Ετικέτες

, , , , , ,

Του Ηλία Πετρόπουλου

Πολλές παπαρδέλες έχουν ειπωθεί για τα Γιάννενα, και μάλιστα για τα Γιάννενα του Αλή-πασά. Χάρη στον ηλίθιο εθνοκεντρισμό μας και στην ανίατη τάση μας για μυθοποίηση των πάντων, ξέρουμε σήμερα ελάχιστες αλήθειες για τα Γιάννενα του 1800.
Στα σχετικά βιβλία πού διαβάζω συναντώ μια πόλη με ακραιφνώς ελληνικό πληθυσμό, με ελληνική αρχιτεκτονική και με ελληνικά ήθη και έθιμα. Έξαλλου, τα λευκώματα του Τουρισμού μας διδάσκουν πως τα γιαννιώτικα κοσμήματα είναι, κι αυτά, ελληνικά. Φυσικά, τα γιαννιώτικα κοσμήματα (σαν στυλ και σαν τεχνική) είναι αραβικής αρχής. Και, φυσικά, αρκεί να ξεφυλλίσεις τις λαογραφικές μελέτες του δόλιου Κώστα Κρυστάλλη (ήταν βλάχος, ο άνθρωπος) για να σιχαθεί τους ρομιούς ιστορικούς.

Τα Γιάννενα είναι, πλέον, προικισμένα με πανεπιστήμιο. Δεν νομίζω πως οι ντόπιοι φοιτητές προσπαθούν να διερευνήσουν αυτό που συνέβη στον τόπο τους πριν δύο αιώνες. Κι έτσι φτάσαμε στο λαμπρό επίπεδο να μην θέλουν να μάθουν που βρισκότανε το σαράι του Αλή-πασά, που κατοικούσαν οι εβραίοι, ποια ράτσα είχε το κοντρόλ του παζαριού, που ήσανε τα διαβόητα Τσιγκέλια, και, ποιες γλώσσες εμίλαγε ο κοσμάκης.
Κατά τα φαινόμενα, τα σύγχρονα Γιάννενα (καθώς και η Καστοριά) θα σβήσουν απ’ το χάρτη όταν οι λίμνες των γεμίσουν σκατά.

Ο Νίκος Χουλιάρας είναι σπουδαίος λογοτέχνης. Επιπλέον, είναι ο πεζογράφος που μας συνδέει με την γιαννιώτικη παράδοση, όπως ακριβώς ο Καζαντζάκης μας συνέδεε με την Κρήτη.
Διαβάζω με προσοχή τα βιβλία του Χουλιάρα. Πριν οχτώ χρόνια του εζήτησα κάποιες γλωσσολογικές πληροφορίες. Ο Χουλιάρας μου έγραψε (στις 29-7-1981) ένα μεγάλο γράμμα με πολύτιμα στοιχεία. Αποτεινόμενος στον Χουλιάρα έκρυβα μέσα μου την διπλή ελπίδα ότι θα αποχτούσα μια πρόσβαση στην τοπική αργκό και μιαν άλλη πρόσβαση στην αργκό των εβραίων. Προχτές, γύρισα από την Μπεζανσόν, όπου παρακολούθησα την πρώτη Διεθνή Αργκοτολογική Συνάντηση κι όπου υποστήριξα την άποψη πώς και οι εβραίοι της Σαλονίκης διέθεταν μια πλούσια αργκό. Γυρίζοντας, θυμήθηκα την επιστολή του Χουλιάρα.

Ο Χουλιάρας μου έστειλε τις παρακάτω λέξεις της τοπικής ελληνικής αργκό, όπως την άκουγε στα Γιάννενα πριν τριάντα χρόνια, και, που την θεωρεί κράμα από εβραϊκά, σλαβικά, τούρκικα, ελληνικά, γαλλικά:

βαλές, ο. άντρας, συνοδός γκόμενας.
βαγιέρω. φεύγω.
γκανταΐμια, τα μάτια.
γκάτζιω, η. γκόμενα, γυναίκα, λεγόμενη.
εμέυ. εντάξει.
κιόρ, ο.καβός, μύωψ.
κίσλας, ο. ο λεγόμενος.
μπακακόκ, το κολλητήρι.
μπισιάρω. κατουράω.
μπιτχάς, ο. πούτσος.
ντενάρω. ρίχνω.
ντινουάρ, το. τρέλα, τρελός.
πάσλας, ο. σαχλός άντρας, ό λεγόμενος.
πασλάτος, ο. χαζογκόμενος.
ρεσιόν, το. γαμίσι.
ρχόϋ, το. κλάσιμο.
σέκερ, το. ψέμα.
τάχας, ο. κώλος.
τζιαμάλα, η. μεγάλη φωτιά.
χαλόν, το. ωραία γυναίκα, κόμματος.
χαμόρ, το. χαζός άνθρωπος, κουτός.
χαραφώνω. γαμώ.
χατζιάρω. χέζω.

Ο Χουλιάρας μου ερμήνευσε αυτές τις 23 λέξεις της γιαννιώτικης αργκό, άλλα, δυστυχώς, δεν ήξερε να μου πει κάτι για τους εβραίους, γιατί γεννήθηκε λίγο πριν το Ολοκαύτωμα.
Οι γιαννιώτες εβραίοι μιλάγανε ελληνικά (κι όχι σπανιόλικα), καθότι ρωμανιώτες.
Σ’ αυτούς τους εβραίους οφείλεται η ακμή που εδόξασε τα Γιάννενα της περιόδου 1800-1820.
Η υποψία ότι οι ρωμανιώτες εβραίοι χρησιμοποιούσαν στο παζάρι κάποια δικιά τους αργκό αποτελεί σχεδόν μια βεβαιότητα.
Ελάχιστα γνωρίζουμε περί της αργκό των εβραίων, που φαίνεται να είχε δούναι και λαβείν με τις άλλες επαγγελματικές αργκό της Ηπείρου.
Έτσι, λόγου χάρη, η λέξη κοκκινοπόδαρος εσήμαινε στην αργκό των εβραίων και στην αργκό των κομπογιανιτών: λαγός. Βρίσκομαι σε πλήρη ανικανότητα να ανιχνεύσω τις ετυμολογικές ρίζες των 23 λέξεων του Χουλιάρα.

Πάντως, θα ήθελα να παρατηρήσω τα έξης:
Η λέξη βαλές προήλθε, πιθανότατα, από την φιγούρα της τράπουλας.
Το βαγιέρω ίσως να σχετίζεται με το αρβανίτικο νίβ (δρόμος). Η έκφραση επήρε βάγια (τρελάθηκε), που σημειώνει στο Γλωσσάριον της Περισυναγωγής (1887) ο Π. Παπαζαφειρόπουλος, θα πρέπει να εξεταστεί επιμελώς.
Η γκάτζιω δεν είναι παρά το θηλυκό του γκάντζιος (ή μπαρός) που στα κουδαρίτικα θα πει: αφεντικό, οικοδεσπότης. Οι λέξεις γκάντζιος / μπαρός είναι γύφτικες. Το μπαρός πέρασε και στα καλιαρντά. Οι κουδαρίτικες λέξεις κάντξιω (κοιλιά) και κατζιούρω (έγκυος) δεν μοιάζει να συνδέονται με το γκάτζιω.

Το εμέθ πιθανόν αρβανίτικο. Το κιόρ (τουρκικό ϊαδν) είναι μια πρώτη μορφή του πασίγνωστου κιόρης.
Δεν ξέρω αν το κίσλας έχει κάποια συγγένεια με το κισλάς (στρατώνας), που προήλθε από το τούρκικο kisla.
Το μπισιάρω μοιάζει ιταλικής ή γαλλικής προελεύσεως.
Για το μπιτχάς θα πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση της πιθανής καταγωγής του από το πετυχαίνω (πετυχάς ;;).
Δεν ξέρω αν το ντενάρω συνδέεται με το γνωστό πολυσήμαντο νταίνω κι αν το γαλλίζον ντινουάρ ξεκίνησε από το αρβανίτικο dinak-u (πανούργος).
Το σέκερ (τούρκικο seker, ζάχαρη) ίσως γιατί το ψέμα είναι γλυκό.
Ο τάχας μάλλον από το τάχα. Στην Θεσσαλονίκη ή έκφραση ο τάχαμ-δήθεμ έδειχνε κάποιον ψωροφανταγμένο.
Το τζιαμάλα κοινό και γνωστό.
Την λέξη την αναφέρει ο Αραβαντινός στα Δημώδη Άσματα (1880).
Το χαμόρ μάλλον από το χαμούρι (τούρκικο Ηamur, ζύμη, λάσπη για χτίσιμο, ασβεστοκονία), αν όχι από το δημοφιλές χαμούρα.
Το χαραφώνω ίσως να είναι μια κωδικοποιημένη μορφή του καρφώνω (με την έννοια: γαμώ).
Τέλος, το χατζιάρω πιθανόν να αντανακλά τα τούρκικα hacet (ανάγκη), hacetyeri (αναγκαίο, αποχωρητήριο) και defi-hacet (αφόδευση).

Θα ήθελα να προσθέσω ότι, η μελέτη των λέξεων διαφόρων ακραίων περιοχών του ελληνισμού (Πόντος, Κάρπαθος, Κύπρος, Ήπειρος, Μυτιλήνη κτλ.) παρουσιάζει αξεπέραστες φωνητικές δυσκολίες, που εμποδίζουν την ετυμολογική τους προσπέλαση.

Παρίσι, 2-11-1989.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Το Άγιο Χασισάκι», εκδόσεις Νεφέλη.

Advertisements