Ετικέτες

, ,

Του Νίκου Χουλιαρά*

Ο καφενές του Καμπούρη άχνιζε μέσα στο χειμωνιάτικο απόγευμα καμιά δεκαριά ακακίες πιο πέρα. Το χιόνι έφτανε μέχρι τα μισά της δημόσιας κρήνης, με το κεφάλι του λιονταριού, που έφτυνε το νερό πουφ-πούφ, καταπώς έφτυνε κι ο Δημήτριος Μαντζαρόπουλος τον τελευταίο καιρό.

Ο Δημήτριος Μαντζαρόπουλος πήγαινε παρέα με τον Δημήτριο Μαντζαρόπουλο τρίζοντας πάνω στο χιόνι, κι άξαφνα πως του ‘ρθε έτσι στο νου κι ήταν σα να κουνήθηκε ένα φύλλο απ’ τ’ αναγνωστικό της Πρώτης: Ο ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ: Παντελονάκι γαλάζιο, με τιράντες σταυρωτές και χάρο πουκάμισο.
Δίπλα η μητέρα, ο πατέρας κι η Μαρίνα. Μέσα σε σπίτι. Με λάμπα πορτοκάλια να κρέμεται απ το ταβάνι. Στο τραπέζι, φρούτα που γυάλιζαν, και φαγητά.
Πίσω το παράθυρο, κι έξω, δέντρο με κλαράκια ίσια, καφετιά.
Ουρανός σκούρος γαλάζιος χι άσπρες κουκκίδες, τάχα χιόνι και χειμώνας.
Ο Δημητράκης ο Μαντζαρόπουλος έτριζε μες στο Δημήτριο και πήγαινε στο άσπρο του καιρού σιγανοκουβεντιαζοντας:
«Δημητράκη, Τι λες;… καλά είμαστε;»
«Καλά είμαστε, καλά».
«Τί είναι αυτό που βλέπουμε, Δημητράκη! Φίδι στο χιόνι;»
«Ασ’ τα αυτά!… ασ’ τα και πάμε».
«Να ‘χαμε, λέει, τσιγάρο, Δημητράκη, ν’ ανάψουμε! Φλογίτσα στην άκρη στο στόμα. Να, έτσι. Τσάφ!… και να πηγαίναμε… λέει».

Και πλησίαζε στον καφενέ ο Δημήτριος Μαντζαρόπουλος, γόνος οικογένειας αρχετύπου χριστιανικής, της οδού Χειμάρας, τελειόφοιτος του Ελληνικού, δραπέτευσα ς εκ της πατρώας οικίας προ πολλών ετών.
Εγκατασταθείς δε μονίμως εις εγκαταλελειμμένον παλαιόν όχημα, πλησίον της λίμνης, παρά την περιοχήν «Ταμπάκικα», διήγε βίον αντικοινωνικόν.
Έσπρωξε σίγα την πόρτα του καφενέ ο Δημητράκης και μπήκε μέσα.
Τους είδε όλους, να κάθονται στη ζέστη, παρέες-παρέες, και να καπνίζουν σπάταλα. Έπιναν και κουβέντιαζαν. Φάτσες γνωστές από χρόνια. Μεσίτες έμποροι και εργολάβοι. Έκλειναν δουλειές. Βόλευαν και βολεύονταν. Κι ‘ολα αυτά, μέσα στη ζέστη. Καπνοί ωραίοι τους τύλιγαν. Έφευγαν με τα λόγια τους ψηλά
στην οροφή και εξατμίζονταν.

Πήρε μια καρέκλα και κάθισε. Απέναντι του ο Ιορδάνης. Χοντρέμπορος αλλαντικών — ιερωμένος των χρημάτων — καλοβαλμένος κι ήσυχος, μ’ ένα πακέτο τσιγάρα άθικτο μπροστά του, δίπλα σ’ ένα σωρό από μικρά πιατάκια και ποτήρια.
Κι ο Δημητράκης στην καρέκλα, μόνος του εκεί κι ακέραστος, το ‘φέρνε γύρα, το τριβέλιζε στα βάθη του μυαλού του, κι όλο του ‘ρχόταν να το πει το τραγουδάκι:
«Ιορδάνη, Ιορδάνη. Τότε που ήσουν μονό ποταμός, οι δυο μας κατι είχαμε να πούμε», μα σώπαινε κι αναρωτιόταν αν θα ‘πρεπε να μείνει σοβαρός ή έτσι για να τους ταράξει, να τους πει να παίξουν όλοι μαζί εκεί μέσα τα σκλαβάκια;

Ήτανε, βλέπεις, κι εκείνο το πακέτο με τα τσιγάρα πάνω στο τραπέζι τού Ιορδάνη, που δεν τον άφηνε να σκέφτεται για πολύ άλλα πράματα. Άσπρο, ολόασπρο, με κόκκινη ρίγα και είκοσι τσιγάρα.
Έμεινε για λίγο ακόμα σιωπηλός, κι ύστερα, παίρνοντας θάρρος ξαφνικά, σηκώθηκε απότομα και πήγε στο τραπέζι του Ιορδάνη. Στάθηκε από πάνω του σα να κρεμόταν πάνω από πηγάδι. Προσπάθησε για λίγο να ισορροπήσει τη μικρή υποταγή εκείνης της στιγμής με μια λάμψη ειρωνείας, και τού μίλησε με τον τρόπο που θα απευθυνόταν κανείς, όχι σε πρόσωπο συγκεκριμένο, αλλά σε κάποια δημόσια υπηρεσία:
«Με συγχωρείτε, θα είχατε μήπως την καλοσύνη να μου εμβάσητε εν σιγαρέτον δια να το καπνίσω προ του γεύματος;»
Ο Ιορδάνης διέκοψε για λίγο την κουβέντα και χωρίς καν να γυρίσει το κεφάλι προς το Δημητράκη, πήρε απ’ το πακέτο ένα τσιγάρο και του το ‘δωσε.

Ο Δημητράκης πήρε το τσιγάρο και τ’ ακούμπησε αργά, τελετουργικά σχεδόν, στην άκρη από τα χείλια του. Κι ήταν από χαρτί φίνο, λέει, κι από μέσα χορταράκι καπνός, κι άμα έκανες κι άναβες σπίρτο, έκανε τσαφ!… κι ύστερα τράβαγες κατά μέσα και κατέβαινες με τον καπνό, κάθετα κι ωραία.
Ωραία λοιπόν! Το τράβηξε απ’ το στόμα και το ‘βαλε στο χέρι. Στο αριστερό του το χέρι. Το κράτησε σφιχτά σα να ‘ταν για να το κρύψει και ξαναπήγε στον Ιορδάνη που στο μεταξύ έσκυβε στο διπλανό του κι όλο κάτι του ‘λεγε για δουλειές και τέτοια.
Στάθηκε από πάνω του πάλι όπως και πριν και του ξανάπε:
«Με συγχωρείτε που σας γίνομαι κατά κάποιο τρόπο φορτικός. Μήπως, εάν δεν σας ενοχλεί, θα μπορούσατε να μου εμβάσητε ακόμη εν σιγαρέτον διά να το καπνίσω μετά το γεύμα;»
Ο Ιορδάνης αύτη τη φορά γύρισε και τον κοίταξε για λίγο σοβαρά, σα να ξαφνιάστηκε.
Ύστερα ξέσπασε απότομα σ’ ένα γέλιο τρανταχτό και του ‘πε:
«Πάρε ρε Δημητράκη. Πάρε ακόμα ένα».
Ο Δημητράκης το πήρε. Το ‘βαλε κι αυτό στ’ αριστερό του το χέρι παρέα με τ’ άλλο κι έκανε να φύγει. Σταμάτησε Όμως ξαφνικά, και γυρίζοντας στον Ιορδάνη τον ξαναρώτησε:
«Μου επιτρέπετε να σάς υποβάλω μιαν ερώτησιν;»
«Λέγε, ρε Δημητράκη. Άιντε λέγε, τι θέλεις;»
«Θα ήθελα να σάς ερωτήσω, εάν μπορείτε να μου αποδείξετε ότι σίγουρα είστε καλύτερος από μένα!»
Κι ο Ιορδάνης με το πρόσωπο κόκκινο ακόμα απ’ τα γέλια:
«»Όχι ρε Δημητράκη! Μα την Παναγία, όχι!»
«Ε, τότε!… γιατί να μην πάρω εγώ το πακέτο με τα σιγαρέτα και ν’ αφήσω σ’ εσάς εν σιγαρέτον διά να καπνίσετε μετά το γεύμα!»
«Άπλωσε αποφασιστικά τό χέρι κι άρπαξε το πακέτο.
Το άνοιξε, έβγαλε από μέσα ένα τσιγάρο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι, κι υστέρα, με βήματα μεγάλα, πήγε μέχρι την πόρτα, την άνοιξε, και βγήκε στο δρόμο.

Ο Δημήτριος Μαντζαρόπουλος πήγαινε στο δρόμο παρέα με το Δημήτριο Μαντζαρόπουλο, χρόνια τώρα.
Και πήγαινε φτύνοντας. Μέσα του κι έξω του, πούφ-πούφ, καταπώς έφτυνε η παλιά δημοσία κρήνη, κι εκεί, στην άκρη στο πικρό του στόμα έφεγγε η μικρή φλογίτσα. Γηροκομείο – Γυαλί Καφενέ – Ταμπάκικα.
Ουφ, ξεφτιλισμένη Μαρία.

* Αναδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων του «Το μπακακόκ».

Advertisements