Ετικέτες

Του Χρήστου Μακρή*

Σ’ όλους τους Γιαννιώτες ήταν γνωστός σαν «Καπετάνιος». Ο Καπετάνιος! Ένας από τους πολλούς γραφικούς «αγαθιάρηδες» τύπους που ζούσαν στα μικρά μας κάποτε Γιάννινα, μέχρι εκεί τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Αγαθιάρηδες που παράδερναν ανάμεσα σε λογική και αλογία, δίχως όμως την επικινδυνότητα του μανιακού τρελού, μια και όλοι τους ήταν άκακοι από τη μια μεριά, αλλά και πάμφτωχοι από την άλλη. Επιβίωναν από τον οίκτο των σπλαχνικών «λογικών», που όλο και ένα πιάτο φαΐ θα τους έδιναν για να καταλαγιάζουν την πείνα τους κι όλο κάποιο παλιό σκουτί θα τους χάριζαν, για να ντύνουν τη γύμνια τους.

Είναι γεγονός ότι η πόλη μας … διανθιζόταν από αρκετούς τέτοιους τύπους εκείνο τον καιρό! Τύπους που τους γνώριζαν ακόμη και οι πέτρες, μια κι η μικρή μας τότε γενέτειρα τους εξασφάλιζε πλατιά … δημοτικότητα, δίχως ν’ αφήνει στην αφάνεια κανέναν. Ο Γαμβέτας, ο Τυμπάκιας, ο Σάγιας, ο μπανταλο-Γιώργος, ο Στελλάρας, ο Καπετάνιος, ήταν μερικοί από τους πολλούς, «πτωχούς τω πνεύματι» συμπολίτες, που ο συγχρωτισμός τους όμως με τους κατά τεκμήριο λογικούς, όχι μόνο δε δημιουργούσε προβλήματα, αλλά κάποιες φορές αποκαθιστούσε σε εύθυμη, τη δύσθυμη ψυχολογική διάθεση της στιγμής. Για τη μεταστροφή εκείνη φρόντιζαν τα κάθε είδους φαιδρά τερτίπια, που συνεχώς «εκπέμπονταν» από κείνους τους αγαθιάρηδες.

Τώρα, είναι αλήθεια ότι δεν ξέρουμε για ποιο λόγο ο Καπετάνιος είχε αυτοχρησθεί μ’ εκείνο τον τίτλο, που σαφέστατα εννοούσε τον θαλασσινό καπετάνιο κι όχι τον αντάρτη του βουνού, όπως θα φάνει αργότερα. Πάντως η όλη του εμφάνιση δεν παρέπεμπε ούτε σε καπετάνιο θάλασσας, ούτε σε αντάρτη του βουνού, αλλά σε … Στρατάρχη της ξηράς!

Ο «Καπετάνιος» σε φωτογραφία του Άγγελου Καλογερίδη το 1950. 

Με ηλικία κάπου εκεί στα εξήντα τον θυμούμαστε, στα μεταπολεμικά χρόνια. Μέτριο ανάστημα, «περήφανο» παράστημα, σοβαρότατο ύφος και αρκετά τα κάτασπρα μαλλιά επάνω στο κεφάλι του. Στρατιωτικό το ντύσιμο στο στιλ της Γαλλικής Σχολής, εκείνο δηλαδή που είχε κληροδοτηθεί από τους Γάλλους και στον Έλληνα αξιωματικό, μέχρι την εποχή του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου: Χακί σφιχτό μπουφάν με χρυσά κουμπιά, παντελόνι τύπου κιλότας ιππασίας, με στενότατα μπατζάκια, που τυλίγονταν με γκέτες ολόγυρα από τις γάμπες. Η στολή συμπληρωνόταν με το πηλήκιο του αξιωματικού στο κεφάλι. Οι γκέτες ήταν κάτι τρίμετρες λουρίδες από χακί ύφασμα, που τυλιγμένες σε ρολό, όταν δεν εκπλήρωναν τον προορισμό τους, θύμιζαν τις φασκιές, που οι μαμάδες κάποτε τύλιγαν γύρω-γύρω τα μωρά από το λαιμό μέχρι τις πατούσες, κάνοντας τα να μοιάζουν με … λουκάνικα! Επάνω στο στήθος από το στρατιωτικό μπουφάν, αστραποβόλαγαν τσιτωμένα τα τιμητικά «παράσημα» από τα «ανδραγαθήματα» της παλαβής του φαντασίωσης (κομμάτια από γυαλισμένο… ντενεκέ…!), δίχως να ξέρουμε ποια ζαγάρια του τα είχαν «απονείμει», χωρίς πάντως να αποκλείεται και η … αυτοαπονομή τους!! Βαθιά χωμένο το κεφάλι μέσα στο πηλήκιο και γερά κρατημένη με το χέρι το δεξί η «Στραταρχική» του ράβδος, καμωμένη από … πουρναρόξυλο!!!

Για κάποια χρόνια, μετά τον τερματισμό της ξενικής Κατοχής, ο Καπετάνιος είχε βρει άσυλο στο Μετόχι της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί, ο αγαθός ηγούμενος Ναθαναήλ τον τάιζε, αλλά και τον στέγαζε, σε μικρό ισόγειο δωμάτιο από το παλιό ηγουμενείο. Ο Καπετάνιος, κατά τη … θητεία του στο σιναϊτικό Μετόχι και για να μη κατηγορηθεί για χαραμοφάης, «περιπολούσε» μέρα-νύχτα πάνω στο πλακόστρωτο της εκκλησιάς, μαστιγώνοντας κάπου-κάπου ελαφρά τη στρατιωτική του κιλότα με τη «στραταρχική» τη ράβδο, κάτω από το μειδίαμα του Ναθαναήλ και των περαστικών. «Αυστηρός» ο … αγαθός «έλεγχος» των διερχομένων, που μέσα από τον αυλόγυρο του μοναστηριού κόβανε δρόμο για να βγουν συντομότερα από την οδό Βαλαωρίτη στην Τσακάλωφ, δίχως να χρειάζεται ο … περίπλους της ανηφοριάς κατά το Αρχιμανδρειό.

Συχνές και «μεγαλόπρεπες» οι μοναχικές βόλτες του Καπετάνιου επάνω στην κεντρική πλατεία! Κατά το εσπερινό σάλπισμα του σαλπιγκτή για την υποστολή της σημαίας από το στρατηγείο της 8ης Μεραρχίας, ο Καπετάνιος έστρεφε περήφανα κατά τη μεριά της, σε στάση άψογης «προσοχής», ενώ με αργή ανύψωση του δεξιού χεριού, που κράταγε τη «στραταρχική» τη ράβδο, άγγιζε το πηλήκιο, μιμούμενος έτσι το χαιρετισμό του ανώτατου αξιωματικού! Αλίμονο στον τυχόν κοντινό του νεανίσκο που θα κουνιόταν τις στιγμές της υποστολής της σημαίας, ή θα την ατένιζε μη όντας απόλυτα ευθυτενής! Αυθωρεί και παραχρήμα, που λέγαμε κάποτε, έτρωγε τέτοια σφαλιάρα από τον Καπετάνιο, που στο εξής θα φρόντιζε να τηρεί μία τουλάχιστον από δύο προϋποθέσεις: ή να στέκεται «προσοχή», κατά την υποστολή της σημαίας, ή να μη βρίσκεται σιμά στον Καπετάνιο εκείνες τις στιγμές!

Κατά την κυριακάτικη ή τη γιορταστική Θεία Λειτουργία, η σταθερή και αμετάβλητη θέση του Καπετάνιου ήταν κάτω μπροστά από το Δεσποτικό Θρόνο, στην εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, πάντοτε σε στάση στρατιωτικής προσοχής, έστω και με σταυρωμένα χέρια. Χαρακτηριστικός αλλά και αδιανόητος για τον καθένα μας ήταν ο τρόπος του γονατίσματος του Καπετάνιου, κατά την αναπομπή του κρίσιμου εκκλησιαστικού μέλους «Σε υμνούμεν…». Αυτή ακριβώς την ιερή στιγμή, που από τους εκκλησιαζόμενους άλλοι μεν κλίνουν με ευλάβεια το κεφάλι και άλλοι γονυπετούν, ο Καπετάνιος από στάση “προσοχής” και χωρίς καμία κάμψη στο … άκαμπτο κορμί του, λύγιζε ακαριαία και ταυτόχρονα τα δυο μαζί τα γόνατα και τα βρόνταγε σε γονάτισμα πάνω στο γυμνό πλακόστρωτο της εκκλησιάς, κάνοντας το να αντηχεί με ένα υπόκωφο … «γκουπ»! Παραμένει ιατρικώς ανερμήνευτο το πώς αυτή η σκληρή καταπόνηση στα γόνατα, που θα έστελνε τον οποιονδήποτε κατευθείαν σε ορθοπεδικό γιατρό, άφηνε εντούτοις άθικτα τα γόνατα του Καπετάνιου!!

Το ημερολόγιο έδειχνε 21η Φεβρουαρίου του ’51, τριακοστή όγδοη γιορταστική επέτειος από την απελευθέρωση της πόλης μας από τη μακραίωνη τούρκικη σκλαβιά. Αρχιερατική Δοξολογία εκείνο το πρωινό, κάτω από τη χοροστασία του νεοεκλεγέντα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνος, του γνωστού κέρβερου Μητροπολίτη Ιωαννίνων, μέχρι πριν από λίγους μήνες. Ασφυκτικά γεμάτη η Μητρόπολη από κόσμο, επισήμους, αλλά και με την παρουσία του βασιλικού ζευγαριού Παύλου και Φρειδερίκης μπροστά-μπροστά. Η θέση του Καπετάνιου εκείνη τη μέρα μπορεί να μην ήταν κοντά στο Δεσποτικό Θρόνο, όμως δεν έπαυε να είναι μέσα στη Μητρόπολη τούτη τη φορά. Ανεπίτρεπτη η απρονοησία των επιτρόπων της εκκλησιάς, που δεν είχαν φροντίσει να τον κρατήσουν έξω απ’ αυτή. Όταν κατάλαβαν το λάθος τους, το κακό είχε γίνει πια και δεν μπορούσε με τίποτε να διορθωθεί! Η Δοξολογία κόντευε να τελειώσει κανονικά, οπότε σε κάποια στιγμή, στα ελάχιστα δευτερόλεπτα σιγής, ανάμεσα στη λήξη εκκλησιαστικού μέλους από τον ψάλτη και την ευχή του ιερέα που ακολουθεί, έγινε μεγάλος τζερτζελές! Βραδυφλεγής και… βαρύγδουπος ο Σπυρίδων ως ιερουργός, προτού προλάβει από την Ωραία Πύλη ν’ ανοίξει το στόμα του για ν’ αναπέμψει την προσήκουσα ευχή, τον πρόλαβε ο Καπετάνιος, που με υψωμένο το δεξί του χέρι, ταρακούνησε αναπάντεχα και συθέμελα την ατμόσφαιρα της Μητρόπολης, με τρανή πατριωτική … ιαχή: -«Ζήτω ο στόλος…»!!! Οι ελάχιστες στιγμές του βωβού αιφνιδιασμού, γρήγορα παραχώρησαν τη θέση τους στα ασυγκράτητα χάχανα από τους απλούς εκκλησιαζόμενους, αλλά και από τους επίσημους παρόντες! Χασμωδία στην εκκλησία, ξεφτίλα απέναντι στον… Άνακτα!!! Φουρκισμένος και κατακόκκινος ο Σπυρίδων, στράφηκε κατά τον Καπετάνιο και… ανέκραξε: -«Πάψε βλαξ…»! για να ακολουθήσει ευθύς αμέσως η διαταγή του προς τους επιτρόπους της εκκλησίας: -«Πετάξτε τον έξω…»!Κι ενώ οι επίτροποι, σε ρόλο …μπράβων, έσερναν τον Καπετάνιο έξω από τη Μητρόπολη, η αντίδραση του τελευταίου απέναντι στο φοβερό και τρομερό δεσπότη Σπυρίδωνα υπήρξε άμεση και ηχηρή, ή μάλλον … ουρλιαχτή: – «Σε αγνοώ…»!!!

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Γιαννιώτικες Μνήμες»

About these ads