαρκα. Κανένας δεν τον άκουγε, κανένας δεν πρόσεχε στις φωνές του, κι αυτός όλο φώναζε και φώναζε με κλιάμενον τόνο. —Ωωωωωώρε Κώστααα! Ωωωωώρε Κώσταααα! Αλλά που Κώστας! Άφαντος ο Κώστας!

Τότε πλειά ο θυμός του ξεχείλισε και τα μάτια του πλημμύρισαν από τα δάκρυα, γιατί νόμιζε ότι αιτία, που δεν τον άκουε ο ξάδερφος του ο Κώστας, ήταν ο θύρυβος κι η οχλοβοή του παζαριού και ξεφώνησε: —Σώπα, μωρή παζάρα του διαόλου, να μ’ ακούσει ο Κώστας! Αλλ’ ο θόρυβος κι ο οχλοβοή εξακολουθούσε αδιάκοπα, κι αναίσθητα στον πόνο του Κουτσογιάννη. Τότε πλειά τότε! θυμωμένος, ιδρωμένος, κουρασμένος, λαχανιασμένος, βραχνιασμένος, ξελαρυγγισμένος ο Κουτσογιάννης, το παιδί του λεύτερου και του ανοιχτού αέρα, του λόγγου και των λακκωματιών, των ραχών και των βουνοπλαγιών, τράβηξε μια μεγάλη μούντζα με τα δυο του χέρια ολόγυρα του, λέγοντας: —Να! Να! Να! Να! παζάρι του διαόλου! Να! Να! Να! Ανάθεμα τον πατέρα σου! Και τράβηξε τον ανήφορο.

Πέρασε τον Πλάτωνα, πέρασε και το χάνι του Πράσσου και ξακολουθουσε ακόμα τον δρόμο προς τα έξω. Η πείνα του θέριζε τ’ άντερα… Το σελιάχι του είχε κρεμάσει κάτω από την μέση, και κόντευε να ξεσυρθεί από τα γόφια. Δεν είχε φάγει όλην την ημέρα και μάλιστα ύστερα από τόσο δρόμο. Ήθελε να πάει στο χάνι του, νομίζοντας ότι ίσως θα’βρισκε εκεί και τον Κώστα, αλλά το είχε περάσει, χωρίς να το καταλάβει. Στον δρόμο απάντησε έναν χωριάτη και του είπε: —Αδερφούλ’ ξέρ’ς πούν’ το χάν’; —Να, αυτού μέσα… Του απολογήθηκε εκείνος, δείχνοντας του ένα χάνι, που ήταν εκεί κοντά.

Ο Κουτσογιάννης τράβηξε ίσια μέσα. Μπήκε σε χάνι, αλλ’ όχι στο χάνι που’χε πάγει με τον ξάδερφο του τον Κώστα. Κοίταξε ολόγυρα για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν το χάνι που γύρευε, κι είπε μέσα του: —Πάει να πει ότι είναι κι άλλα χάνια εδώ στα Γιάννινα κι όχι ένα μοναχά. Εκεί έμπαιναν κι έβγαιναν κόσμος. Πολλοί έτρωγαν στα διάφορα τραπέζια. Σε μια άκρη μερικοί με βόλια και με τραγούδια και μερικοί απ’ αυτούς χόρευαν. Φαγητά, κρασιά και νερά κουβαλιούνταν συγκροτούμενα στα τραπέζια και τέσσερες-πέντε πηρέτες περέτευαν. Βλέποντας αυτά ο Κουτσογιάννης είπε μέσα του: —Χωρίς άλλο, πανηγύρι έχουν εδώ μέσα. Ύστερα έπιασε την άκρα ενός τραπεζιού και κάθησε δειλά-δειλά. Εκεί τον ζύγωσε ένα χαντζόπουλο και του είπε: —ΤΙ ορίζεις να φας; —Τι να ορίζω…, ξέρω κι εγώ; Φέρε μου ό,τι ορίζεις εσύ, αδερφούλη! Ό,τι ορίζεις εσύ. Έφυγε το παιδί και σε λίγο τόφερε ένα κομμάτι ψωμί καθάριο, και μα λίμπα γεμάτη κρέας με χόρτα. Βλέποντας ο Κουτσογιάννης κρέας με τα χόρτα, είπε στο παιδί: —Αλλιώτικα φαγητά έχετε εδώ πέρα… Για κρεάσι-κρε-άσι, για λάχανα-λάχανα να μαγειρεύετε, όπως μαγειρεύει η μάνα μου και μην ανακατεύετε την πασκαλιά με την σαρακοστή. Το παιδί γέλασε κι αντί να του απαντήσει τον ρώτησε: —Θέλεις και κρασί; —Όπως ορίζεις. Δεν λέω όχι. Το παιδί έφερε γελώντας κι ένα εκατοσταράκι, γεμάτο κρασί. Σε μια στιγμή απάνω, ψωμί, κρέας, χόρτα και κρασί είχαν ξαφανιστεί μπροστά από τον Κουτσογιάννη, αλλά το στομάχι του χλιμιτούσε ακόμα. —Παιδί! Παιδί! Φώναξε. Καλό παιδί! Το παιδί πήγε πάλε κοντά του με τα γέλια στα χείλια και τον ρώτησε: —Τι αγαπάς, κύριε; —Μου βάν’ς κι άλλο φαΐ; —Ευχαρίστως! Του είπε το παιδί και πήγε να του φέρει. Βλέποντας ο Κουτσογιάννης αυτήν την ανεπάντεχη προθυμία, είπε μέσα του: —Νά που βρίσκονται και καλοί άνθρωποι, εδώ πέρα• θύρες ανοιχτές, τραπέζια στρωμένα, φαγητά έτοιμα και καλά…

Το χαντζόπουλο του ξανάφερε κρέας με ρύζι, ψωμί και κρασί. Σε λίγο ήταν πάλε γυαλί το γρέκι μπροστά του: ψωμί, κρέας, ρύζι, κρασί είχαν γίνει πάλε άφαντα! Τραβούσε ακόμα η όρεξη του, αλλά ντρέπονταν να ξαναζητήσει. Ακούμπησε τον αγκώνα του κι έκανε πως συλλογιόνταν. Αλλ’ ύστερα από λίγο, βλέποντας ότι δεν ξανάρχονταν κοντά του το παιδί, φώναξε: —Παιδί! παιδί! —Ορίστε! Του απολογήθηκε το παιδί γελούμενο. —Μου φέρ’ς ψίχα ακόμα φαΐ; —Αμέσως! Και σε λίγο κι άλλο φαγητό ήταν μπροστά στον Κουτσογιάννη. Το παιδί, έξυπνο και πειραχτικό, του είπε: —Τον Μάη έχετε στο χωριό σας το τριήμερο;

Ο Κουτσογιάννης δεν κατάλαβε τίποτε από την ειρωνικήν ερώτηση του παιδιού, και προσπαθούσε να ξεπαστρέψει και την τρίτη δόση του φαγητού. Το ξεπάστρεψε κι αυτό κι ακούμπησε στο τραπέζι, σαν να ήθελε να ξεκουραστεί. Λίγο ύστερα, πήρε την κλίτσα του στο χέρι και «ντζικ-ντζικ» τράβηξε προς τα έξω, αποχαιρετώντας όλους, όσοι ήταν μέσα εκεί. —Σας αφήνω γεια! κι ο Θεός να σας έχει καλά κι εσάς και το βιο σας και χρόνου τέτοια μέρα να ξανανταμωθούμε. Και βγήκε από την θύραν.

Το χαντζόπουλο, που υπηρετούσε, έτρεξε από κοντά του φωνάζοντας: —Πατριώτη, πατριώτη! Στάσου, κάτι λησμόνησες! Ο Κουτσογιάννης έριξε αμέσως χέρι και μάτι στο σελιάχι και βλέποντας εκεί την φλογέρα του ν’ ασπρίζει, του απολογήθηκε: —Θα ‘ναι κανενός αλλ’νού! Εγώ δεν λησμόνησα τίποτε! Εγώ τα’χω όλα τα πράματα μου. Έχε γεια πάλι, καλό παιδί, και πάλε καλές αντάμωσες του χρόνου τέτοια μέρα! —Λησμόνησες να πλερώσεις! Του είπε το παιδί ξεκαρδισμένο από τα γέλια. Τί; Για πανηγύρι χωριάτικο το πέρασες το χάνι; —Να πληρώσω; να σου πλερώσω, ωρέ; Τι να σου πλερώσω; —Τοφαΐπόφαες! —Τι έκανε, λέει; Το φαΐ πόφαγα; Ωρέ, πουλάτε εδώ πέρα και φαί που τρων ο κόσμος; Ου! να πάτε στο διάολο κι ακόμα παρέκει! Ο κόσμος, που ήταν μέσα στο χάνι και φαγοποτούσαν, άρχισαν να χτυπούν τα γέλια και να τον κοροϊδεύουν. Ο ένας τόλεγε: —Το καράβι σ’ έφερε στα Γιάννινα; Ο άλλος του φώναζε, όπως σαλαγούνε τα τραγιά: —Τσαπ! τσαπ! τσαπ! Τρίτος: —Έρμε λύκε! Άλλος πάλε: —Κούκου! Κούκου! Κούκου! Βλέποντας ο Κουτσογιάννης ότι έμπλεξε και πάλε με «κακούς ανθρώπους», κατά την ιδέα του, έγινε άφαντος, χωρίς να πληρώσει. Έτρεξε το χαντζόπουλο από κοντά, φωνάζοντας: —Πιάστε τον! Πιάστε τον! Αλλ’ ο Κουτσογιάννης έγινε άφαντος ανάμεσα στην πολυκοσμία!

Σε λίγο ο Κουτσογιάννης βρέθηκε έξω από την πολιτεία. Εκεί ένιωσε πλειά τον εαυτό του και στάθηκε να συλλογιστεί. Συλλογίστηκε, συλλογίστηκε: να ματαμπεί στα Γιάννινα; Του φαίνονταν ότι θα’ μπαίνε στην Κόλαση. Μήνα ήταν και βέβαιος ότι θα’βρισκε τον ξάδερφο του τον Κώστα; Έπειτα την φλογέρα την είχε πάρει, κι η δουλειά του ήταν τελειωμένη. Ήταν ακόμα τρεις-τέσσερες ώρες μέρα… Μπορούσε να φτάσει με ήλιο ως στη «ράχη του βουνού», απ’ όπου θ’ αγνάντευε το χωριό του… Έπειτα κι αν νύχτωνε, φεγγάρι ήταν… Έτσι αποφάσισε να τραβήξει προς το χωριό του, τρέχοντας σαν ζαρκάδι.

Όταν κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος, ο Κουτσογιάννης ήταν στο κατάκορφο της «Ράχης του Βουνού», στα μέσα του δρόμου. Του έμειναν ακόμα τρεις ώρες δρόμο. Γύρα-γύρα εκεί βοσκούσαν πρόβατα και λαλούσαν τα κουδούνια τους χαρωπά. Ένας πιστικός λαλούσε την φλογέρα του. Ακούοντας ο Κουτσογιάννης, ανέβηκε σ’ ένα κοτρώνι κι άρχισε να λαλάει χαρούμενα την δική του την φλογέρα, για να τον αποστομώσει. Στην στιγμή έπαψε ο πιστικός το φλογερολάλημά του, κι ο Κουτσογιάννης, «νικητής και τροπαιούχος», έχωσε την φλογέρα του στο σελιάχι και ρούπησε τον κατήφορο, σαν κυνηγημένο ελάφι, για να φτάσει το γληγορότερο στο κοπάδι του, που δεν το’χε ξεχωριστεί καμιά μέρα και καμιά νύχτα, από μικρό παιδάκι. Δεν σταμάτησε πουθενά και τρεις ώρες νύχτα καλοπερνούσε στο σπίτι του και τραβούσε ίσια για το κοπάδι του στον λόγγο, μ’ ένα κομμάτι αραποσίτικο ψωμί στο χέρι.

Φτάνοντας στ’ αγαπημένα του «ζωντανά», άρχισε τα σαλαγήματα, για να τους δώκει να καταλάβουν ότι είχε έρθει. Στα σαλαγήματα του, το κοπάδι συμμαζεύτηκε γύρα του, κι αυτός άρχισε να πιάνει όσα γίδια και πρόβατα ήταν σιμότερα, να τα φιλεί στα μάτια και στο στόμα, και να τα ρωτάει: —Πως περάσαταν σήμερα, ψυχούλες μου; Πώς περάσαταν σήμερα, χωρίς εμένα; Βοσκήσαταν καλά; Έπιαταν νεράκι; Μην σας πρόντησε τίποτε; Και λέγοντας αυτά, έφερε άνω-κάτω το κοπάδι του, το μέτρησε, το ξαναμέτρησε και το ‘βρε σωστό. Δεν έλειπε κανένα. Εκεί ήταν κι ο Φλώρος με τον τριπλόκυπρο, εκεί κι η Γκιόσα η σκουλαρικάτη, εκεί κι Μπάρτζα η πρωτόγεννη, εκεί κι η Κανούτα η σιούτα, εκεί κι η Γκάλμπινη η τσερέπω, εκεί κι η Νιάγκρα η πισωκέρατη, εκεί κι η Μπάλια η αστεράτη, εκεί κι η Μετσένια η ορθοκέρατη, με τους κύπρους της, εκεί κι η Στερφοκάλεσια με το λαμπρό κουδούνι, εκεί όλα τα γίδια, κι όλα τα πρόβατα.

Η καρδιά του Κουτσογιάννη είχε γίνει περιβόλι από την χαρά της, και στην στιγμή ακούστηκε ολόγυρα τ’ αγγελικό λάλημα της καινούριας φλογέρας! Ο αδερφός του ο Παύλος, νιώθοντας τον ερχομό του Κουτσογιάννη, από το φλογερό λάλημα, του φώναξε πέρα από ένα τσιουγκάρι’06: —Ήρθες, ωρέ Γιάννηηηηηη! —Ήρθα, ωρέ, ήρθα! Από εκείνην την στιγμή άρχισαν πάλε τα λόγγα, οι λακκιές, οι ράχες και τα πλάγια να χαίρονται από το φλογερολάλημά του Κουτσογιάννη, σαν και πρώτα, κι όταν τον ρωτούσε κανείς: —Τι είδες Γιάνν’ στα Γιάννινα; —Θυάματα! θυάματα! Δεν μολογιέται ό,τι είδα. Αλλά τι τα θέλ’ς; Κακός κόσμος! Όλοι στον παρά έχουν τον νου τους! Δεν σου δίνουν μια τρίχα χωρίς παράδες! Τους λες «καλ’μέρα» και δεν σ’ απολογιούνται! Μπαίνεις στο χάνι να φας ψωμί, τρως κι ύστερα σου γυρεύουν πληρωμή!!! Κακοί άνθρωποι οι Γιαννιώτες! Είναι άξιοι να πωλήσουν και την μάνα τους και τον πατέρα τους ακόμα!

*Από τη συλλογή «Διηγήματα της στάνης»

Advertisements