Ετικέτες

,

Της κα Τζαλμακλή*

Μας διηγήθηκε ο Σάκης, κάποιος εκεί στο Κορμανιό, πως ο πατέρας του έφτασε με την οικογένεια του στην πόρτα, εκεί που βάζανε τα αέρια κι αφού μπήκαν όλοι, έκλεισε μπροστά του η πόρτα, όπως ήταν σαν τους άλλους, έτοιμος γυμνός. Να σου περιγράφει, λέει, ο πατέρας, να βλέπει την οικογένεια του να προχωράει και την τελευταία στιγμή έκλεισε η πόρτα κι αυτός έμεινε απ’ έξω γιατί δεν χώρεσε, είχε γεμίσει. Και να ακούει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και όλους μαζί να φωνάζουν.

Θα πήγαινε την άλλη μέρα, με την άλλη φουρνιά, αλλά τελικά σώθηκε. Γύρισε κι έκανε καινούργια οικογένεια. Τότε που μάθαμε τα κακά μαντάτα στο Ζαγόρι, κάποιος πετάχτηκε: «Α! τσ’ παλιόβριους, καλά τσ’ έκαναν!» Και λέει ο πατέρας μου: «Λέτε πως είστε καλύτεροι από τους Γερμανούς και έχετε και απελευθερωτικό αγώνα», και τον τσίναγαν να μη μιλήσει. «Τι είναι αυτά που λέτε, άνθρωποι είναι, πες πως πήραν εμάς», τους λέει. Εμένα με λένε «μισόβρια» γιατί μεγάλωσα στο Κορμανιό. Από επτά χρονών, έζησα στο Κορμανιό. Το μαγαζί του πατέρα μου ήταν το μπακάλικο του κυρ-Τράτση. Τον παππού τον έλεγαν Δημητράκη και τον φώναζαν οι δικοί σας κυρ-Τράτση.

Πήγαμε να κρυφτούμε στο Βίκο στις σπηλιές, γιατί ανέβηκαν στα Ζαγόρια οι Γερμανοί και πήγαν κι απ’ τους Ασπραγγέλους και χτύπησαν κι απ’ τις δυο μεριές και πήγαιναν κατά το αρχηγείο. Αλλά στο Δεβερίκι οπισθοχώρησαν. Εκείνη την ημέρα, κρυφτήκαμε μέσα στη σπηλιά, είδαμε τους Γερμανούς και βγήκαμε έξω από το χωριό, στα ξωκλήσια.  ‘ Στις 26 Μαρτίου μας ήρθαν τα μαντάτα. Αρχισαν οι δικοί μας να κατεβαίνουν στις βάσεις, στους Κήπους, γιατί είχαν οπισθοχωρήσει στο Σταμνέλι, και μάθαμε… Ήμασταν δεμένοι μαζί. Οι χριστιανικές φαμίλιες, ήταν μετρημένες στο Κορμανιό και σ’ όλη την περιοχή. Στο Κάστρο ήταν περισσότερες βέβαια και στην Κουντουριώτη, στου Αλκαλάη όπως το ‘λεγαν… Την είδα το Σεπτέμβριο την κόρη Αλκαλάη, που ήρθε για τα πενήντα χρόνια απ’ το ολοκαύτωμα. Γνωστές όλες αυτές οι φαμίλιες οι δικές σας. Γι’ αυτό και τα έθιμα, δεν πήγα στις γειτονιές με κάλαντα, με τέτοια. Δεν είχα που να πάω. Οι συγγενείς μου ήταν στη Ρεματιά και στη Λούτσα. Εμείς ήμασταν ξεκομμένοι κάτω.

Λοιπόν κλαίγαμε θρηνούσαμε και να που το καλοκαίρι, είδαμε τα εγγόνια του Ναούμ. Είχαν προλάβει και πήδησαν από τα αυτοκίνητα. Πήγαν στο αντάρτικο. Έρχεται ο μπαμπάς χαρούμενος και λέει: «Ελάτε να δείτε ποιον |ήβρα» και μας τους έφερε στο σπίτι στο χωριό. Το κόκκινο το παιδί το χοντρό, του Ναούμ εγγόνι. Ήταν της χήρας παιδί. Κι όταν γυρίσαμε στα Γιάννενα, που έγινε η απελευθέρωση, ρωτήσαμε εμείς τους νέους, πες μας τι έγινε; Και μας είπαν ότι στο Κορμανιό μπροστά, να ‘ναι τα φορτηγά τα Γερμανικά ξέσκεπα, να χιονίζει. Είδαν την Έττυ, ένα χρονιάρικο μωρό του Ραματά, πίσω απ’ το σπίτι μας ακριβώς. Πολύ αγαπημένοι άνθρωποι ήμασταν, πολύ-πολύ. Μόνο του το μωρό να κλαίει, να χιονίζει και οι γονείς τουσε άλλο αυτοκίνητο. «Πέστε μου τι έγινε η Εστήρ;» τους είπα, «η Εστήρ Ναχμία». Πες μου πού ήταν εκείνη, αλλού γέροι, ξεχωρισμένα τα ζευγάρια, να χιονίζει, να κλαίνε από τ’ αυτοκίνητα, να φωνάξουν… Η Ραχήλ δίπλα μας ήταν έγκυος, ήταν κεντήστρα. Κεντούσε το κασινάκι. Ήταν δίπλα μας. Βάζαμε μια σκάλα και πλέκαμε και κεντούσαμε. Μόλις είχε ήλιο, καθόμασταν έξω. Είχε χρόνια παντρεμένη και δεν έκανε παιδί. Και πάει να κάνει τότε. Όταν είπε: «Είμαι έγκυος». – Μπράβο, της λέει η μαμά, δεν χαίρεσαι; – Τι να χαρώ, κυρία Νίκη; Στη Γερμανία παίρνουν τους δικούς μας. – Δεν ντρέπεσαι, τι θα πει τους παίρνουν; Ναι το ’43. Μα το μάθαμε τότε, ότι στη Γερμανία κάνουν συλλήψεις και τέτοια. Ο ΕΛΑΣ τους είπε να βγουν στα βουνά. Εύκολο είναι να το κάνεις αυτό το τόλμημα; Ήξερες τι να ρευστοποιήσεις; Δεν φανταζόσουν τι θα γίνει. Και η καημένη η Ραχήλ; «Τι έγινε η Ραχήλ», τους είπα. Ανέβηκε στ’ αυτοκίνητο κι αυτή. Το χρονιάρικο το μωρό, η ‘Εττυ, Εσθήρ δηλαδή κι αυτή, να κλαίει το χρυσό μου κι ένα σωρό μικρά μαζί. Τότε μόλις είχε περπατήσει. Μου τα περιέγραψε η διπλανή μας. Και της λέει η Ραχήλ: Ανοιχτά σας έχω, ανοιχτά. Πάρτε τα πράγματα όλα. Κι αν γυρίσω μου τα δίνετε, αν δεν γυρίσω, δικά σας. Που να τολμήσουμε; Άφησε ανοιχτό για να τα πάρουν οι Σουλέοι. Εμείς στη μέση, οι Σουλέοι από τη μια κι αυτή από την άλλη. Ποιος τόλμησε λέει, να κάνει τέτοιο πράγμα. Τότε ήταν που τους έπιασαν και τους κρέμασαν τους δικούς μας.

Το καλοκαίρι του ’45 άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι δικοί σας. Μόλις μου ‘λεγαν ήρθαν κι άλλοι, έβγαινα να δω ποιοι γύρισαν. Από του Μαντολίνου την οικογένεια, δέκα παιδιά, γύρισαν μόνο δύο κόρες. Η Μπέλλα και η Ελισάβετ. Τώρα είναι στο Ισραήλ, παντρεμένες. Η μια είχε πάρει από τους Μάτσα, που είχαν το μεγάλο σπίτι, εδώ που κατεβαίνουμε για το μώλο. Τους είπα εγώ για τη Ραχήλ. Τη Ραχήλ, λέει, μόλις την έπιασαν οι πόνοι, την έβαλαν στους φούρνους. Δεν μπορώ, όποτε το θυμάμαι, όποτε μιλούμε με την αδερφή μου, κλαίμε και θρηνούμε. Το μνημόσυνο που της κάνουμε. «Πέστε μου», τους λέω, «τα δικά σας τα παιδιά τι έγιναν; Ποιος ήρθε;» Κανένας. Δέκα παιδιά οικογένεια, ένας παππούς, ένας σεβάσμιος βιβλικός, ο Σάμπος με το κολτήρι. Καθόταν στη γωνιά, κολλούσε διάφορα… με τα γένια του αυτός, μ’ ένα φεσάκι, σταυροπόδι κάτω, ο παππούς των κοριτσιών. Τελευταία φορά που είδαμε τη μαμά με τα μωρά, στη Γιουγκοσλαβία στο τρένο, στο πάτωμα κάτω κι έτρωγαν ψωμί κι ελιά, αν και ήταν χρονιάρικα. Ύστερα μας ξεχώρισαν. Ήταν τα δυο τελευταία παιδιά της Τέρως, κοριτσάκια δίδυμα, τα πήραν κι αυτά. Ένας-ένας που ερχόταν έτρεχα να ρωτήσω για τους δικούς μου. Η χαρά μου, πόσοι είχαν μαζευτεί, ύστερα που παντρεύτηκαν οι κοπέλες… Να η Εσθήρ του Κοέν, η Σουζάννα, όλες εκεί στη γειτονιά, η Άννα του Ααγαρή -είχαν γυρίσει συγχρόνως όλες. Η χαρά μας που λέγαμε, ποια οικογένεια γίνηκε πάλι καινούργια, ποιοι ήρθαν… Και χαιρόμασταν που ήρθε η Άννα κι ο Γιωσέφ, το μοναδικό ζευγάρι, γιατί ως τότε δεν ήρθαν ζευγάρια. Τελευταία, είχε τυφλωθεί η Άννα. Να μου λεν και να μου λεν, τι έβλεπαν μέσα από τη γρίλια, γιατί πέρναγε το αυτοκίνητο το γερμανικό και φώναζαν: «Κλείστε τις πόρτες, κλείστε τα παράθυρα», και κοίταζαν μέσα από τις γρίλιες.

Όπως πήραν τις περιουσίες των δικών σας, τις δικές σας περιουσίες, κι εμείς όταν γυρίσαμε δεν βρήκαμε ούτε σπίτι, ούτε μαγαζί. Ο άντρας μου κι ο αδερφός μου ήταν αντάρτες και η γιαγιά μου Ζαγορίσια και μείναμε έντεκα μήνες εκεί. Όλοι οι δικοί μας από το Ζαγόρι κατέβαιναν και ο θείος μου ψώνιζε στον Ιακώβ Ιακώβ —το τελευταίο μαγαζί εβραίϊκο, σ’ αυτή την περιοχή στου Μπελογιάννη. Γιατί όλη η αγορά η εβραϊκή, ήταν από του Γεωργίου Σταύρου και δω, στη Λόρδου Βύρωνος και στην Ανεξαρτησίας μέχρι το Γυαλί Καφενέ. Το μοναδικό μαγαζί εκεί στο Μπελογιάννη, ήταν Ιακώβ Ιακώβ -υφάσματα. Ποιους να σας πρωτοθυμηθώ, ποιους; Ωραίοι άνθρωποι, νοικοκυραίοι. Και οι πιο φτωχοί, νοικοκυραίοι άνθρωποι ήταν.

Ένα βράδυ έρχεται ο μπαμπάς, πρέπει να ‘ταν το 1937 ή το 1938 και λέει της μαμάς -τον μπαμπά τον κλήρωναν ένορκο πάντοτε-κάτι μας θέλουν στη Γενική Διοίκηση. Και πήγε. Πολλοί, της λέει, εκεί πέρα και μας θέλουν. Θα πάμε πάλι. Είχαν αρχίσει τα γεγονότα στη Γερμανία και προετοίμαζαν το έδαφος. Πήγαν κάνα δυο φορές, και λέει, μας έγραψαν στα ΕΕΕ.  Ήμουν μικρή τότε, δεν μπορούσα να θυμηθώ αυτά τα πράγματα. Όπως τα ανέφερε ο μπαμπάς, το ’37 ήμουν στο Δημοτικό ακόμα. Πήγαιναν το βράδυ για συσκέψεις. Ποιος μίλαγε, ποιοι ήταν δεν ξέρω, πάντως στην Γενική Διοίκηση. Άρχισαν να διοργανώνουν τα ΕΕΕ. Ξέρεις τι θα πει ΕΕΕ: Έλληνες Εκδιώξατε Εβραίους. «Τι έχω εγώ να κάνω εκεί, τι έχω εγώ με τους νοικοκυραίους, τους φαμιλίτες;», της λέει. Ήταν καταθυμωμένος, ούτε ματαπάτησε. Πώς θυμάμαι τώρα τους δικούς σας ανθρώπους. Τότε φοράγανε πουκαμίσες, όσοι είχανε τα μαγαζιά, για να μη λερώνονται. Δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα του γι’ αυτόν που θέλω να σας πω. Εκείνος περνούσε το πρωί με τις καθαρές τις πουκαμίσες κι είχε κι ο μπαμπάς όμοια. Σταμάτησε και του λέει: – Χαρίλαε, κακά μαντάτα, Χαρίλαε θα μας πάρουν, του λέει. – Έλα, μωρέ, μην κάνεις έτσι. –  Αλήθεια σου λέω. Ξέρεις τι έκανα; Έκρυψα τα λεφτά μας. Αν μας πάρουν, κάτι να βρούμε.

Πού μπορούσαν να ξέρουν τι θα γίνει, πού θα τους έπαιρναν. Φυλακή; Εδώ στον τόπο μας να ‘ναι φυλακισμένοι; Τι θα ‘κανε ο κόσμος; Μην κάνετε έτσι, του ‘λεγε ο μπαμπάς, εδώ δεν έχουμε τέτοια πράγματα. Και πράγματι σ’ αυτό το σπίτι, το ξέρω ποιο είναι, έχει κάτσει ο Αναγνωστόπουλος της Ασφαλείας κι έχει ξημερώσει πλούσιος. Δεν άφησαν τίποτα. Εκείνο το καλοκαίρι του ’45, που γύριζαν οι δικοί σας ένας- ένας, έρχεται ένα παιδί. Το σπίτι το δικό του ήταν -πού να σας πω τώρα -όπως πάμε την Κουντουριώτου, το τελευταίο σπίτι που θα στρίψουμε το δρόμο, για να βγούμε Ανεξαρτησίας. Ήταν ένα πολύ παλιό σπίτι και είχε κι αυλή, ένα πεζούλι, μια κουμπλιά… Πηγαίναμε την άνοιξη και την τινάζαμε πρώτοι. Φτωχή οικογένεια νοικοκυρεμένη. Κάτι δουλειά έκαναν όλοι. Αυτού στην Ανεξαρτησίας, ήταν τα μαγαζιά, στα στενά αυτού μέσα… Η μαμά μου μ’ όλες αγαπημένη. Μετά που σας πήραν, έδωσαν αυτό το σπίτι σε μια οικογένεια με πολλά παιδιά. Απ’ αυτές που τις λέγανε Αρβανίτισσες. Η μαμά μου της βάφτισε ένα παιδί. Έρχεται μια μέρα καταλαφιασμένη, κλαμένη. – Κουμπάρα μου, τι έπαθα, κουμπάρα μου… – Τι έπαθες, της λέει η μάνα μου, ποιο παιδί δεν μπορεί; Είχαν ένα σωρό παιδιά. – Όχι τα παιδιά. – Τότε τι; – Ήρθε το παιδί τους, ήρθε στο σπίτι τους το καημένο. Μου λέει, μπορώ να ‘ρθω λίγο μέσα; – Πέρνα. Η κουμπάρα είχε έναν άντρα ανεπρόκοπο κι ήταν στο Δήμο. «Μωρέ Μήτσο βάλε μια πλάκα στο σκαλοπάτι, σιάξε το λίγο». «Καλά, έλεγε αυτός». Ο Μήτσος δεν νοιαζόταν για την πλάκα και βουλιάζανε. Πλακ-πλουκ η πλάκα. Ένας κουβάς γεμάτος λίρες! Απόμεινε η μάνα μου και την κοίταζε. «Γιατί» της λέει, «δεν του ανήκουνε;» – Πω, πω τι έπαθα. – Δεν ντρέπεσαι -της λέει η μαμά- που γύρισε ένας από τόση φαμίλια και μου ‘ρθες… Να μη σε ματαδώ. Δε λες που τις ήβρε το παιδί; Δικά σου ήτανε; Απόμεινε η κουμπάρα. Θυμάμαι που μιλούσατε εσείς συρτά και πήγαινα στο χωριό και μου ‘λεγαν: «μπα καλώς την κοψόχρονη». Έτσι δε λέγαμε, μπικο-τσιργιαμίμ και σου είπα μου ‘πες; Τι ιστορίες, τι ιστορίες…

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρό παιδί. Πρέπει να ‘μουν καμιά δεκαριά χρονών. Στο Κάστρο, εκτός από Εβραίους και Χριστιανούς, έμεναν και κάποιοι άλλοι, αυτοί οι γρουσούζηδες οι… Μας έπαιρναν τα μικρά παιδιά και μας έλεγαν να κάνουμε συμμορίες. Αυτά ήταν μεγαλύτερα. Ήταν και κάποιος που τον βλέπω στην τηλεόραση. Είναι συνδικαλιστής τώρα. Πότε θα τους τα φωνάξω καμιά μέρα. Μας έβαλαν να κάνουμε συμμορία, εκεί στο Κορμανιό, ήταν το Πλατί το λέγαμε, παίζαμε. Εκεί που είναι τώρα τα ταξί. «Θα κάνουμε συμμορία μεγάλη», έλεγαν. Θυμάμαι ένα απ’ αυτά, είχε κάτι άρβυλα τόσα, θηρία, το γρουσούζικο. Μας έφιασαν κάτι σήματα με μαρμαρόκολλες. Μ’ είχαν και μένα. Τι θα κάνουμε, τι θα κάνουμε; Όπου πήγαιναν τα μεγάλα, και μεις από κοντά τα μικρά. Ο πατέρας μου, δεν μας άφηνε να πολυπάμε στο Κάστρο, γιατί ήταν μέσα και πολύ κακόφημος κόσμος, εκεί προς το Μουσείο. «Μην μπείτε στο κάστρο!» μας έλεγε, «θα σας κόψω τα ποδάρια». Κάθε Παρασκευή δειλινό, που αφήνετε τις δουλειές, περνούσε αυτός από το Συναγώι και φώναζε• ώρα για Σαμπάθ. Κι έρχονταν πίσω στη Χανέσω την καημένη, γριά μόλις τελείωνε κι αυτή και περνούσε αυτός με τους ντλαμάδες. Ένα δειλινό Παρασκευής, είχαν παρατήσει τη δουλειά οι δικοί σας και κάθονταν έξω από τις πόρτες καλοκαίρι και έβγαζαν τις καρέκλες, στα στενά μέσα στο Κάστρο, στην Αψαράδων.  Και μας έβαλαν να πάμε να τους τρομάξουμε παρακαλώ! Τα μεγαλύτερα τα παιδιά, αυτά τα Μετσοβιτόπλα. Μαζί τρεχάλα, όλα μαζί, περάσαμε τη Τζούνοβα που έλεγαν μες το Κάστρο την πλατειούλα και μπήκαμε στην Αψαράδων και -σαν τώρα το θυμάμαι- κάθονταν ο κόσμος, η οικογένεια έξω από την πόρτα, η άλλη απέναντι… Και μόλις είδαν που ξεμπουκάραμε, παράτησαν τις καρέκλες οι καημένοι και χώθηκαν μέσα. Φοβόταν ο κόσμος. Και πάνε τα μεγάλα αυτά και πήραν τις καρέκλες και τις πέταξαν απέναντι που ήταν ένα σαν οικόπεδο, μπαχτσές. Είναι τόσο στενή η Αψαράδων, κάνει έτσι εκεί στροφή. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί ήταν γνωστοί μας. Σηκώθηκαν και πήγαν στο μπαμπά μου την άλλη μέρα, τι αυτό, τι εκείνο και του είπαν τι έγινε. Ήταν και η δική σας, του λεν. Και μου πατάει μια κατσάδα. Μας είχαν βάλει και τη μαρμαρσκολλα, ότι ήμασταν στη συμμορία -μια μαρμαρόκολλα κίτρινη- δεν θυμάμαι τι ήταν το σήμα. Αν είχα πατέρα που να μην έδινε σημασία, τι θα γινόμαστε; Με πελέκησε στο ξύλο. «Μπήκες στο Κάστρο» μου λέει, «για να τρομάξεις τον κόσμο; Τι έχεις εσύ;» «Μας είπαν ότι σκοτώνουν Χριστιανόπουλο και παίρνουν το αίμα και φιάχνουν τις μάτσες». Τι να μας πουν να μας ανάψουν; Τα πίστεψε ο κόσμος, τα πίστεψε. Και η μαμά μου με τις Χανέσες. Και άλλαζαν τις μάτσες. Μας έδιναν εμάς τις μάτσες, τους δίναμε εμείς τα κουλούρια. Ο πατέρας μου κι η μάνα μου, προοδευτικοί άνθρωποι, μυαλωμένοι. «Τι είναι αυτά που λένε, τι χαζομάρες είναι αυτές, γιατί ο κοσμάκης, τι διαφέρουν από μας;» Αυτοί όμως ήταν οργανωμένοι. Προεργασία πολλών χρόνων. Καλλιεργούσαν το έδαφος.

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο της Ευτυχίας Νάχμαν «Ταξίδι στο παρελθόν».

Advertisements