Ετικέτες

, , ,

Του Κώστα Φωτόπουλου*

Ως τα τέλη της τρίτης δεκαετηρίδας του αιώνα μας υπήρχε στη διασταύρωση των οδών  Ευεργετών – Μ. Αλεξάνδρου (περιοχή Καραβατιάς) ένα λιθόκτιστο κτίσμα (ύψ. 2 1/2 μ. Χ 3 μ. περίπου) γεμάτο αγκάθια κι ένα ξύλινο στύλο σαθρό με πετρελαιοφάναρο (Βλ. Σχεδίασμα της καλλιτέχνιδος γλύπτριας και λογίας Νίτσας Συνίκη – Παππά φιλοτεχνημένο, σύμφωνα με οδηγίες μας και από μνήμης πρόχειρου σκίτσου μας).

Κατά την παράδοση ήταν ο κοινός τάφος δυο αδελφιών του ενός αδελφοκτόνου τουρκόσπορου και του άλλου αιμομίκτη γενίτσαρου (γενί – τσερί, νέος στρατός) από την ίδια μάνα, χριστιανή. Πάνω στην παράδοση αυτή, που έφτασε ως τις μέρες μου έντονη με τεκμήριο το κτίσμα αυτό, που γκρεμίστηκε τελευταία κατά τη διαπλάτυνση του δρόμου, μας την αφηγείται ο γιαννιώτης Κωνσταντίνος Καζαντζής, Γερουσιαστής και λόγιος, στο εκτεταμένο διήγημα του: «Τα δυο αδέρφια» (Απ’ τα σκλαβωμένα Γιάννινα, Εκδ. Γκρέκα, Αθήναι 1926). Επειδή μοιάζει κάπως σαν οιδιπόδειο δράμα την παραθέτω όσο γίνεται περιληπτικά, όπως την άκουσα από παλιούς. Τον καιρό του Σουλτάν Σουλεϊμάν εξακολουθούσε το παιδομάζωμα των Χριστιανόπαιδων, ο φόβος και ο τρόμος των γονιών. Προσπαθούσαν να τα κρύψουν όπως – όπως ή να τα φυγαδεύσουν κάπου ή, αν δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, τα χειροτονούσαν αναγνώστες στα Μοναστήρια. Μια χήρα ευκατάστατη είχε ένα αγόρι δεκάχρονο και ένα κοριτσάκι. Το αγόρι το έντυσε κοριτσίστικα νομίζοντας πως έτσι θα ξεγελούσε το διαπεραστικό βλέμμα των «Μαζωχτήδων» Γενιτσάρων, πράγμα που δεν το κατάφερε. Ο Μεγάλος μαζωχτής Γενίτσαρος το κατάλαβε και το πήρε, παρά τα παρακάλια, τους θρήνους και τα ταξίματα της δύστυχης μάνας. Ο Τούρκος αυτός λιμπίστηκε την άμοιρη χήρα, της υποσχέθηκε να της το φέρει, αν του δοθεί αυτή. Εκείνη αναγκάστηκε να παραδοθεί χάριν της σωτηρίας του παιδιού της, χωρίς όμως να επιτύχει το σκοπό της. Ο Τούρκος έφυγε, δίχως να γυρίσει το παιδί και την άφησε έγκυο…

Έκρυψε η δύστυχη την εγκυμοσύνη της, γεννήθηκε το παιδί και για τα μάτια του κόσμου «το υιοθέτησε σαν δήθεν έκθετο» στην πόρτα της. Το μεγάλωσε και το αφιέρωσε στη Μονή του Σωτήρος στο Νησί, όπου έγινε τελικά καλόγερος. «Όταν ήρθε στα τελευταία της του εξομολογήθηκε το αμάρτημα της φανερώνοντας του πως δεν ήταν καθαυτό παιδί της από τον άνδρα της, αλλά από Γενίτσαρο και του άφησε εντολή να φροντίσει με κάθε τρόπο, να βρει τον αδελφό του τον Γενίτσαρο και να του φανέρωση την αληθινή καταγωγή του. Του είπε ακόμη και τα σημάδια του σώματος του – ελιά στο μάγουλο και στο μέσα μέρος της κλείδωσης του γόνατος του.

Στην απουσία του Καλόγερου από τα Γιάννινα, που έψαχνε να βρει τον αδερφό του, γύρισε εκείνος στα Γιάννινα (πατρίδα του αρχιμαζωχτή) που στο μεταξύ τον είχε υιοθετήσει. Κάποια μέρα, περνώντας καβάλα στ’ άλογο του από το πατρικό του, το καθαυτό, είδε στο παραθύρι την αδερφή του να πλέκει. Του άρεσε και περνούσε πολλές φορές, όσο που απ’ τα πολλά αλληλοαγαπήθηκαν, χωρίς να φανταστούν, πως ήταν αδέρφια και την κατάφερε τελικά, με την άδεια του Δεσπότη (φυσικά με φοβέρες) να την παντρευτεί χωρίς ν’ αλλάξει την πίστη της. Μαθαίνοντας ο καλόγερος όλα αυτά, γύρισε στα Γιάννινα με σκοπό να εκδικηθεί το Γενίτσαρο για την προσβολή.

«Όμως με το σημάδι που είδε στο μάγουλο και τα άλλα χαρακτηριστικά της μάνας τους αναγνώρισε τον αδερφό του και χωρίς άλλα λόγια του φανέρωσε πως η γυναίκα του είναι αδελφή του! Εκείνος τραβούσε τα μαλλιά του από το κακό αυτό που του έκανε από άγνοια… όμως, λόγο το λόγο, τ’ αδέρφια αλληλομαχαιρώθηκαν, ο ένας αδελφοκτόνας καώ ο άλλος αιμομίκτης!

Τους έριξαν σ’ ένα λάκκο, που σώζονταν ως τα προχτές και έχτισαν αυτό το χώρο, για να μη πατιούνται τα αίματα που χύθηκαν, γιατί ήταν μεγάλο κρίμα κατά την συνήθεια των Τούρκων. Το μωρό το πήρε η τροφός στην Πλησίβιτσα, το υιοθέτησε και το μεγάλωσε, γιατί η δυστυχισμένη μάνα του φαρμακώθηκε την ίδια ώρα. Αυτό ήταν το τέλος του οιδιπόδειου αυτού  δράματος… Μάρτυρας του γεγονότος το μνήμα!

* Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Κώστα Φωτόπουλου «τα Γιάννινα».

Advertisements