Ετικέτες

,

Του Θωμά Ζυγκόπουλου*

Απέναντι από το κτίριο της Στρατολογίας και λίγο παραπάνω, εκεί που σήμερα είναι το ψιλικατζίδικο του Μιχάλη Παπασπύρου και δίπλα στο μαγαζί του Γιώργου Στατηρά, υπήρχε ένα ονομαστό στέκι συγκέντρωσης γλεντζέδων απ’ όλες τις συνοικίες της παλιάς πόλης, η περίφημη ταβέρνα του «Ανίκα». Βρίσκονταν απέναντι από τον φούρνο του πρόσφυγα και λίγα μέτρα πιο πάνω από τον «Κουραμπά» στο μέρος όπου σήμερα η νησίδα χωρίζει στα δύο τη λεωφόρο Δωδώνης.

Αφεντικό της ταβέρνας ήταν ο Μιχάλης Βλάχος με βοηθό τον αδελφό του Βαγγέλη. Ο Μιχάλης Βλάχος βρίσκονταν στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών όπου εργάζονταν για πολλά χρόνια. Νιώθοντας όμως την πατρίδα του σκλαβωμένη γύρισε στα Γιάννινα να πολεμήσει τους Τούρκους και να προσθέσει κι αυτός τη δική του βοήθεια στην απελευθέρωση της πόλης που τόσο αγαπούσε.

Η ίδρυση λοιπόν της περίφημης ταβέρνας έγινε μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους και με την αποκατάσταση της ομαλότητας στα Γιάννινα κάπου ανάμεσα στα 1915 και 1920. Πάνω από την πόρτα υπήρχε χρωματισμένη ταμπέλα που με μεγάλα γράμματα έγραφε «Ο ΑΝΙΚΑΣ». Ποιος όμως ήταν ο Ανίκας και γιατί η ταβέρνα βαφτίστηκε μ’ αυτό το όνομα; Υπάρχει μια παλιά ιστορία γι αυτό: Κάποτε έφτασε απ’ την Κωνσταντινούπολη στα Γιάννινα πια μεγάλη χορεύτρια και τραγουδίστρια της εποχής η περίφημη Ανίκα. Οι πληροφορίες για την καταγωγή της είναι μπερδεμένες. Άλλοι μιλούν για Τουρκάλα κι άλλοι για Ελληνίδα Πολίτισσα. Με σιγουριά όμως δίνουν το στίγμα μιας πανέμορφης γυναίκας με μια εξαίσια φωνή. Με αηδονιού λαλιά τραγουδούσε όμορφους αμανέδες σε τούρκικους οντάδες και σε διάφορα κέντρα της πόλης. Είχε τέτοια θέλγητρα και τόσο ωραία φωνή που σε λίγο χρονικό διάστημα έφερε τους Τουρκογιαννιώτες σε τέτοιο σημείο που να μην έχουν γρόσι στην τσέπη τους. Κοσμήματα, πολύτιμα πετράδια, χρυσαφικά, λίρες τα πέταγαν όλα στα πόδια της, αρκεί να της έπαιρναν ένα φιλί.

Όμως αυτή η επιτυχία και το ξεμυάλισμα των γλεντζέδων δεν είχαν καλά αποτελέσματα για το «ουρί του παραδείσου». Οι γυναίκες των θυμάτων παραπονέθηκαν για την κατάντια των αντρών τους και απαίτησαν την απέλαση της Ανίκας. Έτσι για να μη διαταραχτεί ο οικογενειακός και κοινωνικός ιστός της πόλης διατάχτηκε η απέλαση της όμορφης χορεύτριας. Πλήθος θαυμαστών συγκεντρώθηκε στην έξοδο της πόλης εκείνο το μοιραίο πρωινό για να δει για τελευταία φορά και να αποχαιρετήσει την όμορφη Κωνσταντινουπολίτισσα. Τα μάτια βούρκωσαν όταν ο αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Τα περήφανα άλογα χύθηκαν με ορμή μπροστά και σε λίγο η άμαξα χάθηκε στο βάθος του δρόμου αφήνοντας πίσω ένα σύννεφο σκόνης. Τα χέρια ανέμισαν μαντήλια στον αέρα και ένα πονεμένο τραγούδι ακούστηκε να βγαίνει από τα σφιγμένα χείλη: «Μαύρη ήταν η καρότσα κι άσπρα τ’ αλόγατα μας πήραν την Ανίκα τα ξημερώματα». Εδώ τελειώνει η θλιμμένη ιστορία της Ανίκας.

Η σχέση του Μιχάλη Βλάχου με την Ανίκα ήταν σχέση φωνητική και μόνο. Ο Μιχάλης Βλάχος είχε μια γλυκύτατη φωνή. Η ομορφιά του τραγουδιού του προσήλκυε πελάτες απ’ όλα τα Γιάννινα είχε δε ξεπεράσει τα σύνορα της πόλης. Έφταναν στην ταβέρνα ταξιδιώτες έμποροι από τη Θεσπρωτία, την Αιτωλοακαρνανία κι από τα γύρο μέρη για να πιουν μαζί του ένα ποτηράκι κρασί και να τον ακούσουν. Τραγουδούσε με τέχνη περισσή παλιά γιαννιώτικα τραγούδια, τούρκικους αμανέδες και που και που τραγούδια που είχε μάθει στην Αμερική. Σύμφωνα με μαρτυρία του αδελφού του Βαγγέλη του είχαν προτείνει να κάνει δίσκους με κάποια εταιρεία. Και κει κάποιο βράδυ μέσα στην κατάμεστη από κόσμο ταβέρνα καθώς ο Μιχάλης τραγουδούσε, ένας πελάτης φώναξε γεμάτος ενθουσιασμό. -Βρε Μιχάλη, εσύ τραγουδάς σαν την Ανίκα ! Αυτό ήταν. Από τότε το όνομα Μιχάλης παραμερίστηκε. Αφεντικό και ταβέρνα βαφτίστηκαν «Ο ΑΝΙΚΑΣ».

Μιχάλης Βλάχος «Ανίκας» το 1907

Τα γλέντια στην ταβέρνα του Ανίκα ήταν καθημερινά. Εκεί έδιναν ραντεβού οι έμποροι που έρχονταν στα Γιάννινα για δουλειές. Αμπελουργοί, ζωέμποροι, κτηνοτρόφοι, ελαιοπαραγωγοί ανάμεσα στο ποτό και τον μεζέ διαπραγματεύονταν την τύχη των εμπορευμάτων τους. Κι ο Ανίκας για να ευχαριστεί τους πελάτες και φίλους του τραγουδούσε. Οι γείτονες σταματούσαν τις δουλειές τους και οι περαστικοί κοντοστέκονταν για να τον ακούσουν. Είχε χαρισματική φωνή λυρικού τενόρου και αποτελούσε αντικείμενο μελέτης από γνωστούς τραγουδιστές της εποχής που κατέφθαναν στο μαγαζί του για να τον θαυμάσουν. Ο Ανίκας έφυγε απ’ τη ζωή στις αρχές του 1935 από εγκεφαλικό επεισόδιο. Το μαγαζί μαζί με το όνομα παραχωρήθηκε στον αδελφό του Βαγγέλη. Ο Βαγγέλης Βλάχος έχοντας ία αυτός μεγάλη αγάπη στο τραγούδι διατήρησε για τον εαυτό του και την ταβέρνα την επωνυμία «Ανίκας» και μ’ αυτό το όνομα τον ήξεραν όλοι στα χρόνια που ακολούθησαν. Άξιος συνεχιστής του αδελφού του Μιχάλη κράτησε το μαγαζί μέχρι το 1962. Τη χρονιά αυτή η θρυλική ταβέρνα κατεδαφίστηκε. Έπεσε βορά στα νύχια της εξέλιξης και της προόδου όταν οι μπουλντόζες έκαναν διαπλάτυνση του δρόμου. Το 1964 ο μπάρμπα Βαγγέλης αναχώρησε κι αυτός με τη σειρά του για το τελευταίο, χωρίς γυρισμό ταξίδι.

Ο Βαγγέλης Βλάχος και ο γιός του Τάκης στο μαγαζί τους το 1953.

Η ταβέρνα του Ανίκα ήταν στην ουσία συνδυασμός καφενείου, ταβέρνας και γαλακτοπωλείου. Λειτουργούσε σαν χώρος αναψυχής, διασκέδασης και εμπορίου. Σέρβιρε καφέ ψημένο στα κάρβουνα, πρόβειο γάλα, γλυκά κουταλιού, βανίλια, λουκούμια. Σέρβιρε επίσης ποτά, κυρίως ούζο, τσίπουρο και καλό γνήσιο κρασί συνοδευόμενα από ανάλογους εκλεκτούς μεζέδες. Σπεσιαλιτέ όμως του μαγαζιού ήταν το πρόβειο γιαούρτι. Ο Ανίκας αγόραζε πρόβειο γάλα από παραγωγούς κτηνοτρόφους. Έπειτα το έβραζε φρέσκο όπως ήταν με όλη του την κρέμα. Μια ποσότητα απ’ αυτό σερβίρονταν στους θαμώνες του μαγαζιού. Το υπόλοιπο το έπηζε γιαούρτι και το τοποθετούσε σε μεγάλα πήλινα δοχεία των πέντε και των εφτά οκάδων. Οι γείτονες και οι πελάτες κατέφθαναν με δοχεία, πιάτα και σουπιέρες για ν’ αγοράσουν το εκλεκτό προϊόν. Ο Ανίκας τότε με μεγάλες επίπεδες κουτάλες σαν σπάτουλες έκοβε φέτες το παχύ, γεμάτο κρέμα και χοντρή πέτσα από πάνω γιαούρτι και το τοποθετούσε στα δοχεία των αγοραστών. Μια οκά, μισή οκά, τρακόσια δράμια, όσο ήθελε ο καθένας. Στην ταβέρνα του Ανίκα μαζεύονταν επαγγελματίες λογής-λογής. Σαμαράδες, κουδουνάδες, ραφτάδες, τσαρουχάδες, γαλακτοπώληδες, δερματέμποροι, ταμπάκηδες… Έρχονταν απ’ την Καραβατιά, τη Σιαράβα, απ’ την Καλούτσια κι απ’ την Πέρα Λούτσα. Το απέναντι πεζοδρόμιο μπροστά από τον φούρνο του πρόσφυγα γέμιζε από τραπέζια και καρέκλες. Κάθονταν γύρο-γύρο σε σχήμα κύκλου και μιλούσαν ώρες ατέλειωτες για διάφορα περιστατικά και γεγονότα. Ξεκινούσε κάποιος την κουβέντα κι άμα τέλειωνε αυτός έπαιρνε το λόγο άλλος. Κι όταν στέρευε ο σοβαρός ο λόγος, που ήταν και διδακτικός συνάμα γιατί ο κόσμος μάθαινε πράγματα καινούργια, έφτανε η ώρα για διασκέδαση και γι αυτό το σκοπό υπήρχαν πάντα τα κατάλληλα πρόσωπα που δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα γεμάτη γέλιο και κέφι.

Εδώ κάποτε ο Σταύρος, ο τροχιστής απ’ τα Ζευγάρια κοντοστάθηκε για να ξαποστάσει και έστησε αυτί ν’ ακούσει τα σοβαρά και μελετημένα που έλεγαν. Ο Σταύρος Γκάνιος, έτσι ήταν το όνομα του, ξεκινούσε κάθε μέρα απ’ τα Ζευγάρια όπου ήταν το σπίτι του φορτωμένος το βαρύ τροχό. Αυτό ήταν το εργαλείο της δουλειάς του και περιδιάβαινε τις γειτονιές φωνάζοντας: – Τροχόοος… Εδώ ο τροχός. Όλο και κάποια νοικοκυρά θα είχε στο σπίτι στομωμένα μαχαίρια και ψαλίδια για να βγάλει ο Σταύρος το μεροκάματο. Στις καθημερινές του επαφές με τους διάφορους πελάτες του άκουγε πολλά και διάφορα. Άκουσε και ένα αίνιγμα που του φάνηκε άλυτο. – Εδώ σας έχω πουλάκια μου, σκέφτηκε. Σαν αστραπή του πέρασε η ιδέα να πει στους μορφωμένους θαμώνες της ταβέρνας το δύσκολο αίνιγμα. Έβαλε στο μάτι κάποιον πολυλογά καθηγητή που έδειχνε ότι ήξερε πολλά. – Εσύ ξέρεις γράμματα του είπε, εγώ δεν ξέρω. Θα σου πω ένα αίνιγμα κι άμα δεν το λύσεις θα σου πάρω το δίπλωμα. Οι παριστάμενοι που ψόφαγαν για χαβαλέ άλλο που δεν ήθελαν. Άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί. – Πέσ’ το, πέσ’ το. Ο Σταύρος σούφρωσε τα φρύδια του και με σοβαρό ύφος που άλλο δεν πήγαινε απάγγειλε το αίνιγμα. Έχω νερό, πίνω κρασί. Δεν έχω νερό, πίνω νερό». Τι είναι;

Το αίνιγμα είχε σχέση με τα επαγγέλματα της εποχής εκείνης, αλλά ο καθηγητής και η παρέα του μάταια προσπάθησαν να το λύσουν. Κάθε μέρα ο Σταύρος περνούσε απ’ το στέκι. Τον κερνούσαν τσίπουρο μήπως και τον καταφέρουν να τους πει τη λύση, αυτός όμως βράχος. Κρατούσε το στόμα του ερμητικά κλειστό μιας και το αίνιγμα έγινε αφορμή να δροσίζει τζάμπα κάθε μέρα το στεγνό του λαρύγγι με το θαυμάσιο τσίπουρο του Ανίκα. Με τα πολλά, αφού πέρασαν κάμποσες μέρες, ο Σταύρος έδωσε τη λύση. – Είναι ο μυλωνάς με το νερόμυλο, τους είπε. Όταν το ποτάμι κατεβάζει νερό, ο μυλωνάς έχει δουλειά, τα κονομάει και πίνει κρασί- Όταν όμως δεν υπάρχει νερό, τότε ο μυλωνάς κλαίει τη μοίρα του και πίνει το νερό της φτώχιας.

Ένα διπλό τσίπουρο και εκλεκτός μεζές περίμεναν το νικητή, η δε μεγαλοψυχία του Σταύρου έσωσε το δίπλωμα του καθηγητή.

*Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο «Ιστορίες από τα Γιάννινα που έφυγαν», που εκδόθηκε από το «Σύλλογο Παλιών Γιαννιωτών» το 2000.

Advertisements